Επεξεργασία: Ατελιέ/ LIFO
Επεξεργασία: Ατελιέ/ LIFO


Σε μια άφθονη παραγωγή, όσον αφορά την ελληνική διηγηματογραφία, ανθούν οι διαφορετικές φωνές και το ύφος κάθε παράδοσης – από τα αποτυπώματα της κλασικής ηθογραφίας μέχρι τις καινοτόμες εκφάνσεις ενός σκληρού ρεαλισμού. Ωστόσο, ελάχιστοι απομακρύνονται από τον θορυβώδη περίγυρο και τις εκρηκτικές πολιτικές καταστάσεις της ελληνικής πραγματικότητας. Ανάλογα με τα βιώματα σε διαφορετικά ιστορικά δεδομένα, κάθε συγγραφέας φέρει το δικό του οπλοστάσιο, που αποτυπώνεται περίτεχνα στις μικρές ιστορίες: ειδικά τα τελευταία χρόνια, η μικρή φόρμα φαίνεται να απογειώνεται και πάλι. Χαρακτηριστικά πρόσφατα παραδείγματα η φρέσκια ματιά του κατά τα άλλα ρεαλιστή Περούλη, η βουτηγμένη στην ιστορικοπολιτική συνείδηση γραφή του Ατζακά και η εσωτερική αδόκητος φωνή της Μικέ – όλες οι καταθέσεις έχουν να προσθέσουν το δικό τους κομμάτι στο αφηγηματικό παζλ της σύγχρονης ελληνικής διηγηματογραφίας.

 

Κώστας Περούλης
Αυτόματα
Εκδόσεις Αντίποδες

 

Δεν χρειάζεται δα να είσαι και ο Άμλετ για να λειτουργείς αυτόματα στα κελεύσματα της ύπαρξης, αρκεί να κινείσαι μηχανικά σε αυτό που κάποτε όριζαν ως δημιουργία, να ανταποκρίνεσαι σαν ένα από τα αυτόματα του Κάφκα μέσα σε αποπροσωποποιημένα σύμπαντα. Ξεπερνώντας, πάντως, τους μηχανικούς ήρωες από τον Πύργο και τη Δίκη, οι άνθρωποι που συνιστούν τα σημερινά Αυτόματα, όπως είναι ο τίτλος της άκρως ευρηματικής συλλογής διηγημάτων του Κώστα Περούλη από τις εκδόσεις Αντίποδες, δεν είναι άλλοι από τους σημερινούς εργαζόμενους–μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες, άνδρες που εκπορνεύονται σε άλλους άνδρες και ηθοποιούς που ξεπουλούν την τέχνη τους για τρεις κι εξήντα. Κανένα έλεος δεν υπάρχει στους επαγγελματικούς ρόλους και οι ψευδαισθήσεις τελειώνουν από νωρίς: χαρακτηριστική είναι η ιστορία του εφήβου ο οποίος ειρωνεύεται τον κεφαλαιοκράτη πατέρα του και στην πράξη γίνεται ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του καπιταλισμού, πουλώντας κινέζικα μαχαίρια στο Internet, ή του καπετάνιου που πρέπει να περιμένει τους καλομαθημένους «γόνους» να τελειώσουν το ξενύχτι τους στο λιμάνι της Σερίφου. Είτε πρόκειται για τον ΜΑΤατζή που πατάει λιωμένα πουλιά και αρουραίους, ακροβατώντας μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας (στο «Υπηρεσιακό»), είτε για τον αγρότη που καταπιέζει τον άρρωστο Πακιστανό για να σώσει τη σοδιά (στον «Τρύγο»), είτε για τον ψευτοεργολάβο σε στημένους διαγωνισμούς (στα «Μπετά»), όλοι παραμένουν δέσμιοι μιας ειμαρμένης που είναι φτιαγμένη από σακατεμένες συνειδήσεις και μπουρδουκλωμένα όνειρα. Κι όμως, οι αυτοματοποιημένοι αυτοί ήρωες δεν λειτουργούν σαν αθύρματα, καθώς μια δραματική στιγμή τούς αναγκάζει να μετατοπιστούν και να συνειδητοποιήσουν, φευγαλέα έστω, τη δραματική τους θέση. Εξαιρετική στην ειρωνική της ακρίβεια η ιστορία του αρσενικού που εκπορνεύεται σνιφάροντας κόκες παρέα με τον 50χρονο εφοριακό αλλά κι εκείνη της ηθοποιού που ζαλίζεται καθώς επαναλαμβάνει τις ατάκες της σε μια παιδική παράσταση. Εδώ, η μετατροπή της δημιουργίας σε αυτοματοποιημένη κίνηση σε ένα επάγγελμα ταυτισμένο με την ποιητική λειτουργία είναι περισσότερο εμφανής από ποτέ: «Δεν χρειαζόταν τίποτα για να πλάσει τον ρόλο, καμία ανάμνηση αισθημάτων, κανένα βίωμα, οι ήρωες δεν είχαν καμία εσωτερική ζωή, δεν χρειαζόταν να νιώσει τίποτα, μόνο να θυμάται τα λόγια της την κατάλληλη στιγμή. Ούτε η φωνή της κουραζόταν, είχαν ραμμένα τα μικρόφωνα και έπρεπε να μη φωνάζεις για να μην ξεκουφάνεις τον θεατή. Υπήρχαν μόνο αυτά τα χοντροκομμένα σκηνικά, οι ψεύτικες σπηλιές, τα πλαστικά κεφάλια του Κέρβερου και της Λερναίας Ύδρας, τα δέντρα από παπιέ μασέ, δεν χρειαζόταν να νιώθεις τίποτα για τον χώρο, τίποτα για τη σκηνή». Κι όλα αυτά τα καταγράφει με χειρουργική ακρίβεια, εναλλάσσοντας περιβάλλοντα και στυλ, ο σαραντάχρονος σεναριογράφος του Miss Violence στην πρώτη του συλλογή διηγημάτων, φτιαγμένη από το υλικό που είναι φτιαγμένα τα σημερινά μας αδιέξοδα και με μια απογυμνωμένη γλώσσα, χαραγμένη στο λευκό μάρμαρο του πένθους.

