Όταν ζεις μια κατάσταση, είναι πολύ δύσκολο να τη συνειδητοποιείς ταυτόχρονα. Να καταλαβαίνεις δηλαδή τι συμβαίνει την ώρα που συμβαίνει. Γι' αυτόν το λόγο, όταν κάποιος ζει, ας πούμε, ένα ερωτικό δράμα, δεν έχει ιδέα τι γίνεται, ζητάει συμβουλές από φίλους και γνωστούς, πίνει ουίσκια και τον πιάνουν τα κλάματα που 'ναι μόνος χαράματα. Ζητάει συμβουλές γιατί δεν μπορεί να απομακρυνθεί από τον εαυτό του και το συναίσθημά του και να δει ψύχραιμα την κατάσταση.

 

Το ίδιο συμβαίνει με την επικαιρότητα. Ειδικά στην Ελλάδα των τελευταίων ετών πολλές φορές αδυνατούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει και πώς πρέπει να αντιδράσουμε. Δεν είναι τυχαίο που η Ιστορία καταγράφεται μετά από πολλά χρόνια, ώστε να αντιμετωπίζονται τα γεγονότα με ψυχραιμία και να επηρεάζονται όσο λιγότερο γίνεται από το συναίσθημα του ιστορικού.


Ζούμε σε μια χώρα που περνάει μια παρατεταμένη οικονομική ύφεση, η οποία έχει προκαλέσει αναπόφευκτα και σοβαρούς κοινωνικούς κλυδωνισμούς. Ζούμε μια εποχή που σε όλο τον δυτικό κόσμο η ακροδεξιά ανεβάζει τα ποσοστά της, σε βαθμό που δεν μπορεί πλέον να θεωρείται μια πρόσκαιρη κοινωνική αντιδραστικότητα. Ζούμε μια εποχή που σε παγκόσμιο επίπεδο είναι η πιο εμπόλεμη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, με συνεπακόλουθο μια τεράστια προσφυγική κρίση. Ζούμε, τέλος, μια εποχή που η τεχνολογία μάς δίνει εργαλεία που δεν είχαμε ποτέ μέχρι τώρα στα χέρια μας, εργαλεία που όμως χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν, με αποτέλεσμα πολλές φορές να αναδεικνύουν ακόμα περισσότερο τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα.

 

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από τα βασικά και πιο βασικό από το ότι δεν γίνεται οι πολίτες να αναλαμβάνουν τον ρόλο του δικαστή και του τιμωρού δεν υπάρχει. Και αν κάτι πρέπει να κάνουμε όσοι, έστω, θεωρούμε απαράδεκτο αυτού του τύπου τον τραμπουκισμό είναι να τον καταδικάζουμε, ακόμα και αν το θύμα είναι κάποιος με τον οποίο διαφωνούμε στον μέγιστο βαθμό.

 
Πάμε πίσω τώρα στα δικά μας. Τα της κρίσης τα ξέρουμε όλοι. Τα ξέρουμε, τα βιώνουμε και τα παλεύουμε. Η ελληνική κοινωνία προ δέκα ετών δέχτηκε ένα χτύπημα από αυτά που δεν είναι εύκολο να αντιμετωπιστούν από καμία κοινωνία, πόσο μάλλον από μια κοινωνία που επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό και από το συναίσθημα.

 

Οι αντιδράσεις ήταν πολλές. Πλατείες, «δεν πληρώνω», πορείες, βία και μια γενικευμένη απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Δεν έχει νόημα να μιλήσουμε για το σωστό ή το άδικο, ούτως ή άλλως, μετά από τόσα χρόνια, ο καθένας μας έχει παγιωμένες απόψεις για τα θέματα αυτά και για το δίκαιο ή όχι των αντιδράσεων. Παράλληλα με τις αντιδράσεις προέκυψαν και οι δράσεις, η αλληλεγγύη, οι συλλογικότητες, τα κοινωνικά ιατρεία, φαρμακεία, παντοπωλεία. Η φροντίδα των αδυνάτων από ανθρώπους που δεν ήταν ισχυροί, αλλά επέδειξαν και επιδεικνύουν ακόμα σπουδαία ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Οι δράσεις αυτές συνετέλεσαν στο να απαξιωθεί ακόμα περισσότερο το πολιτικό σύστημα, αφού οι αλληλέγγυοι ανέλαβαν να σηκώσουν στους ώμους τους βάρη που υπό κανονικές συνθήκες αφορούν την κρατική μέριμνα και πρόνοια. Το κράτος διαλύθηκε και η διάλυσή του έφερε απαξίωση.

