Ο Λευτέρης Βογιατζής αφηγείται τη ζωή του

Ο Λευτέρης Βογιατζής αφηγείται τη ζωή του Facebook Twitter
Φωτό: Σπύρος Στάβερης
10

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΒΟΓΙΑΤΖΗ ΣΤΗ LIFO, 21/3/2012

Γεννήθηκα στην Καλλιθέα, όπου έμεινα μέχρι την Ε’ Δημοτικού. Δεν πολυέβγαινα απ’ το σπίτι. Αν πήγαινα δυο τετράγωνα παρακάτω, νόμιζα ότι πήγαινα δεν ξέρω κι εγώ πού. Κινδύνευα πολλές φορές να μη βρω το σπίτι μου, ενώ ήμουνα στον ίδιο δρόμο. Έχω κάτι περίεργες αναμνήσεις από αυτό το μέρος. Ανέβαινα σ’ ένα βουναλάκι, πίσω από το Πάντειο, και, κοιτώντας κάτω, νόμιζα ότι ήμουν σε μια μεγάλη κορυφή βουνού. Πριν από μερικά χρόνια, που είδα αυτή την ανηφορίτσα, μου φάνηκε ένα τίποτα. Έμενε εκεί η δασκάλα μουσικής του αδερφού μου - όχι δική μου, δυστυχώς. Εγώ ήμουν πολύ δειλός. Αν είχα αρχίσει μαθήματα μουσικής σε εκείνη την ηλικία, θα είχα σωθεί. Δεν θα είχα όλα αυτά τα προβλήματα αργότερα. Πολύ μυστήρια φύση είμαι. Μικρός τραγούδαγα τα πάντα. Επειδή ο αδερφός μου ασχολιόταν με την όπερα, ήξερα ατελείωτα κομμάτια απέξω. Μετά έπαψα.

Επιφανειακά ήμουν ένα παιδί με αρχές, φόβους και ανατροφή. Αλλά διαφορετικό από κάτω. Όταν το κατάλαβα, ήταν λίγο αργά, αφού αυτή η ανατροφή είχε επικρατήσει. Η ανατροφή οριζόταν στα αγόρια ως ένα είδος συνετής συμπεριφοράς, καλών βαθμών στο σχολείο, να μην αργείς πάρα πολύ το βράδυ. Όλα αυτά τα έκανα χωρίς ν’ αναρωτιέμαι, αυτόματα, με αποτέλεσμα στην τελευταία τάξη του γυμνασίου από πρώτος μαθητής να γίνω τελευταίος. Απότομα. Σκέψου πόσο έντονα το ζούσα αυτό, ώστε να πάρω αυτή την απόφαση: να κάνω σκασιαρχεία, να μπλέξω με παρέες, ξενύχτια και τέτοια. Ένα απότομο ξέσπασμα. Τότε μπήκε σε σειρά ακόμα και αυτή η ώρα του ύπνου, που είναι πρωινή.

Παρόλη την επαναστατική διάθεση της δεκαετίας του ’60, εγώ χαρακτηριζόμουν από έναν συγκρατημό. Η πλευρά της «ανατροφής» επικρατούσε στο βάθος. Δεν έδινα διέξοδο σε πράγματα πολύ τολμηρά. Γι’ αυτό και τώρα αντιλαμβάνομαι τα πολύ τολμηρά πράγματα κάθετα. Έχει ενδιαφέρον να αντιμετωπίζεις επιφανειακά την αίσθηση του κινδύνου. Τώρα την ξέρω την αίσθηση του κινδύνου από τη δουλειά μου. Παρόλο που επικράτησε η πλευρά του καλού παιδιού στη δουλειά, πρέπει συνεχώς να επαληθεύω ότι κινδυνεύω. Αλλιώς δεν μπορώ να προχωρήσω. Είναι πολύ περίεργοι οι τρόποι που βρίσκει κανείς, ώστε να εφευρίσκει πράγματα και να τα συνθέτει. Δεν κατάλαβα ποτέ πώς έφτασα στη δουλειά που κάνω. Δεν ήταν κάτι που επιδίωκα φανερά. Αν το ήξερα πως αυτό ήθελα να κάνω, θα με χάλαγε. Οτιδήποτε, αν το ήξερα από πριν, με χάλαγε. Έπρεπε να πηγαίνω κάπου επειδή κάτι με οδηγεί. Πρώτη φορά έπαιξα μετά τον στρατό. Δεν ήταν κάτι που ήθελα. Με σπρώξανε. Ίσως φοβόμουνα την απόρριψη και την αποτυχία