 

 

Γιάννης Ατζακάς
Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη
Εκδόσεις Άγρα


Πέρα από «λίγη φλόγα, πολλή στάχτη», αυτό που κυριαρχεί και διαπερνά τις ιστορίες της ομώνυμης συλλογής διηγημάτων του Γιάννη Ατζακά, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα, είναι η νοσταλγική αθωότητα. Μια ανοδική τάση προς τον κόσμο των καθαρών ιδεών –πολιτική ιδεολογία, αγνός έρως, ενατένιση της θεότητας– κινεί τα νήματα των ιστοριών, σχεδόν ανεξάρτητα από τις βουλές των ηρώων. Ως εκ τούτου, κάθε ατελέσφορη τελικά κίνηση –που αναφέρεται στην ανένδοτη πίστη, στα πολιτικά ιδανικά και στο άδολο της αγάπης– πασχίζει να προσθέσει ένα αέτωμα πάνω από το κατασκεύασμα των χαμένων αναμνήσεων – κι εδώ αυτό λέγεται Ιστορία. Όχι τυχαία, ο συγγραφέας αναφέρεται στον Ηρόδοτο και στα μαθήματά του και δεν παραλείπει να φωτίσει με κάθε τρόπο το ιστορικό φόντο που τροφοδοτεί πολλαπλά τις ιστορίες του: δολοφονία Γρηγόρη Λαμπράκη, 1963, δολοφονία Γιώργου Τσαρουχά, 1968, γενιά 1-1-4. Η Ιστορία είναι πανταχού παρούσα για να καταυγάσει τα κίνητρα και σχεδόν θα λέγαμε ότι φτάνει να τα καθοδηγεί: ακόμα και οι έρωτες που τελικά υπερτερούν της πολιτικής και καίνε τους πρωταγωνιστές έχουν να κάνουν με τις ταξικές συγκρούσεις. Όλες οι μεταρσιώσεις θαρρείς πως πρέπει να αναχθούν σε ένα εγελιανό άπαν, ένα «τα πανθ' οράν» που κανονίζει την πορεία των πολιτικών επιδιώξεων και των ασυνείδητων επιθυμιών των ηρώων. Το μοτίβο φέρνει στον νου παλαιότερα βιβλία και υλικά του βραβευμένου με Κρατικό Βραβείο συγγραφέα –όπως το Κάτω από τις οπλές–, ωστόσο οι ιστορίες φαίνονται αρκετά παράδοξες όταν καλούνται να υποταχθούν στις επιταγές της ηθογραφίας. Από τη μια η «αρμονική ανταρσία» που θα έλεγες ότι πρεσβεύει ο συγγραφέας, σχεδόν φέρνοντας στον νου τον Καμύ στα πιο πολιτικά του διηγήματα, από την άλλη ένα ηθογραφικό ύφος, κάπως δυσλειτουργικό ή παράταιρο για τα σημερινά δεδομένα. Ενδεχομένως ενίοτε να μοιάζει αρκετά άνιση η ανακατανομή των ιστοριών: φέρ' ειπείν, τα ασύμμετρα «Ένας Αλιβάνιστος» και το «Ο θάνατος δεν βιάζεται πάντα», φόρος τιμής του συγγραφέα στον Παπαδιαμάντη, δυσκολεύονται να αναμετρηθούν με τον εξαίρετο «Οδυσσέα στη Μαύρη Θάλασσα» και το «Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη», που δίνουν το πραγματικό στίγμα του συγγραφέα. Τα μαγματοειδή τάγματα της παράδοσης ίσως να υποφέρουν λίγο παραπάνω απ' όσο πρέπει σε σχέση με τα ξεκάθαρα νοσταλγικά οράματα και τις ερωτικές ιστορίες. Και όπως ορθώς τονίζει ο συγγραφέας: «Η πολιτική όμως ποτέ δεν δάμασε τον έρωτα, κι αυτό ο Νικήτας, που λάτρευε την Ιστορία, έπρεπε καλά να το ξέρει, για να μην πληρώνει τώρα τόσο ακριβά για να το μάθει». Καιρός του σπείρειν συγγραφικά, καιρός του θερίζειν.

