1.

Στο φι φωτιά φεγγοβολάει. Παρηχήσεις, πειραματισμοί, περιπλοκές που τείνουν σε μιαν απλότητα αιχμηρή, σε μια αναπάντεχη λείανση, σε μιαν απεύθυνση άμεση, αλλά και απόπειρες απανωτές, και επιτυχείς, για συνθετικά ποιήματα που μετεωρίζονται ανάμεσα στον φιλοσοφικό στοχασμό και τη βυθομέτρηση του ψυχικού κόσμου. Ιδού τα συστατικά της ποίησης που διακονεί δυνατά η Γεωργία Τρούλη (Κρήτη, 1979), έχοντας φτάσει ήδη στο πέμπτο της βιβλίο. Δεν λείπει η θεατρική ματιά, η σκηνοθεσία του κόσμου ώστε να γίνει, αν όχι πιο κατανοητός, τουλάχιστον περισσότερο αναγνώσιμος, εξερευνήσιμος. Παιχνίδια με τη στίξη και ξαφνικές στροφές στο άγνωστο εναλλάσσονται με αποφθεγματικές φράσεις που σκοπούν στη διαύγεια, στην κρυστάλλωση των σκέψεων. Ήδη ο τίτλος Ποίηση σε ένα οβάλ περιβάλλον (εκδ. Σαιξπηρικόν) φέρνει στον νου τον John Ashbery και το καθοριστικό του έργο Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο (μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, εκδ. Νεφέλη). Γράφει η Τρούλη: «Άρα στο φι φωτιά φεγγοβολάει / Φοβισμένα φαντασμένα / Φαντασμαγορικά φαντασματοσκοπικά / Φτιασιδωμένα ποιήματα / Έλλειψης φαντασίας και φλόγας // Μετά ο άνθρωπος στίξη / Μια ψυχή όλο στίξη / Εξαντλήσαμε τα γράμματα και τις λέξεις».


2.

Χωρίς σκιές τα γράμματα. Στοχαστική και του Γιάννη Δ. Στεφανάκι (Κρήτη, 1951), αποφθεγματική, μεστή, με ερείσματα στο παρόν, με μια στιβαρότητα προθέσεων και σκοπών που της δίνει δύναμη. Μια ποίηση που συνομιλεί με τη ζωγραφική, μια ποίηση που οι λέξεις της μπλέκουν σε γόνιμο αλισβερίσι με τα χρώματα, με τις εικόνες. Απαλλαγμένος από διάθεση για στολίσματα και όσο γίνεται σίγουρος για τη θέση του στο καφενείο της ποιήσεως, με τον καφέ και τα τσιγάρα οπλισμένος, και με το βλέμμα αεικίνητο για να συλλάβει τα γύρω δρώμενα, ο Στεφανάκις ξέρει να τραγουδάει για τους φίλους του και για τους άλλους ποιητές, να τους αφιερώνει τους καρπούς της εργασίας του με το χαρτί και το μολύβι. Μετράμε/καταγράφουμε αφιερώσεις: 1. Στους φίλους ποιητές, 2. Στους φίλους ζωγράφους, 3. Στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, 4. Σε έφηβη διαδηλώτρια, 5. Στη μνήμη του πατέρα, 6. Στη Μαρία Νεφέλη, 7. Στη Μαργαρίτα, 8. Στον Σάμη Γαβριηλίδη, 9. Στον Δημήτρη, 10. Στους άστεγους. Συν ένα ποίημα στο οποίο ο τίτλος είναι ήδη αφιέρωση: «ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ Επιμελώς και με φειδώ έψαχνε για βιβλία/ και γι' αντικείμενα φτηνά / στη σκόνη αφημένα / που όλα μαζί μες στο σωρό / ήσαν αγκαλιασμένα // Χάιδευε τις σελίδες τους / μυρίζοντας το χρόνο / δεν έβρισκε όμως / έψαχνε / δικό του ένα βιβλίο / το πιο δικό του ποίημα / αυτό / που ίσως ποτέ δεν έγραψε / αυτό / που κάθε μέρα γράφει / στους δρόμους της Αθήνα / περπατώντας / σαν θεός / μικρός / και σαν προφήτης // Κατά βάθος όμως / πίστευε / ότι η ποίηση / δεν γράφεται / είναι / σαν το νερό /—μας έλεγε—/ που ορμητικό προβάλλει από τα βράχια / μες στη ροή του ποταμού / για να χαθεί». Η συλλογή του Στεφανάκι, η δεύτερή του, έχει τον τίτλο Πρόσφυγας Θεός (εκδ. Γαβριηλίδης).