Η πρώτη παράσταση που έπαιξα ήταν στο Ανοιχτό Θέατρο, που ήταν τότε εκεί που βρίσκεται τώρα το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Ήταν η κατά Γιώργο Μιχαηλίδη ιστορία του Βόιτσεκ, που ονομαζόταν Τα οράματα του Μπίχνερ». Μετά δούλεψα με το Αμφιθέατρο, ενώ ήταν να πάω στο Τέχνης. Λάτρευα τον Κουν και με λάτρευε, αλλά δεν συνεργαστήκαμε ποτέ. Τώρα, άμα κάτσω και το σκεφτώ, μπορώ να καταλάβω γιατί το έκανα. Μετά, έμεινα στο Αμφιθέατρο, στη συνέχεια στην επιθεώρηση με τα παιδιά του Ελεύθερου Θεάτρου, μετά στη Λαμπέτη και μετά έγινε η Σκηνή. Τέλος, έγινε Η νέα Σκηνή, όπως νέα ζωή. 

Δεν είχα κανέναν λόγο να σκηνοθετήσω. Έγινε εκ των ενόντων. Είχαμε σκεφτεί κάποιον άλλον για τη Σκηνή. Μετά είπαμε, όμως, πώς θα μας σκηνοθετήσει κάποιος που δεν μας ξέρει; Κάπως έτσι έγινε κι έπεσα στα βαθιά. Αναγκάστηκα, δηλαδή, να δεχτώ κάτι που συνέβαινε. Από τότε είχα τον εαυτό μου ως ηθοποιό σε δεύτερη μοίρα, παρότι υπήρχαν στιγμές που απελευθερωνόταν ο ηθοποιός κι είχε κάποιες καλές στιγμές. Αφού βέβαια είχαν προχωρήσει οι πρόβες και η παράσταση. Αυτό έκανα ανελλιπώς μέχρι τώρα. Μόλις πρόσφατα βρήκα έναν τρόπο να χαλαρώσω και να φέρω τα πράγματα σε μια ισορροπία. Αυτό είναι άσχετο με τις επιτυχίες που είχα στο παρελθόν. Ακόμα και σήμερα δεν διατείνομαι ότι είμαι σκηνοθέτης. Δεν έχω σπουδάσει καν σκηνοθεσία. Βέβαια, βλέπουμε και τους σπουδαγμένους τι κάνουνε... Είμαι καθαρά εμπειρικός, δεν μπορώ να «μάθω» να σκηνοθετώ. Δεν μπορώ να πω ότι κάτι που έκανα σ’ ένα έργο μπορώ να το κάνω και στο επόμενο. Βρήκα ένα χαρτί μια μέρα, όπου έγραφα πώς πρέπει να γίνει μια βουβή σκηνή. Αυτό μπορούσε να οδηγήσει στη «μέθοδο Βογιατζή», πλην όμως δεν έγινε ποτέ.

