Γραμμένα με ένα στυλ ηθελημένα φτωχό, προσιτό, αλλά συνάμα ωθημένο στο μεταίχμιο του παραλόγου, τα πεζογραφήματα του Μπέκετ παίζουν ανάμεσα στο οικείο και στο ανοίκειο, στο πραγματικό και στο εξωπραγματικό...
Γραμμένα με ένα στυλ ηθελημένα φτωχό, προσιτό, αλλά συνάμα ωθημένο στο μεταίχμιο του παραλόγου, τα πεζογραφήματα του Μπέκετ παίζουν ανάμεσα στο οικείο και στο ανοίκειο, στο πραγματικό και στο εξωπραγματικό...

 

1.

Απόσταγμα. Γραμμένα με ένα στυλ ηθελημένα φτωχό, προσιτό, αλλά συνάμα ωθημένο στο μεταίχμιο του παραλόγου, τα πεζογραφήματα του Μπέκετ παίζουν ανάμεσα στο οικείο και στο ανοίκειο, στο πραγματικό και στο εξωπραγματικό. Οι φράσεις είναι λιτές, αλλά ποιητικές. Οι λέξεις είναι πάντα συνηθισμένες, αλλά συνδυάζονται έτσι ώστε να μας συστήσουν με το ασυνήθιστο, το διαφεύγον, αυτό που μπορεί να υπάρχει πλάι μας και να μην το αντιλαμβανόμαστε. Έτσι, συγγενεύουν πολύ με τα ακαριαία χαϊκού της κλασικής ιαπωνικής ποίησης, ενώ συγκρατούν δεσμούς, κρυφούς ενίοτε, με τη μεγάλη ευρωπαϊκή αφηγηματική παράδοση. Ο Μπέκετ είναι από τους συγγραφείς που μπόρεσαν, με τον τρόπο αυτό, να μεταφέρουν στην πεζογραφία τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου, με τα οποία είχε ήδη απασχοληθεί η φιλοσοφία. Το στυλ του θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί απόσταγμα μεγάλης σκέψης. Στην Τελευταία Τριλογία (εκδ. Γαβριηλίδης), τα πεζογραφήματα του Μπέκετ, τα ιδιοφυώς οργανωμένα ψελλίσματά του, ευτυχούν καθώς μεταφράζονται αριστοτεχνικά από τον Θωμά Συμεωνίδη. Εξίσου ευτυχούν και οι Τρεις Διάλογοι που εκδόθηκαν ταυτοχρόνως με την Τριλογία. 

 

2.



Γενναιοδωρία. «Ήξερα εξ όψεως τον Μπέκετ», αφηγείται ένας κριτικός, ο Κλοντ Ζαμέ. «Στις δύο το πρωί –τα μπαρ έκλειναν αργά, ιδίως στο Μονπαρνάς–, σε ένα μπαρ που δεν υπάρχει πια, ο Μπέκετ έπινε ένα ποτό στον πάγκο. Υπήρχαν μερικοί χαμένοι διανοούμενοι, όπως ο Μπέκετ κι εγώ, και μερικοί αλήτες. Ένας απ' τους αλήτες στάθηκε πλάι στον Μπέκετ και του είπε: "Μα την αλήθεια, πολύ ωραίο σακάκι φοράς, πάρα πολύ ωραίο σακάκι". Και είδα τον Μπέκετ να βγάζει το σακάκι του και να το χαρίζει στον αλήτη. Χωρίς καν να αδειάσει τις τσέπες του». Η πλοκή στα έργα του Μπέκετ είναι υποτυπώδης, σχεδόν ανύπαρκτη, και απλώς είναι η αφορμή για να μπορέσει ο συγγραφέας να εκφράσει τους στοχασμούς του σχετικά με το νόημα της ύπαρξης σε μια εποχή φθοράς κάθε νοήματος. Μολονότι έχουν συχνά αυτοβιογραφικά στοιχεία, τα κείμενά του γίνονται πανανθρώπινα καθώς μας οδηγούν να στοχαστούμε, με τη σειρά μας, σχετικά με την αγάπη, τη φιλία, τον έρωτα, τη συμπόνια, την απελπισία και την υπέρβαση της απελπισίας. Έτσι, ο μεγάλος δημιουργός προσφέρει την παρηγοριά ότι μέσω της τέχνης, μέσω της εξωτερίκευσης αυτού που σκιρτάει ή κοχλάζει μέσα μας, γινόμαστε ολοένα και πιο ανθρώπινοι. 