 

Μαίρη Μικέ
Κόκκινες Ουλές
Ίκαρος


Εκάβη, Ανδρομάχη, Κασσάνδρα, το φάντασμα της νεαρής Πολυξένης, μια άγνωστη προσφυγοπούλα. Είναι αμέτρητες οι εκδοχές των γυναικών που μακροημερεύουν στο πέρας της ιστορίας στις Κόκκινες Ουλές, τη συλλογή διηγημάτων της Μαίρης Μικέ από τις εκδόσεις Ίκαρος. Άλλες περιθωριοποιημένες, άλλες άγνωστες ηρωίδες της καθημερινότητας, το σίγουρο είναι πως όλες νιώθουν διάστικτα τα βαριά καρφιά της μοίρας. «Μου έλαχε εμένα ο ρόλος της Ανδρομάχης» λέει η ταπεινή Θάλεια και η καθεμιά τους ξέρει πως ένας ρόλος αφόρητος έχει κληρώσει, για να επιβεβαιώσει ατράνταχτα πως η αντίσταση δεν ξεπερνά, σχεδόν ποτέ, τα όρια του φύλου τους. Ακόμα και όταν συναινούν στο να μπορέσει η καθεμιά να ξεφύγει από τα ασφυκτικά περιθώρια των κοινωνικών κατηγοριών, έρχεται η ίδια η ειρωνική στάση της ζωής και των ασυνείδητων δεδομένων για να διαψεύσει τις προσδοκίες τους. Έτσι, η καλλιτέχνις δεν καταφέρνει να κάνει τίποτα περισσότερο από το να ζωγραφίζει νεκρά τοπία, αντίστοιχα με την απονεκρωμένη της σκέψη και ψυχή, ενώ το ίδιο κάνει και η επιστήμων που δεν μπορεί να υπερβεί τα αυστηρά όρια που η ίδια θέτει στον εαυτό της. Τα όνειρα που βγαίνουν σχεδόν όλα πλάνες επανέρχονται ως μυθικοί εφιάλτες από ένα αρχετυπικό παρελθόν για να εγκλωβίσουν τις ηρωίδες στις αδιέξοδες ατραπούς της Ιστορίας. Σεφερικό είναι επομένως το καταληκτικό δίδαγμα, αισχύλειο το ύφος. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ακριβές και δεξιοτεχνικά φτιαγμένο. Χρειάζεται ενίοτε η υπέρταση του δράματος, ειδικά στις εποχές που ζούμε, όπου τα οράματα στην καρδιά της Ιστορίας είναι περισσότερο δυσοίωνα από ποτέ. Και άκρως παρηγορητικό το υφάδι της αφήγησης που πλέκει τόσο περίτεχνα η πρωτοεμφανιζόμενη μεν, καταξιωμένη μολαταύτα, φιλόλογος και πανεπιστημιακός Μαίρη Μικέ.

 

Το άρθρο από την έντυπη έκδοση της LIFO