Οι έρωτες στη ζωή μου ξεκίνησαν από νωρίς. Πολύ νωρίς. Στον μεγάλο σεισμό του '81 είχαν έρθει όλοι οι φίλοι των γονιών μου σπίτι, γιατί μέναμε σε ισόγειο, και τα ισόγεια δεν πέφτουν ‒ εδώ που τα λέμε δεν έχουν και πού να πέσουν.

 

Τις ημέρες εκείνες τις ζήσαμε κοινοβιακά κι εγώ τις πέρασα κάνοντας συνεχόμενες κωλοτούμπες, λέγοντας ταυτόχρονα «Γιάννα, κοίτα, Γιάννα, κοίτα» στην κολλητή της μαμάς μου και μεγάλο δικό μου έρωτα από τα 3, που είναι η ηλικία στην οποία έζησα αυτό το τραγικό συμβάν εν μέσω κωλοτουμπών, μέχρι τα 5, που πήγα στο νηπιαγωγείο. Με τη Γιάννα δεν προχώρησε η σχέση μας, ίσως ήταν η διαφορά ηλικίας, ίσως το σχετικά ανώριμο του χαρακτήρα μου, ίσως βασικά ότι τελικά δεν με ήθελε όσο εγώ, γεγονός που ο περισσότερος κόσμος παραβλέπει όταν αναλύει μια ερωτική αποτυχία.

 

Και κάτι τελευταίο, και συγγνώμη αν κάνω κατάχρηση του χώρου: Εύα, αν διαβάζεις αυτό το άρθρο, ήθελα να σου ζητήσω «συγγνώμη» που είπα αυτό για τη χυλόπιτα, ήμουν εξοργισμένος και βαθιά πληγωμένος, αλλά ήταν πολύ σκληρά αυτά τα λόγια, το παραδέχομαι.

 

Στο νηπιαγωγείο ξαναερωτεύτηκα. Τη Βαρβάρα. Υπάρχει ένα τραγούδι του Λάκη Τζορντανέλλι που λέει «την πρώτη μου την γκόμενα τη λέγανε Βαρβάρα, νταμ νταμ ντάρα νταρά ουμ ντάρα», το οποίο έκτοτε, όποτε το ακούω, θυμάμαι εκείνη τη δύσκολη περίοδο της ζωής μου. Η Βαρβάρα με πλήγωσε βαθιά. Μια μέρα γύρισα σπίτι και με ρώτησαν οι γονείς μου αν αγαπάω κάποιο κορίτσι στο σχολείο, τους είπα «ναι, τη Βαρβάρα», με ρωτήσανε αν με αγαπάει κι εκείνη και τους είπα «δεν με ξέρει». Εδώ μπαίνουν τα βιολιά και παράλληλα μπορούμε να κάνουμε ένα διάλειμμα για να σκουπίσετε τα δάκρυά σας και να συνεχίσουμε.

 

 

Λάκης Τζορντανέλλι - Βαρβάρα

 

Σε αντίστοιχη ή μάλλον μικρότερη ηλικία (4), ο μικρός μου γιος, ο Διονύσης, έζησε μια αντίστοιχη τραγωδία, η οποία του στοίχισε τόσο που αρνείται από τότε να ξαναερωτευτεί. Αγάπησε τη Μάγια και η Μάγια ήταν η μόνη του φίλη στον παιδικό σταθμό. Αυτός ο έρωτας, σε αντίθεση με εκείνο τον εντελώς τραγικό του πατέρα του, βρήκε ανταπόκριση και το ζευγάρι ζούσε στιγμές μεγάλης ευτυχίας.

 

Όμως η μοίρα δεν τους ήθελε μαζί, η χώρα περνούσε τότε (εντάξει, ακόμα περνάει) μια πολύ σκληρή κρίση και οι γονείς της Μάγιας έφυγαν για άλλη γη κι άλλα μέρη, παίρνοντας μαζί τους τον έρωτα του Διονύση και ταυτόχρονα σπάζοντάς του την καρδιά με τρόπο βάναυσο και απάνθρωπο.