3.

Ημερολόγιο Περιπλάνησης. Μια άοκνη εξερεύνηση στα ποιητικά τοπία είναι ο τρόπος της Κατερίνας Ηλιοπούλου (Αθήνα, 1967). Μια ιχνηλασία. Τόσο μεταφράζοντας όσο και μελετώντας το έργο ποιητριών όπως η Μίνα Λόι και η Σίλβια Πλαθ, όσο και κυνηγώντας το νόημα, όπως αυτό άλλοτε εκδηλώνεται και άλλοτε κρύβεται στον κόσμο των φιλοσόφων και των στοχαστών, η Ηλιοπούλου γεμίζει τον γυλιό της ευρήματα που μετά, στο εργαστήρι της, τα αναδιευθετεί, τα ανασυνθέτει, τα εμπλουτίζει. Με έφεση στη σύνθεση, όπως και η Τρούλη, η Ηλιοπούλου απλώνεται και στη μεγάλη φόρμα, τανύει το ποίημα, το μετασχηματίζει σε πεζογράφημα. Μπορείς να πεις ότι το τέταρτο ποιητικό της βιβλίο, με τίτλο Μια φορά κάθε τοπίο και ολότελα (εκδ. Μελάνι), είναι ένα εσκεμμένα θρυμματισμένο μυθιστόρημα που προσφέρεται σε ένα καλειδοσκόπιο. Αν καλοκοιτάξεις, θα δεις την πρωτοπόρο Μαντώ Αραβαντινού να ανταλλάσσει χειραψίες με τη ρηξικέλευθη Ελένη Βακαλό. Διαβάζω δυνατά το ποίημα «Forever and ever»: «Ο κήπος ήταν πολύ δύσκολος / Άλλαζε ασταμάτητα / Με μοχθηρία κρυβόταν στις σκιές του / Αλυχτούσε με μια ανατριχιαστική λεπτή φωνή / τα βράδια με φεγγάρι / Μας μόλυνε / με τα ρεύματα των αρωμάτων του / ταλαιπωρούσε την ακοή μας με τις εκρήξεις των ανθών του / Μας τύφλωνε με χρώματα / Μας τύλιγε σε πλήθος πέπλων./ Όμως εμείς τον αγαπούσαμε τόσο πολύ / που αποφασίσαμε να ενωθούμε μαζί του / Η τελετουργία που επινοήσαμε ήταν λεπτομερής και μεθοδική / Με μυστικότητα μοχθούσαμε / κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού:/ Πρώτα κόψαμε τα φύλλα της λεμονιάς / Μετά, ένα λεπτό στρώμα λεμονανθών που διαλύθηκαν αμέσως./ Κέρινοι και νεκρικοί μας εξασφάλισαν / τη σαρκική δύναμη του αρώματός τους / για θεμέλιο./ Έπειτα προσθέσαμε όλα μαζί τα λουλούδια:/ Φρέζες, φούξιες, μενεξέδες / κατιφέδες και πασχαλιές / τα κρινάκια της Παναγιάς και ο γέρος».

 

Τα βιβλία της εικόνας:
1. Γεωργία Τρούλη, Ποίηση σε ένα οβάλ περιβάλλον, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Σελίδες: 70

2. Γιάννης Δ. Στεφανάκις, Πρόσφυγας Θεός, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Σελίδες: 60

3. Κατερίνα Ηλιοπούλου, Μια φορά κάθε τοπίο και ολότελα, Εκδόσεις Μελάνι, Σελίδες: 134