Δεν είναι νέο το ερώτημα για το αν πρέπει ο αναγνώστης και ο (τηλε)θεατής να αντικρίζουν «σκληρές εικόνες» ως προϊόν ενός ρεπορτάζ. Ο προβληματισμός κρατά από την εποχή του Καραβάτζιο. Ο ιταλός αγαπούσε την πραγματικότητα μαζί με τις ασχήμιες της. Όταν στα 1602 του ζητήθηκε να απεικονίσει τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, ζωγράφισε –προς φρίκην της Εκκλησίας που του τον παρήγγειλε- έναν άσχημο, ταλαιπωρημένο γέροντα, τελώνη και άσχετο, να πρέπει λάβει φώτιση από τον άγγελο του Κυρίου για να στρωθεί να γράψει.

 

Ομοίως, στον Άπιστο Θωμά του, ζωγράφισε έναν Ιησού, ανθρώπινο, στιβαρό, απτό, με τις πληγές του από τη λόγχη ορθάνοιχτες απέναντι στο δάχτυλο του άπιστου μαθητή του, που γύρευε αποδείξεις. Πέρα από αυτό που, κατά την άποψη του βρισκόταν πιο κοντά στην πραγματικότητα, ζωγράφιζε ζητιάνους, πόρνες και παράλυτους, όλη την ασχήμια της εποχής του, όπως τη συναντούσε στον δρόμο του. Εν ολίγοις, για να μην το παρακάνουμε με τις Τέχνες, ο οξύθυμος αυτός τύπος, κόντρα στον σύγχρονό του Καρράτσι, που αναπαριστούσε μόνο ομορφιές και αγγελούδια, έδινε στο άμαθο τότε κοινό, ωμή την πραγματικότητα, τη ζωή, όπως στ' αλήθεια είναι, μια σκληρή εικόνα, χωρίς ωραιοποιήσεις.

 

Στο σήμερα τίποτα καλλιτεχνικό, ποιητικό, ιδεώδες δεν υπάρχει στις «ΣΚΛΗΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ». Πόση ποίηση υπάρχει στη θρυλική φωτογραφία του γυμνού κοριτσιού του Βιετνάμ που τράβηξε ο φωτογράφος του Associates Press, Nick Ut; Πόση ποίηση υπάρχει στο πρόσφατο βίντεο που δημοσίευσε το Al Jazeera με ένα μικρό αγόρι να χάνει μπροστά στην κάμερα και τα δυο του πόδια από βομβαρδισμό στο Χαλέπι; Απολύτως καμία. Φρίκη και τρόμος, μόνο. Γιατί, λοιπόν, καταγράφονται τέτοιες εικόνες; Γιατί δημοσιεύονται; Γιατί τις κοιτάμε;

 

Δημοσιεύονται, λοιπόν, ή όχι οι ΣΚΛΗΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ;

 

Το οπτικό ντοκουμέντο, η δύναμη της εικόνας δεν απευθύνεται (μόνο) στο θυμικό, στα ταπεινά ένστικτα, στις απεχθέστερες μορφές περιέργειας που φωλιάζει στους περισσότερους ανθρώπους. Κάνει επίκληση (και) στη λογική, φωτίζει αυτό που αλλιώς θα έμενε κρυπτόμενο, κάποτε παραδειγματίζει, λειτουργεί ως άγκυρα μνήμης.

 

Η εύκολη απάντηση θα ήταν το επιχείρημα όλων όσοι από τα social media επιτίθενται στα ΜΜΕ κάθε φορά που δημοσιεύουν ένα τέτοιο «ντοκουμέντο»: για την τηλεθέαση και για τα clicks. Οι δημοσιογράφοι είναι οι γνωστοί γυπαετοί της ανθρώπινης τραγωδίας που τρέφονται με αίμα και με τέτοιο ταΐζουν και τα ταπεινότερα των ενστίκτων του αθώου κοινού. Λαμπρά.