 

Η ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια θυμίζει παιδί που μεγαλώνει. Και η εφηβεία που πέρασε ήταν μια άγρια εφηβεία γιατί την έζησε σε ένα πολύ σκληρό περιβάλλον. Κάποια στιγμή όμως η εφηβεία τελειώνει – αν συνεχίζεται υπάρχει πρόβλημα. Το Σάββατο που μας πέρασε, στη Θεσσαλονίκη, στην εκδήλωση για την Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης προπηλακίστηκε από έναν μαινόμενο όχλο.

 

Στην εποχή που βρισκόμαστε, όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα, υπάρχει και δεύτερο ημίχρονο και αυτό παίζεται στα social media. Εκεί για μια ακόμα φορά είδαμε τρεις διαφορετικές αντιδράσεις. Την πλήρη καταδίκη του συμβάντος, την επικρότησή του αλλά και μια ενδιάμεση αντιμετώπιση του τύπου «καταδικάζω την επίθεση, αλλά κι αυτός τα ήθελε»...


Δεν γίνεται όμως άλλο. Δεν γίνεται να τρώει ξύλο ένας δήμαρχος που παρίσταται σε μια εκδήλωση. Δεν γίνεται να μην τιμωρείται και μάλιστα άμεσα και αυστηρά ο τραμπουκισμός. Δεν γίνεται, γιατί μετά μια ολόκληρη κοινωνία αυτό που βλέπει το απενοχοποιεί. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Δεν γίνεται να εκπαιδεύεται ο κόσμος στο να αποδέχεται τα βιαιότερα ένστικτά του. Δεν γίνεται να είμαστε οk με τις εικόνες που είδαμε το Σάββατο. Αν έχουμε φτάσει στο σημείο να μη μας ενοχλούν, τότε έχουμε σοβαρό πρόβλημα και αν κάτι πρέπει να κάνουμε είναι να ξανα-οριοθετήσουμε την κανονικότητα.

 

Γιατί αυτό που συνέβη το Σάββατο, αυτό που είχε συμβεί στον Κωστή Χατζηδάκη, στη Μαρφίν, στη Λιάνα Κανέλλη και στη Ρένα Δούρου στην εκπομπή του Παπαδάκη, αυτά που κάνει ο Ρουβίκωνας, αυτά που κάνουν οι χρυσαυγίτες εδώ και τόσα χρόνια δεν έχουν καμία σχέση με κανονικότητα, αλλά θέτουν τα όρια αυτής. Τα χαμηλώνουν, τα παραμορφώνουν και στο τέλος δημιουργείται μια κοινωνία που έχει χάσει την μπάλα και θεωρεί ότι δεν έγινε και κάτι τρομερό αν σπάνε στο ξύλο δέκα άτομα έναν 76χρονο, με τον οποίο μπορεί να έχουν πολιτικές διαφωνίες.


Οι υπαίτιοι του σαββατιάτικου συμβάντος έχουν ήδη συλληφθεί και ας ελπίσουμε επίσης ότι θα δικαστούν άμεσα και με την αυστηρότητα που πρέπει. Ας είναι αυτό η αρχή της επιστροφής στην κανονικότητα, τουλάχιστον όσον αφορά τη μη αποδοχή του τραμπουκισμού. Γιατί σε όλα τα άλλα τα επίπεδα, ως κοινωνία, έχουμε πολλή δουλειά ακόμα. Και ως πολιτικό σύστημα ακόμα περισσότερη.

 

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από τα βασικά και πιο βασικό από το ότι δεν γίνεται οι πολίτες να αναλαμβάνουν τον ρόλο του δικαστή και του τιμωρού δεν υπάρχει. Και αν κάτι πρέπει να κάνουμε όσοι, έστω, θεωρούμε απαράδεκτο αυτού του τύπου τον τραμπουκισμό είναι να τον καταδικάζουμε, ακόμα και αν το θύμα είναι κάποιος με τον οποίο διαφωνούμε στον μέγιστο βαθμό. Ελπίζοντας ότι σταδιακά θα επανέλθουμε σε μια δύσκολη, αλλά αναγκαία κανονικότητα πάνω στην οποία θα μπορέσουμε να χτίσουμε μια καλύτερη βερσιόν της σημερινής Ελλάδας.