ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ ΑΔΙΑΚΡΙΤΩΣ τέτοιους χαρακτηρισμούς για ένα σωρό προϊόντα μυθοπλασίας ή τεκμηρίωσης των καιρών μας, ελάχιστα όμως είναι πραγματικά τόσο επίκαιρα, κρίσιμα και επείγοντα όσο αυτό το συνταρακτικά καίριο ντοκιμαντέρ που βρίσκεται εδώ και μερικές μέρες στο Netflix, παρότι σε ένα πρώτο επίπεδο αποτελεί το πορτρέτο ενός ανθρώπου που πλησιάζει τα ενενήντα. Εν προκειμένω, όμως, πρόκειται για τη ζωή και, κυρίως, το έργο ενός κολοσσού της αμερικανικής (και της παγκόσμιας) ερευνητικής δημοσιογραφίας, του ακατάβλητου Σίμορ (Σάι) Χερς, ο οποίος, από τη δεκαετία του ’60 και μετά, ευθύνεται για την αποκάλυψη μερικών από τα πιο ειδεχθή και διαβόητα «σκάνδαλα» της αμερικανικής (κατάχρησης) εξουσίας.
Από τη μαζική σφαγή γυναικών, ηλικιωμένων και νηπίων στο Μι Λάι κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ μέχρι το Γουότεργκεϊτ (οι σταρ της υπόθεσης ήταν οι δημοσιογράφοι Καρλ Μπέρνσταϊν και Μπομπ Γούντγουορντ της «Washington Post», η ερευνητική δουλειά όμως του Χερς στους «New York Times» υπήρξε εξίσου σημαντική), και από το παραμύθι των όπλων μαζικής καταστροφής που αποτέλεσε το άλλοθι για τον Πόλεμο στο Ιράκ μέχρι τις αδιανόητες θηριωδίες στο κολαστήριο του Άμπου Γκράιμπ που αποκαλύφθηκαν από τον ίδιο στο περιβόητο κομμάτι του στο «New Yorker» το 2004, ο Χερς ήταν πάντα εκεί για να ξεμπροστιάσει κάθε επιχείρηση συγκάλυψης, όσο οργανωμένη και βαθιά κι αν ήταν.
Ο θεατής γίνεται μάρτυρας μιας προσωπικότητας που ακροβατεί ανάμεσα στην αυταπάρνηση, την αυτοπεποίθηση, την εμμονή και την απόγνωση, πάντα όμως με κεντρική πυξίδα την αλήθεια, ασχέτως του αν αυτή η διαρκής και διακαής αναζήτηση μοιάζει να τον τρώει σαν το σαράκι.
Και συνεχίζει μέχρι σήμερα, παρότι τα περισσότερα άρθρα του δημοσιεύονται πλέον στη σελίδα του στο Substack, εκεί όπου έχουν βρει καταφύγιο κι άλλοι επιφανείς και μη συνάδελφοί του που έχουν απαυδήσει από τους συμβιβασμούς και την clickbait λογική των παραδοσιακών μέσων. Κάποια στιγμή, μιλάει για την «αυτο-λογοκρίσια» του Τύπου και κάποια άλλη τον βλέπουμε να απομακρύνεται για λίγο από την κάμερα προκειμένου να επικοινωνήσει με μια πηγή (ακούγεται η φωνή μιας γυναίκας) η οποία βρίσκεται μέσα στο κολαστήριο της Γάζας. Για τον Χερς, η πηγή είναι κάτι το ιερό, κάτι που πρέπει να προστατευτεί πάση θυσία. Ακούμε επίσης και τον Ρίτσαρντ Νίξον το 1973, σε ένα απόσπασμα τηλεφωνικής συνομιλίας του στο Λευκό Οίκο, να χαρακτηρίζει «πράκτορα των κομμουνιστών» τον δημοσιογράφο, για να προσθέσει όμως: «Συνήθως δεν ασχολείται με πράγματα που είναι λάθος…Θέλω να πω, είναι καριόλης, αλλά συνήθως έχει δίκιο, έτσι δεν είναι;».
Παρότι ήταν πάντα ένα ανεξάρτητο και εκ φύσεως freelance πνεύμα, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο Χερς είχε, τρόπον τινά, καταλαγιάσει στους «New York Times», έκανε όμως το λάθος να στρέψει την προσοχή του στις μεγάλης κλίμακας παρανομίες των εταιρικών κολοσσών, όπως αυτές της Gulf & Western Industries, απόφαση που τον έφερε σε ευθεία σύγκρουση με τα συμφέροντα της εφημερίδας. Δεν βοήθησε καθόλου το γεγονός ότι υπέπεσε στην αντίληψή του πως ο τότε εκτελεστικός διευθυντής των «Times», Έιμπ Ρόζενταλ, είχε λάβει την έγκριση του διοικητικού συμβουλίου για ένα σκανδαλωδώς ευνοϊκό στεγαστικό δάνειο. Ο ίδιος ο Χερς λέει στο ντοκιμαντέρ ότι η αποχώρησή του από τους «New York Times» είχε να κάνει απλώς με την αναγνώριση των ορίων του mainstream δημοσιογραφικού χώρου.
Εκτός από πολλαπλώς σημαντική, το «Cover Up» (ελληνικός τίτλος «Συγκάλυψη: Μυστικά και Σκάνδαλα») είναι και μια εξαιρετικά καλοφτιαγμένη και σε απόλυτο συντονισμό με το θέμα της ταινία, γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη από τη στιγμή που δημιουργός της είναι η Λόρα Πόιτρας, σκηνοθέτιδα εξαιρετικών ερευνητικών ντοκιμαντέρ όπως το «Citizenfour» (Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ) του 2014 για τον Έντουαρντ Σνόουντεν και το πρόσφατο «All the beauty and the bloodshed» (Χρυσός Λέοντας στο Φεστιβάλ Βενετία). Όλη η δόξα όμως ανήκει στον ίδιο τον Χερς.
Παρακολουθώντας τον να αφηγείται, μισοθαμμένος σε τόνους φακέλων, κουτιών και κάθε είδος αποδεικτικού υλικού, αυτές τις τρομερές υποθέσεις, δεκαετίες μετά την πρώτη τους καταγραφή τους, ο θεατής γίνεται μάρτυρας μιας προσωπικότητας που ακροβατεί ανάμεσα στην αυταπάρνηση, την αυτοπεποίθηση, την εμμονή και την απόγνωση, πάντα όμως με κεντρική πυξίδα την αλήθεια, ασχέτως του αν αυτή η διαρκής και διακαής αναζήτηση μοιάζει να τον τρώει σαν το σαράκι. «Κανείς δεν συμπαθεί τον αγγελιοφόρο», τον ακούμε να λέει σε κάποιο από τα πλούσια αρχειακά σπαράγματα που συνδέουν αυτό το ντοκιμαντέρ που μιλάει για το χθες, αλλά χτυπάει τον συναγερμό για το σήμερα.
«Cover-Up» | Official Trailer