 

Η κυνική, ωστόσο με γενναίες δόσεις αλήθειας, απάντηση θα ήταν άλλη: γιατί πρέπει. Το οπτικό ντοκουμέντο, η δύναμη της εικόνας δεν απευθύνεται (μόνο) στο θυμικό, στα ταπεινά ένστικτα, στις απεχθέστερες μορφές περιέργειας που φωλιάζει στους περισσότερους ανθρώπους. Κάνει επίκληση (και) στη λογική, φωτίζει αυτό που αλλιώς θα έμενε κρυπτόμενο, κάποτε παραδειγματίζει, λειτουργεί ως άγκυρα μνήμης, όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν, γράφει ιστορία με τα ανθρώπινα λάθη, τις αβλεψίες, αθωώνει ή ενοχοποιεί.

 

Μπορώ να σκεφτώ πολλά ακόμη επιχειρήματα για τα οποία η καταγραφή ενός τραγικού περιστατικού τις περισσότερες φορές πρέπει να δημοσιοποιείται. Κάποτε και χωρίς «θολό»- ωμά, απερίφραστα, καθόλου ωραιοποιημένα, πάντα, όμως, με τη σχετική προειδοποίηση για όσους δεν αντέχουν, για όσους θα ενοχληθούν, για όσους διαφωνούν κάθετα με αυτού του είδους την κάλυψη. Για όλους τους υπόλοιπους που «πατούν», ενώ υπάρχει προειδοποίηση και μάλιστα μπαίνουν στη διαδικασία να υβρίσουν τα Μέσα που προχώρησαν σε δημοσίευση, στο λεξικό υπάρχουν ήδη αρκετά λήμματα που χαρακτηρίζουν τις κροκοδείλιες ευαισθησίες.

 

Η «ΣΚΛΗΡΗ ΕΙΚΟΝΑ», προειδοποίηση πάντα γραμμένη με κεφάλαια γράμματα, είναι αυτό που συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο και από Θεία Πρόνοια το αγνοούμε, μέχρι να φτάσει στην οθόνη της τηλεόρασης, του κινητού ή του υπολογιστή μας. Όταν πλέον φτάνει μπροστά στα μάτια μας έχουμε συνήθως την επιλογή να μην τη δούμε και φυσικά να διαμαρτυρηθούμε, αν κάποιο πονηρό Μέσο μας την «ταΐσει» με το ζόρι ή με δόλιο τρόπο. Για όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, το Μέσο και ο λειτουργός του κάνει καλά, γιατί απευθύνεται στο δημόσιο συμφέρον και ενδιαφέρον, προειδοποιεί, καταγράφει όσα λογίζουμε για απίθανα, αδύνατα, απίστευτα να συμβούν. Δημιουργείται μια σειρά από προηγούμενα, τα οποία πάντα θα μπορούμε να ανακαλέσουμε για να συγκρίνουμε, να προστατεύσουμε και να προστατευθούμε.

 

Στην περίπτωση δε του τραγικού τροχαίου στην Εθνική Οδό Αθηνών – Λαμίας, όλα τα παραπάνω ισχύουν στη νιοστή, με άπειρες προεκτάσεις, νομικές, κοινωνικές και ηθικές. Κανείς δεν ξεχνά ότι πρακτικά το βίντεο είναι η καταγραφή της στιγμής 4 θανάτων, κανείς δεν θυμάται ακριβώς το ίδιο, ωστόσο. Το θέμα προσφέρεται για συναισθηματικές εξάρσεις και πύρινους λόγους στα social media, όπου καταγράφεται και το εξής: οι πιο αισθηματίες όλων είναι και εκείνοι που χρησιμοποιούν και την πιο βορβορώδη, την πιο ασυναισθημάτιστη φρασεολογία για να εκφραστούν – με αγάπη πάντα.

 

Φυσικά, υπάρχουν και τα "major no's", οι «κόκκινες γραμμές», οι ηθικές δικλείδες, το κριτήριο και η αισθητική του κάθε Μέσου και του κάθε δημοσιογράφου. Εκεί φαίνεται ο ζητιάνος του click που παίζει στο ίδιο γήπεδο με τον ιησουίτη του συναισθηματισμού. Αλλά στη δουλειά μας οι καλβινισμοί και ο ψευτο-διδακτισμός της κάθε κοντόφθαλμης ηθικο-Μαρίας του Facebook κάνει τους πάντες να μοιάζουν ένοχοι, συνένοχοι και κυρίως ίδιων ή παρόμοιων προθέσεων. Και είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι, δεν είναι έτσι.