Έχω τεράστια ανάγκη την επαλήθευση για να προχωρήσω. Μην το εκλάβεις ως κάτι ορθολογικό. Η επαλήθευση είναι απαραίτητη τόσο στην επιστήμη όσο και στην τέχνη. Μιλάω καθαρά για την καλλιτεχνική δημιουργία. Επαληθεύεις ότι σωστά ανταποκρίνεται μέσα σου αυτό που κάνεις. Δεν μου αρέσουν οι μέθοδοι και η διδασκαλία. Δεν πιστεύω ότι μπορώ να σε μάθω κάτι. Μπορώ μόνο με πλάγιο τρόπο να δω αν εσύ σκαμπάζεις. Παλιότερα δεν το ήξερα, ήμουν πολύ επίμονος και μανιακός. Τότε, από την ανάγκη ν’ αποκτούν οι παραστάσεις μια ροή, μια αισθητική και μια υπόγεια μουσικότητα, μπορούσα να σου πω «κάνε αυτό ακριβώς».

Μου αρέσουν περισσότερο οι πρόβες από την παράσταση. Όλη αυτή η διαδικασία της ανακάλυψης. Σε ενδιαφέρει να δεις πού βρίσκεσαι, τι κάνεις, τι κάνουν οι άλλοι. Να αποκτήσεις αυτή την ευχαρίστηση που είναι μια πολύ μυστήρια έννοια, εφόσον μπορεί να τη νιώθουν και οι ατάλαντοι. Τι σημαίνει, όμως, ευχαρίστηση; Το ότι μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε; Όμως όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε - και τότε ακριβώς είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Αλλιώς, είμαστε ασύδοτοι.

Βεβαίως, θα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο να σου πω να κάνεις αυτό ακριβώς. Στη χώρα μας και στον χώρο μας υπάρχει αυτή η υποκειμενική δυσκολία τού να ξέρεις ότι χρειάζεται να δουλέψεις. Δουλεύω σημαίνει μπαίνω σε περιοχές που δεν τις κατέχω. Βλέπω κάποιους ηθοποιούς στην τηλεόραση, που υποτίθεται ότι έχουν ταλέντο, και παραμένουν αναλλοίωτοι. Εντάξει, στην τηλεόραση δεν σου ζητάνε και τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά έτσι αρχίζεις και συνηθίζεις το να μη σου ζητάνε. Είναι όπως λέγανε παλιά για μια γνωστή ηθοποιό: «Μην κοιτάς που παίζει έτσι στην παράσταση, στις πρόβες είναι εκπληκτική. Αλλά στην παράσταση αναγκάζεται να προσαρμοστεί σε αυτό που θέλει το κοινό». Δεν μπορεί να ισχύει αυτό το πράγμα. Αν αποφασίσεις να είσαι καλός, δεν μπορείς να κάνεις ύστερα εκπτώσεις.

Δεν είμαι κανένας βαρεμένος που διατείνεται συνέχεια ότι τα πράγματα πρέπει να είναι υψηλού επιπέδου. Η έννοια αυτή δεν περιέχεται στη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Για υψηλό επίπεδο και πνευματικότητα μιλά ο πάσα ένας. Έχουν χάσει το νόημά τους οι λέξεις. Ο καθένας έχει το δικό του μέτρο, το οποίο μπορεί να είναι αποδεκτό, μπορεί και όχι. Όμως κάπου υπάρχει μια περίεργη, υπόγεια αίσθηση μιας πιο αναλλοίωτης πραγματικότητας. Θα μπορούσα να τη συγκρίνω με αυτό που νιώθω για τους θεατές, όταν απογοητεύομαι από αυτούς. Σκέφτομαι καμιά φορά ότι έχει μεγάλη σημασία να παίρνεις δύναμη απευθυνόμενος στον ιδανικό σου θεατή: σε αυτόν που με κατραπακιάζει μεν, όχι όμως όπως οι κριτικοί...