 

Ο Διονύσης πέρασε την υπόλοιπη χρονιά χωρίς να κάνει άλλο φίλο, τιμώντας με αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο την απουσία της αγαπημένης του και δείχνοντας ότι, παρά το μικρό της ηλικίας του, ο θρήνος ως διαδικασία δεν τον τρομάζει, πράγμα θετικό, αφού, μετά τον θρήνο, έρχεται κάποια στιγμή η αποδοχή της πραγματικότητας και κάπως έτσι προχωράμε στη ζωή μας.

 

Μετά από αυτό το σύντομο flash forward, επιστρέφουμε στη δεκαετία του '80 και συγκεκριμένο στο μακρινό, οργουελικό και συναρπαστικό, που θα έλεγε και ο sportscaster Δημήτρης Χατζηγεωργίου, 1984.

 

A' Δημοτικού. Σιγά-σιγά, μεγαλώνουμε. Είμαστε όλοι σαν κοντοί χίπστερ, αν κρίνει κανείς από τα ντυσίματά μας. Την πρώτη μέρα βλέπω ανάμεσα στους νέους μου συμμαθητές την Εύα. Την ερωτεύομαι ακαριαία. Από εκείνη τη στιγμή μέχρι και κάποια στιγμή στην E' Δημοτικού, oπότε, λόγω κάποιων ακραίων γεγονότων που θα διηγηθώ στη συνέχεια αυτού του πολύ πληγωτικού άρθρου, επήλθε ένας χωρισμός τόσο τραγικός που όμοιό του λίγα παιδιά έχουν βιώσει σε τόσο τρυφερή ηλικία.

 

Η Εύα, κατά κάποιον τρόπο, ήταν η αρχηγός των κοριτσιών κι εγώ των αγοριών ‒ βέβαια, αυτή είναι η δική μου οπτική, αν ρωτήσετε τους συμμαθητές μου μπορεί να σας πούνε άλλα πράγματα. Πάντως, παρότι έπεφταν κάποια βλέμματα στις πέντε πρώτες τάξεις του δημοτικού, ο έρωτας αυτός δεν εκδηλωνόταν. Αυτή η καθυστέρηση, όμως, μάλλον τον φούντωνε μες στις καρδιές μας.

 

Μια μέρα, μια φίλη της Εύας ήρθε και μου είπε ότι η Εύα ήθελε να τα φτιάξουμε. Ήμουν δέκα χρονών, πήγαινα Ε' Δημοτικού και τα πόδια μου κόπηκαν εντελώς στο άκουσμα αυτού του αιτήματος. Μάζεψα ό,τι δυνάμεις είχα και πήγα να παίξω μπάλα με τα υπόλοιπα αγόρια, στην οποία προφανώς και είχα τρομερά μειωμένη απόδοση λόγω αυτής της τεράστιας συναισθηματικής αναταραχής, γιατί, πάνω απ' όλα, είμαστε άνθρωποι και όχι ποδοσφαιριστές.

 

Και ενώ το όνειρο πλησίαζε στο να γίνει πραγματικότητα, η ταραχή με είχε διαλύσει ολοσχερώς. Γύρισα σπίτι και ζήτησα έντρομος σχεδόν συμβουλές από τη μεγαλύτερη αδερφή μου, έμπειρη στα ερωτικά ζητήματα, τουλάχιστον πιο έμπειρη από εμένα των μηδέν μέχρι τότε σχέσεων. Η αδερφή μου μού είπε, μεταξύ άλλων, να ρωτήσω την Εύα τι ακριβώς θα κάνουμε αν τα φτιάξουμε, αν θα χορεύουμε στα πάρτι και αν θα περπατάμε χέρι-χέρι.

