Γεννήθηκα στο πάρκο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, κοντά στη σχολή Ευελπίδων. Παιδί δεν ήμουν σπίτι μου καθόλου, όλο στο δρόμο με το ποδήλατο, με ψάχνανε! Μου άρεσαν τα ποδήλατα, οι μηχανές – ό,τι μου έδινε την αίσθηση πως μπορώ να φύγω μακριά, ό,τι με απεγκλώβιζε. Ήταν το
όνειρό μου να ’ναι το σπίτι μου κάτι που θα το μεταφέρω σα σαλιγκάρι.

Από 14-15 χρονών κούρευα, είχα ψαλίδια – τα πάντα. Η μητέρα μου μάς πήγαινε στον Άγγελο στην Ομήρου όταν ήμουν μικρός. Εκεί ήταν ένας κομμωτής, ο Ναπολέων, που η μητέρα μου τον πίστευε πάρα πολύ. Τον θυμάμαι πολύ αμυδρά – όμορφος άντρας! Μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση.

Μετά το σχολείο πήγα στη Γερμανία και ξεκίνησα να σπουδάζω σινεμά. Τη σχολή δεν την τελείωσα, μετά από ενάμιση χρόνο γύρισα στην Ελλάδα. Μετά το σχολείο έζησα στη Γερμανία. Πήγα να σπουδάσω σινεμά αλλά αυτό δεν τελείωσε ποτέ. Ημουν τρελαμένος με το Rock ’n’ Roll.

Πίσω στην Αθήνα δούλεψα με αυτόν που είχε το περιοδικό «Το Τρίτο Μάτι». Έκανα διάφορες δουλειές, με τη μηχανή πήγαινα κόπιες σε κινηματογράφους, ασχολιόμουν και με τη μουσική από δω κι από κει· όπου τύχαινε, έπαιζα με διάφορα συγκροτηματάκια στο Rodeo, στη Λήδρα – ένα φοβερό μαγαζί που ήταν σε πάροδο της Αδριανού…

Είχα ένα φοβερό σπιτάκι, έμενα στον Βύρωνα, ακριβώς απέναντι από το Θέατρο Βράχων, και είχα τα ντραμς μέσα – με ήξερε όλη η γειτονιά! Το σπίτι ήταν σαν τρένο. Έβαζα τη μηχανή στο πρώτο δωμάτιο, μετά ήταν το δεύτερο δωμάτιο, μετά το τρίτο δωμάτιο. Μετά η κουζίνα και μετά ένα ντουλάπι – η τουαλέτα!

Με τις μουσικές πηγαίναμε στο Κλειδί στη Πλάκα. Ήταν μια disco πολύ γνωστή στη Κυψέλη, η Tebessie, ήταν το Mad, ήταν το Trip. Εποχή τρέλας! Θυμάμαι ήμασταν εκεί απέξω και πίναμε ένα ποτό. Δεν είχαμε να μπούμε μέσα και έλεγα για τον Αμερικανό Φίλο, δεν θα το ξεχάσω ποτέ, και ξαφνικά βλέπω με δυο γκόμενες τον Dennis Hopper, με το λευκό καουμπόικο καπέλο της ταινίας! Ενάμιση χρόνο έκατσα στην Αθήνα, μετά τα παράτησα όλα, πούλησα τη μηχανή και έφυγα για Αγγλία. Ήταν τρομερό να πάς στο Vidal Sassoon τότε, έπρεπε να περιμένεις δύο χρόνια για να σε πάρουν. Έπαιρναν 12 άτομα το χρόνο.

Στο Λονδίνο έμενα στην αρχή σε ένα ξενοδοχείο τελείως μπουρδέλο, με έναν τύπο από τη σχολή που έφερνε κάτι γκόμενους τη νύχτα κι έκανε διάφορα. Τέλος πάντων, το δωμάτιο το ζεσταίναμε με τα πιστολάκια γιατί έκανε φοβερό κρύο και δεν είχε θέρμανση. Είχα την τύχη να γνωρίσω κάτι παιδιά στο ξενοδοχείο από το αμερικανικό κολέγιο, ερχόντουσαν και με 3-4 λίρες κάναμε ένα κούρεμα. Όταν χρειάστηκε να πιάσω δουλειά ήρθαν και με υποστήριξαν όλοι αυτοί. Και κατάλαβα και ένα φοβερό πράγμα, ότι δεν είναι τελικά το ζήτημα αν έχεις ταλέντο ή όχι.