Δεν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτα σε αυτήν τη χώρα. Είναι συνηθισμένος ο πυρήνας των ανθρώπων σε λειτουργίες συμφεροντολογικές. Είναι διχασμένοι οι άνθρωποι. Με τον ίδιο τρόπο που μπορεί ένας κριτικός θεάτρου να γράψει τα καλύτερα για τους φίλους του, χωρίς να το πιστεύει. Να το υποστηρίζει, χωρίς να το πιστεύει. Με την ίδια ευκολία που απογειώνει μετριότητες, καταβαραθρώνει αυτούς που αξίζουν. Έτσι οι άνθρωποι χάνουν το γούστο τους. Δεν έχουν πια γούστο κι αυτό γίνεται συνήθεια. Αποκτάς μια σιγουριά και γίνεσαι πρόχειρος. Δεν μπορείς να γράφεις ψέματα ότι σου αρέσει κάτι που στην πραγματικότητα δεν αξίζει. Για να μπορέσω να σε πείσω για κάτι που δεν αξίζει, μπαίνω στην ίδια διαδικασία που μπαίνει ένας ηθοποιός. Άμα το κάνω εκατό φορές, γίνομαι στο τέλος αυτό που παριστάνω. Έτσι, εγώ μεν πιστεύω αυτό που γράφεις, αλλά η τιμωρία σου είναι ότι γίνεσαι κακόγουστος. Αυτό είναι μέσα στην κοινωνία. Θέλαμε να σπουδάσουμε όλοι και να τι έγινε. Δεν είναι κακό αυτό, κακό είναι το να θες να γίνεις αγρότης και η μάνα σου να λέει «όχι κι αγρότης το παιδί μου!». Έμαθα ότι μια μητέρα ζήτησε ν’ αλλάξει το έργο που θα παιζόταν στο σχολείο, επειδή ο γιος της δεν είχε μεγάλο ρόλο. Αυτό πώς θα γίνει ν’ αλλάξει; Αλλάζουν οι γονείς; Προσωπικά π.χ. είχα πρόβλημα με τη μητέρα μου, δεν την άφηνα να έρθει να με δει. Μου έλεγε «στο Ηρώδειο, όμως, θα έρθω. Δεν θα με καταλάβεις σε τόσο κόσμο». «Κανείς λάθος», της απαντούσα, «εγώ έχω εθιστεί στο να ψάχνω να δω αν είσαι από κάτω ή όχι. Θα σε βρω και θα διακόψω την παράσταση». Με τον πατέρα μου δεν είχα πρόβλημα.

Η τελειομανία είναι συχνά κάτι στείρο. Γι’ αυτό δεν είναι σωστή λέξη γι’ ανθρώπους που πραγματικά επιθυμούν να προχωρήσουν. Αλλά έχει όντως αρχίσει να καταντάει κάτι αρνητικό, ενώ είναι θετικότατο. Επειδή το αναφέρουν αρκετές φορές για μένα, σημασία έχει να σκέφτεσαι ποιοι είναι αυτοί που το γράφουν και γιατί. Δεν έχει σημασία να σκέφτεσαι αυτό που λένε. Αυτό είναι μια ευκολία. Παλιά με ενοχλούσαν αυτά που έγραφαν. Επειδή ήμουν πιο ανασφαλής. Τώρα δεν με νοιάζει, γιατί δεν θα με βάλει σε μια τέτοια ιστορία κάποιος που είναι τόσο μακριά από τα πράγματα.

Μπορώ με κάποιον να προσπαθώ να συνεργαστώ για τρεις μήνες. Ε, όταν μπει ο τέταρτος, χάνεται η δυνατότητα. Έτσι γίνονται και οι πολλές παρεξηγήσεις. Αρρώστησα από αυτό το πράγμα και κατάλαβα ότι δεν γίνεται να ζητάς από τον άλλον κάτι που δεν μπορεί να κάνει. Εμένα η ανάγκη μου ήταν πάντα να συνεργάζομαι με ανθρώπους που να βρισκόμαστε στο ίδιο μήκος κύματος. Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο, οπότε «ίδιο μήκος» σημαίνει κάτι άλλο πια. Δεν μπορώ να δουλεύω εγώ είκοσι ώρες κι εσύ δύο και να πιστεύουμε ότι είμαστε στο ίδιο μήκος. Ομαδικό σημαίνει να μπορεί να είναι ο καθένας αυτό που είναι. Δεν γίνεται με το ζόρι. Ομαδικό είναι να δέχομαι ότι εγώ δουλεύω είκοσι ώρες κι εσύ δύο. Η δουλειά είναι από τη φύση της ομαδική. Μη βλέπεις ότι είναι μοδάτο να μαζεύονται δέκα νέοι και να δουλεύουν. Από τη μεγάλη ανάγκη για ομαδικότητα έφτασα σήμερα να κάνω το αντίθετο... Ομαδικότητα είναι η αποδοχή τού τι ανήκει στον καθένα.  