 

Την άλλη μέρα μάζεψα όλη την ταραχή μου, την έκρυψα σε μια γωνία και είπα ‒σε μια σκηνή που είχα προβάρει μόνος μου τουλάχιστον εκατό φορές‒ αυτά ακριβώς που μου είχε πει η αδερφή μου να πω. Η Εύα απάντησε «ε, όχι και να περπατάμε χέρι-χέρι», αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον έρωτά μας να ξεκινήσει και να πάρει μια ανεξέλεγκτη τροχιά, η οποία διακόπηκε απότομα λίγες ημέρες μετά, λόγω των παρακάτω φρικτών γεγονότων.

 

Σε μια εκδρομή σε ένα παρκάκι κοντά στο σχολείο, τα κορίτσια, μαζεμένα κάπου μακριά από εμάς, έλεγαν κοροϊδευτικά, με αρχηγό την Εύα, ότι έχω ψείρες, ο Μάριος, πιστός φίλος που άκουσε αυτές τις συκοφαντίες, ήρθε φωνάζοντας για να με ενημερώσει και κατεβήκαμε τα αγόρια για να λύσουμε το θέμα και να δείξουμε ότι η ανοχή μας έχει και τα όριά της.

 

Η οργή όμως ξεχείλιζε κι έτσι, όταν βρεθήκαμε φάτσα με φάτσα, είπα στην Εύα ότι τελειώσαμε και ότι όταν πάει σπίτι της να μη φάει γιατί την είχε φάει ήδη τη χυλόπιτά της. Βαριά λόγια, δεν λέω, αλλά βαριές και οι συκοφαντίες που είχαν προηγηθεί. Μετά την Εύα, τα έφτιαξα με μια κοπέλα που τη λένε Εύα. Αυτό ίσως δείχνει ότι παρά τα σκληρά μου λόγια, το όνομα Εύα με είχε στιγματίσει.

 

Μια μέρα, στο τέλος της περσινής σχολικής χρονιάς, ο μεγάλος μου γιος μού είπε για πρώτη φορά ότι δύο κορίτσια τον αγαπάνε. Τον ρώτησα αν κι αυτός αγαπάει κάποια από αυτές και μου είπε για τη μία ότι τη συμπαθεί πολύ. Πριν από λίγες μέρες τον ρώτησα κάτι σχετικό, μια και ξεκίνησε η νέα χρονιά. Μου απάντησε με πολύ λίγα λόγια, λέγοντας ότι δεν συμβαίνει τίποτα και το κλείσαμε, λέγοντας ότι όποτε και αν θέλει να μου μιλήσει για κάτι πάνω στο θέμα να νιώσει άνετα να το κάνει. Μου είπε «ναι» και μετά σχολιάσαμε κάτι για μια ντρίμπλα του αδερφού του που εκείνη την ώρα, λίγο πιο δίπλα, έκανε προπόνηση ποδοσφαίρου.

 

Οι παιδικοί έρωτες έχουν κάτι που δεν εξηγείται εύκολα με τα δεδομένα ενός ενηλίκου. Ενώ, στην ουσία, τις περισσότερες φορές δεν έχουν τίποτα το σαρκικό, ούτε καν ένα φιλί, είναι πολύ έντονοι. Θυμάμαι ότι για την Εύα μερικές φορές γυρνούσα σπίτι και ήμουνα ράκος. Θυμάμαι και τον Διονύση, όταν έφυγε η Μάγια, που πληγώθηκε και για καιρό είχε στενοχώρια και ρωτούσε συνέχεια αν κάποια στιγμή θα επιστρέψει.

 

Οι παιδικοί έρωτες είναι πραγματικοί έρωτες. Έχουν παρόμοια ένταση με τους έρωτες των ενηλίκων. Τουλάχιστον εγώ έτσι τους θυμάμαι. Και κάτι τελευταίο, και συγγνώμη αν κάνω κατάχρηση του χώρου: Εύα, αν διαβάζεις αυτό το άρθρο, ήθελα να σου ζητήσω «συγγνώμη» που είπα αυτό για τη χυλόπιτα, ήμουν εξοργισμένος και βαθιά πληγωμένος, αλλά ήταν πολύ σκληρά αυτά τα λόγια, το παραδέχομαι.