Από το Λονδίνο άρχισα να ταξιδεύω, πήγα πρώτη φορά στην Αφρική, στη Κένυα. Ήταν σαν ένα μεγάλο χωριό. Έπαθα πλάκα! Και μετά στη Ζιμπάμπουε. Λόγω της μουσικής με αφήσανε να μπω στο γκέτο. Εκεί δεν με πήγαινε ούτε ο ταξιτζής. Μόλις έφτασα είδα ένα μέρος γεμάτο χρώμα, μυρωδιές. Έμενα σε μια γιαγιά. Ξαφνικά μπήκα σε μία κατάσταση όπου όλα ήταν αργά, περπατούσα εδώ κι εκεί, όλοι μού μιλούσαν. Νόμιζα ότι είχα γεννηθεί εκεί. Μετά γνώρισα και τον Χρήστο, το φίλο μου, και κάναμε ένα σωρό ταξίδια μαζί: Αιθιοπία, Γκάνα, Ρουάντα, Ουγκάντα, Κένυα, Τανζανία, Μοζαμβίκη…

Όταν σκέφτομαι την Αφρική μου ’ρχεται στο μυαλό ζέστη, υγρασία, και να περπατάω σε μια αγορά χαμένος στον κόσμο, να μην κάνω τίποτα. Μου αρέσει ο κόσμος, νομίζω πως εκεί πέρα θέλω να είμαι. Σου δίνουν πάρα πολύ σεβασμό και πάρα πολύ αγάπη οι άνθρωποι εκεί. Ό,τι θυμάμαι το θυμάμαι από τους ανθρώπους.

Στην Αθήνα γυρίζω οριστικά τέλη ’80. Δούλεψα στον Richard Cartier στο Ψυχικό. Τότε ήταν το πιο super κομμωτήριο της Ελλάδας, minimal. Ήταν ο πιο ακριβός, τον ήξεραν όλοι! Μετά, ξαφνικά πέθανε το παιδί του από καρκίνο κι έφυγε σε μια νύχτα, δεν τον ξαναείδε κανένας! Πήγε Αγγλία και ασχολήθηκε με αυτοκίνητα. Ένας τρελός…

Δεν επιλέγει ο πελάτης τον κομμωτή αλλά ο κομμωτής τον πελάτη. Αυτό σημαίνει να θες να κάνεις στον πελάτη το καλύτερο που μπορείς. Και ο κόσμος το εκτιμάει αυτό. Εγώ δεν θέλω ούτε τα βόρεια προάστια ούτε τους λεφτάδες ούτε τα μοντέλα. Με ενδιαφέρει ο καθημερινός άνθρωπος.

Είμαι κοινωνικός, θέλω να κάνω φίλους· τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, δεν με ενδιαφέρουν... Όλοι ήθελαν εδώ να κάνουν μαγαζί μαζί μου, έχω εκατό χιλιάδες προσφορές! Δεν με ενδιαφέρει να κάνω αλυσίδες και παπαριές…

Ούτε θέλω να κάνω τίποτε άλλο απ’ αυτό που κάνω. Εδώ έχουμε 10 ραντεβού την ημέρα, βγάζουμε το μεροκάματο και κάνουμε όλο το ελληνικό θέατρο. Σιχαίνομαι τα επώνυμα ρούχα. Μπορεί να πάρεις κάτι απ’ τη μάνα σου, από τα σκουπίδια, από τους Κινέζους ή από τη λαϊκή και να μοιάζει
πολύ ωραίο επειδή είσαι εσύ. Εγώ είχα ένα σακάκι Yamamoto –μου το είχε χαρίσει ο ίδιος ο Yamamoto– και το άφησα και το φάγανε οι σκόροι… Ένα
πράγμα με κάτι χαλκάδες σαν κινέζικο, δεν το φόρεσα ποτέ, ήταν too much! Η μόδα είναι στο δρόμο. Πρέπει να ’χεις τα μάτια ανοιχτά, να την πάρεις και να την κάνεις πράξη. Να την προσφέρεις και σε άλλους, που ίσως δεν έχουν θάρρος...

Εγώ μένω στην οδό Μάρνη, εκεί στη Πλατεία Βάθη. Όλοι με δουλεύουνε – για τις πουτάνες, τα πρεζάκια… Έχω πάρει ένα παλιό ρετιρέ και μένω. Είμαι τέλεια, σηκώνομαι το πρωί και είμαι κοντά στη δουλειά μου. Μ’ αρέσει πολύ η πόλη. Πηγαίνω στα αφρικάνικα τα μέρη –είναι ένα μπαράκι που το λένε Η Αφρικάνα–, στο Lift, στο Cozy, σε μέρη που πηγαίνουν Πολωνοί. Στη γειτονιά μου σε κάτι βουλγάρικα που έχουν ανοίξει τώρα. Για καφέ πάω σε ένα αιγυπτιακό καφενείο που έχει ναργιλέ – μ’αρέσει πολύ!

Νομίζω πως θα την κάνω κάποια στιγμή για Αφρική, οι φίλοι μου είναι από τη Ζάμπια· ίσως, αν κάτσει… Το σκέφτομαι πολύ. Κάπου να μπορείς να αράξεις, με μουσικές, κάπου όχι και τόσο επικίνδυνα... Έχω κάνει ένα σχολείο κομμωτικής στην Κένυα με σπόνσορα το Vidal Sassoon, προσπαθώ να τους μάθω να κουρεύουνε με τον ευρωπαϊκό τρόπο τα αφρικάνικα μαλλιά.

Πίστευα μικρός πως ένα κούρεμα μπορεί να γίνει με γλυπτικό τρόπο· δεν είναι καθόλου έτσι. Πρέπει πρώτα να έχεις μια πολύ καλή βασική τεχνική, και το τελευταίο μέρος να είναι γλυπτικό. Ρώταγαν το δάσκαλό μου με τι κάνει το τελείωμα. Και αυτός έλεγε «μ’αυτό!», και έδειχνε την καρδιά του!