Όσο περνούν τα χρόνια, θέλω η παράσταση ν’ ανεβαίνει όσο πιο σύντομα γίνεται. Ακόμα κι ανέτοιμη. Από Ελληνες θεατρικούς συγγραφείς μού αρέσουν πάντα ο Διαλεγμένος και η Λούλα. Επίσης, ο Κεχαΐδης ο συγχωρεμένος. Υπάρχουν κάποιες ενδιαφέρουσες φωνές τα τελευταία χρόνια, όπως ο Μιχάλης ο Βιρβιδάκης, που θα ανεβάσω έργο του του χρόνου. Θυμάμαι πως όταν έκανα το Σε φιλώ στη μούρη του Διαλεγμένου, διάβαζα το έργο κι έλεγα ότι αυτή είναι η γλώσσα μου. Δεν το καταλάβαινα. Αυτήν τη λέξη τη χρησιμοποιώ, την ακούω, τη λέω, στο θέατρο, όμως, μου είναι κάτι άγνωστο. Ξεκίνησα τη σχέση μου με τα ελληνικά έργα, διαπιστώνοντας ότι η γλώσσα μού είναι κάτι το άγνωστο. Και δεν ήταν λάθος, γιατί αν τη θεωρούσα γνωστή, θα έβγαινε κάτι πολύ κοινότοπο.

Δεν με συγκινούν τα ωραία. Με συγκινεί η χώρα μου γιατί την έχω συνηθίσει. Παρόλο που μου αρέσει πάρα πολύ η Ζυρίχη. Έχει απίστευτα πράγματα αυτή η χώρα. Αθέατες οντότητες κρατούν κάτι. Γιατί οι γνωστές είναι καταβαραθρωτικές. Έχουν επικρατήσει ένας ζαμανφουτισμός και η καλλιέργεια αυτού του εγωιστικού και συμφεροντολογικού αισθήματος που δημιουργεί άλυτες καταστάσεις. Είχα κάθε ευκαιρία, και πολύ καλές καλλιτεχνικά, να φύγω εξωτερικό. Σχεδόν δεν θέλησα. Έβρισκα τρόπους να μην πηγαίνω. Θα ήταν ενδιαφέρον να πήγαινα, αλλά δεν ένιωσα ποτέ ότι έχω λύσει κάτι βασικό εδώ. Μια φορά, ένα πολύ μεγάλο θέατρο μου έκανε μια πρόταση και μου έστειλε ηθοποιούς να διαλέξω. Όταν τους είδα, έκανα την πολύ ηλίθια σκέψη ότι με αυτούς θα έχω τελειώσει την παράσταση σε δεκαπέντε μέρες. Μα, είναι δυνατόν να κάνω εγώ παράσταση σε δεκαπέντε μέρες;

Η συνέντευξη δόθηκε στον Σταύρο Διοσκουρίδη για την στήλη μας ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Οι Αθηναίοι
10

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Νίκος Παναγιωτόπουλος: «Δεν ξέρω γιατί έκανα ό,τι έκανα, που θα πει ήταν το ριζικό μου»

Οι Αθηναίοι / Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος: «Δεν ξέρω γιατί έκανα ό,τι έκανα, που θα πει ήταν το ριζικό μου»