 

3.

Βίος. Θεωρήθηκε από τους πλέον σκοτεινούς συγγραφείς του περασμένου αιώνα, κι όμως ήταν από τους πλέον διαυγείς. Είχε τη φήμη απόμακρου, κι όμως ήταν κοινωνικότατος. Οι φήμες έλεγαν ότι είχε σχέσεις μονάχα με μία γυναίκα σε όλη του τη ζωή, κι όμως πλάγιασε με πολλές, ενώ κάποτε διατηρούσε τρεις ερωμένες ταυτοχρόνως. Ήταν Ιρλανδός, αλλά έγραψε, κυρίως, στα γαλλικά. Ήταν αρχικά μανιακός της εγκράτειας, κι όμως πριν κλείσει τα τριάντα του λάτρεψε το ποτό και τον καπνό, και η λατρεία αυτή διήρκεσε σ' όλη την υπόλοιπη ζωή του. Πήρε το Νόμπελ, κι όμως, όταν το έμαθε, ψέλλισε, «Τι καταστροφή!» Έλεγαν ότι δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική, κι όμως, με απίστευτο θάρρος, έλαβε μέρος στην Αντίσταση των μακί κατά των ναζί, κι έγραψε ένα από τα πιο συγκλονιστικά πολιτικά θεατρικά έργα όλων των εποχών. Δεν έμπλεξε ποτέ σε καβγάδες, κι όμως τον μαχαίρωσε, παρ' ολίγον θανάσιμα, ένας αλλόκοτος τύπος που λεγόταν μάλιστα... Συνετός! Ο Σάμιουελ Μπέκετ γεννήθηκε πριν από έναν αιώνα και δέκα χρόνια στο Φόξροκ, κοντά στο Δουβλίνο, στις 13 Απριλίου του 1906. Σπούδασε γαλλικά και ιταλικά στο Κολέγιο Trinity του Δουβλίνου. Έπαιζε γκολφ και κρίκετ, κολυμπούσε, διάβαζε Δάντη. Το 1928 μετέβη στο Παρίσι όπου γνωρίστηκε με τον Τζέιμς Τζόις. Από το 1937 ζει οριστικά στο Παρίσι. Γνωρίζεται με τη Σουζάν Ντεσεβό-Ντιμενίλ, την οποία παντρεύεται το 1961. Το 1969 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ, τα χρήματα του οποίου –πάντα ανιδιοτελής και γενναιόδωρος– εξανέμισε, προσφέροντάς τα σε νέους καλλιτέχνες, ζωγράφους και ηθοποιούς. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 22 Δεκεμβρίου του 1989. Υπήρξε ανατόμος της απόγνωσης, ιχνηλάτης του κενού και του παράλογου, «ντετέκτιβ του οντολογικού αινίγματος» (όπως έλεγε ένας μεγάλος Έλληνας ποιητής), αλλά εξίσου αληθεύει ότι πότιζε πάντα τη φιλοσοφία του και τα γραπτά του με ισχυρότατες δόσεις από κωμικά γιατροσόφια, από σπαρταριστές φάρσες, από ένα απτόητο χιούμορ, ικανό να σε στείλει να κυλιστείς στο πάτωμα από τα γέλια. Δεκαετίες ολόκληρες μετά την πρώτη παρουσίαση του περίφημου Περιμένοντας τον Γκοντό, του έργου που τον έκανε παγκοσμίως διάσημο, ο Μπέκετ έλαβε ένα τηλεγράφημα που έλεγε «Ω, συγγνώμη που σας έκανα να περιμένετε τόσα χρόνια». Το υπέγραφε κάποιος κύριος, ο οποίος λεγόταν όντως... Γκοντό. Στο μνήμα του βρέθηκε κάποτε ένα κίτρινο εισιτήριο του μετρό που έγραφε «Ο Γκοντό θα έρθει», ενώ στη δέκατη επέτειο του θανάτου του, η φίλη του, ζωγράφος και συγγραφέας Άννα Ατίκ, βρήκε στο μνήμα του λουλούδια και μία... μπανάνα. Δεν είναι παράλογο αυτό το τελευταίο, απλώς πρόκειται για μια συγκινητική όσο και χιουμοριστική αναφορά στους ήρωες του Μπέκετ που ξεφλουδίζουν ενίοτε και μανιωδώς μπανάνες. 

 

http://radiobookspotting.blogspot.gr/

 

Το άρθρο είναι από την έντυπη έκδοση της LIFO.