Ο δημιουργός του «Σύσσημον ή τα κεφάλαια», ενός έπους της παρακμής που αποτελεί θηριώδες κατόρθωμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, μιλά για πρώτη φορά δημοσίως για το έργο του και τον εαυτό του, ως ο Αθηναίος της εβδομάδας, λίγες μέρες πριν το βιβλίο επανακυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό».
THE LIFO TEAM
Φώτης Βαλλάτος

Οι Αθηναίοι / Φώτης Βαλλάτος: Έχω πάει σε περίπου εβδομήντα πέντε χώρες. Δεν είναι πολλές.

Τravel editor του «Blue Magazine», συνδιοργανωτής του Saristra Festival. Γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στην Πάτρα και στην Κεφαλονιά. Παρότι τα τελευταία χρόνια περνάει μόλις τριάντα μέρες τον χρόνο στην πόλη, έχει τη φήμη του αθηναιολόγου.
ΖΩΗ ΠΑΡΑΣΙΔΗ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Sin Boy

Αποκλειστικό / Sin Boy: «Μια μέρα θα σκάσει η φούσκα του τραπ και θα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ»

Λίγο πριν από τη μεγάλη του επιστροφή στην Ελλάδα με νέο single, ο Sin Boy κάνει έναν ειλικρινή απολογισμό των προηγούμενων ετών, δηλώνοντας πως είναι «ένας MC έτοιμος να τα χώσει οποιαδήποτε ώρα και στιγμή».
M. HULOT
Δημήτρης Σκύλλας

Οι Αθηναίοι / Δημήτρης Σκύλλας: «Ποιος είναι πραγματικά πιο pop, ο Μπετόβεν ή η Μαντόνα;»

Συνθέτης. Μεγάλωσε στον Βόλο, ζει στο Camden Town του Λονδίνου και στα Εξάρχεια της Αθήνας. Στο ντοκιμαντέρ «AFTERPOP» για τη ζωή και το έργο του, σε παραγωγή Onassis Culture, αναζητά τη διάσταση μετά το pop.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ
Στάθης Καλύβας

Οι Αθηναίοι / Στάθης Καλύβας: «Με έχουν κατηγορήσει ως "εθνομηδενιστή" και "πράκτορα" των ξένων»

Ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης αφηγείται τη ζωή του με αφορμή την πολυσυζητημένη σειρά ντοκιμαντέρ «Καταστροφές και Θρίαμβοι».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ

σχόλια

10 σχόλια
Και τωρα που περασε λιγος καιρός, να πουμε ποσο "ασεβή", πόσο λιγες αραδες αφιερωσαν όλα αυτα τα έντυπα που έσχιζαν τα ιμάτιά τους για τον θάνατο του Βογιατζη, και πόση λάσπη έριξαν και πόσες ανακρίβειες, και πόση υπεραπλούστευση και πόση ζήλεια, και πόσος φθόνος!Και πάντως, η γνωστή εφημερίδα, ( δημοσιογράφος της οποίας είχε αυτοαναγορευθεί σε κριτικό θεάτρου) δεν ήταν στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, όταν σκόρπιζαν την τέφρα ενός μεγάλου Έλληνα σκηνοθέτη, ο οποίος είχε όντως κάνει καριέρα και στο εξωτερικό, σαφώς μεγαλύτερη από του Λ. Βογιατζή. Δεν βάλλω κατά του Λ. Βογιατζή, αντιθετως, ήταν εργάτης της τέχνης, ταγμένος σε αυτό που έκανε. Ωστόσο υπάρχει πάντα κι η αλλη άποψη, που συχνά την αγνοούμε οδυνηρά. Και εν πάσει περιπτώσει, στην Ελλάδα δεν υπάρχει μέτρο, επιπροσθέτως, πολύ μεγάλος φθόνος για εκείνους που διαπρέπουν και στο εξωτερικό. Και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.
Η "ηλίθια σκέψη" ότι θα τέλειωνε την παράσταση σε 15 μέρες με τους ηθοποιούς που του πρότεινε το ξένο μεγάλο θέατρο, αποτελεί επίσης μια έμμεση μομφή να το πω; χοντράδα να το πω; έναντι των Ελλήνων ηθοποιών, οι οποίοι δεν φαίνεται να άγγιζαν τα πολύ υψηλά στάνταρντς του εκλιπόντος.Ενταξει, ξέρω ότι αν δημοσιευτούν τα σχόλια, πολλοί θα σπεύσουν να πουν ότι δεν ξέρω από "καλό" θέατρο, ότι είμαι κακόβουλος, κλπ κλπ. Εχω δει πολύ θέατρο στη ζωή μου, (όχι οτι αυτό δίνει άφεση, λέμε τώρα), πολλών ειδών και κάθε ύφους, και στην Ελλάδα, και στο εξωτερικό. Και πάντως, επιμένω ότι η Μπέλα Βενέτσια είναι μια απο τις χειρότερες παραστάσεις που έχω δει κι αν δεν είχα κάνει το λαθος να καθήσω στο βάθος της αίθουσας, θα είχα φύγει. Λίγες φορές έχω βαρεθεί έτσι στο θέατρο. Τέλος πάντων...Αυτά είχα να πω
Ωστόσο, θα είχα να πω κι εγω τα εξής, και ελπιζω να μην παρεξηγηθώ: η γνωστή ηθοποιός που αναφέρει ο Λ. Βογιατζής , πρέπει να είναι η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Που όντως το έκανε αυτό και όντως ήταν καταπληκτική στις πρόβες. Αυτό ήταν δική της αποφαση, απόφαση που ουσιαστικά την περιόρισε και ως ένα σημείο της κατέστρεψε τη καριέρα στη σκηνή, μην αφήνοντας το κοινό να τη δει ως πραγματική, μεγάλης κλάσης, ηθοποιό που ήταν.Επίσης, θα είχα να πω, ότι οι παραστάσεις του εκλιπόντος ήταν συχνά και αρκετές, τουλάχιστον κρίνοντας από αυτές που είχα δει, δυσάρεστες και κουραστικές. Οι αδικαιολόγητα παρατεταμένες πρόβες, στις οποίες επιδιδόταν ο Λ. Βογιατζής, δεν είναι πάντα ένα στοιχείο που λειτουργεί υπέρ της παράστασης. Μερικές φορές έχει τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα. Επίσης, ο εκλιπών αγαπούσε πολύ τον Γ. Διαλεγμένο. Εντάξει, γούστα είναι αυτά. Και θεωρώ ότι είχε τη σιγουριά, πώς ό,τι και να κάνει, όλοι μα όλοι (...) θα μιλήσουν υμνητικά, ακόμα κι όταν το αποτέλεσμα δεν τον δικαίωνε. (Βλ, την πολύ κακή παράσταση της Μπέλα Βενέτσια, με το απαράδεκτο εύρημα των παιδιών που έπασχαν από σύνδρομο Ντάουν, το χωρίς ουσία και πρωτοτυπία κείμενο. Για την παράσταση αυτή γνωστο περιοδικό είχε γραψει ότι "πρόκειται για εμβληματικό κείμενο του νεοελληνικού θεάτρου και μία από τις καλύτερες παραστάσεις της δεκαετίας). Γενικά στην Ελλάδα δεν υπάρχει μέτρο και συναίσθηση. Ο Λ. Βογιατζής μπορεί να κρίνει την Α. Βουγιουκλάκη, ωστόσο και ο ίδιος τα τελευταία χρόνια, στις δικές του θεατρικές ερμηνείες, (επαναλμβάνω κρίνω από ό,τι είχα δει), επαναλαμβανόταν, χρησιμοποιώντας μια ορισμένη μανιέρα, λες κι επαιζε πανω κάτω το ίδιο πρόσωπο.

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