Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 
2020-10-20T10:09
Χέρμαν Ντουφτ & Χανς Μπασενάουερ: Οι πρώτοι serial killers στην Ελλάδα
00:00/00:00
ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ
Χέρμαν Ντουφτ & Χανς Μπασενάουερ: Οι πρώτοι serial killers στην Ελλάδα
2020-10-20T10:09
Ο Γιάννης Ράγκος παρουσιάζει τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα από τον 19ο αι. μέχρι σήμερα
Αν σας αρέσουν τα podcasts της Lifo, τότε μπορείτε να κατεβάζετε δωρεάν και να τα ακούτε όποτε θέλετε, ακόμη και εκτός δικτύου, μέσω της Apple , του Spotify ή της Google.

Χέρμαν Ντουφτ & Χανς Μπασενάουερ: Οι πρώτοι serial killers στην Ελλάδα

 

Έρευνα – Κείμενο: ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΑΓΚΟΣ

Με τη φωνή του ηθοποιού ΜΙΧΑΛΗ ΣΑΡΑΝΤΗ

 

Την άνοιξη του 1969, οι Γερμανοί Χέρμαν Ντουφτ και Χανς Μπασενάουερ έφτασαν στην Αθήνα και σε διάστημα σαράντα ημερών διέπραξαν έξι δολοφονίες, πέντε ληστείες και έναν βαρύ τραυματισμό. Ήταν η πρώτη φορά, που στην Ελλάδα δρούσαν δύο «αυθεντικοί» κατά συρροή δολοφόνοι (serial killers), οι οποίοι καθώς διάλεγαν «τυχαίους» στόχους προκάλεσαν τον τρόμο σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού και άλλαξαν βίαια και οριστικά τη σχέση της ελληνικής κοινωνίας με την ίδια την έννοια του εγκλήματος… 

Λίγο πριν από το ξημέρωμα της 6η Μαρτίου 1969, στην περιοχή των Αγίων Θεοδώρων έξω από την Θήβα, το κρύο είναι τσουχτερό. Μέσα στο ψιλόβροχο, εμφανίζεται ένα αυτοκίνητο μάρκας Volvo με ξένους αριθμούς και δύο επιβάτες, που φορούν στολές του αμερικανικού στρατού. 

Το αυτοκίνητο σταματά σε ένα πρατήριο βενζίνας. Εκείνη την ώρα, στο πρατήριο βρίσκονται οι δύο νυκτερινοί υπάλληλοι Νίκος Καναρής και Τάσος Γκιζίνος (ο οποίος κοιμάται πρόχειρα σε ένα ράντζο), ενώ έχει σταματήσει και ο 22χρονος αδειούχος στρατιώτης Κώστας Κούλης, που αναζητά μεταφορικό μέσο για να επιστρέψει στο στρατόπεδό του. 

Ο οδηγός του Volvo, ένας ξανθός άνδρας με «σκληρά» χαρακτηριστικά, κάνει νεύμα στον Καναρή να γεμίσει το ρεζερβουάρ. Στο Volvo πλησιάζει και ο Κούλης για να συνεννοηθεί για ενδεχόμενη μεταφορά του από τους δύο αγνώστους. 

Όταν το ρεζερβουάρ γεμίζει, ο δεύτερος επιβάτης, ένας νέος άνδρας με ήρεμο πρόσωπο, βγαίνει από το αυτοκίνητο και ακολουθεί τον Καναρή στο εσωτερικό του πρατηρίου για να πληρώσει. Ο στρατιώτης μένει κοντά στο αυτοκίνητο, όταν ο οδηγός πετάγεται ξαφνικά από το εσωτερικό του, κρατώντας μία καραμπίνα γουίντσεστερ και υποχρεώνει στον Κούλη να οπισθοχωρήσει προς το πρατήριο. Ο Γκιζίνος κοιμάται ακόμα. Αργότερα θα διηγηθεί πως «ξύπνησα βλέποντας τους Κούλη και Καναρή με ψηλά τα χέρια». Ο δεύτερος άνδρας πλησιάζει στο ταμείο, αφαιρεί το συρτάρι με τις εισπράξεις (γύρω στις 10-15 χιλιάδες δρχ.) και βγαίνει με κατεύθυνση το Volvo. Μόλις απομακρύνεται, ο οπλοφόρος πυροβολεί εν ψυχρώ τον Καναρή και τον Κούλη και ύστερα τους αποτελειώνει με ένα μαχαίρι. Ο Γκιζίνος προλαβαίνει να κρυφτεί κάτω από το ράντζο. Στο μεταξύ, ο δεύτερος άνδρας επιστρέφει στο πρατήριο. Βλέπει το συνεργό του να πυροβολεί δύο φορές στην πλάτη τον Γκιζίνο και ακολούθως να τον μαχαιρώνει με μανία. Ψάχνουν για πεταμένους κάλυκες, εντοπίζουν έναν και τον παίρνουν. Βγαίνουν από το πρατήριο, επιβιβάζονται στο Volvo και απομακρύνονται με κατεύθυνση την Αθήνα 

Αργότερα αποδείχθηκε πως είχαν κλέψει το αυτοκίνητο την προηγούμενη νύχτα από το πάρκινγκ του αεροδρομίου του Ελληνικού, όπου και το εγκατέλειψαν μετά την επίθεσή τους. 

Αν και σοβαρά τραυματισμένος, ο Γκιζίνος ζει ακόμα,. Κάνει μια απόπειρα να ειδοποιήσει τηλεφωνικώς για το μακελειό, χωρίς αποτέλεσμα. Με δυσκολία, σέρνεται ως το δρόμο αναζητώντας βοήθεια. Λίγα λεπτά μετά, ένα φορτηγό σταματά στο πρατήριο. Είναι η σωτηρία του. Ο Γκιζίνος θα πεθάνει αρκετά χρόνια αργότερα, λόγω των χρόνιων επιπλοκών, που παρουσιάστηκαν από τα τραύματα εκείνης της βραδιάς

Οι εφημερίδες της επόμενης ημέρας, προλαβαίνουν την είδηση την τελευταία στιγμή και δημοσιεύουν τις λιγοστές πρώτες πληροφορίες. Ωστόσο, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, την ίδια μέρα «κατόπιν αποφάσεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών, απηγορεύθη η αναγραφή πάσης ειδήσεως σχετικώς με την ένοπλον ληστείαν (…)». Οι αστυνομικές αρχές και η Χωροφυλακή κινητοποιούνται για τον εντοπισμό των δραστών. Στον λογοκριμένο από τη δικτατορία Τύπο διοχετεύεται η πληροφορία ότι η σύλληψη των δραστών «αποτελή ζήτημα ωρών». Ωστόσο, τα γεγονότα θα αποδειχθούν διαφορετικά.

 

Οι δράστες

Οι αστυνομικοί ερευνούν στο σκοτάδι, αλλά δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο οι δράστες να είναι αλλοδαποί, με βάση τις αμερικανικές στολές, τους ξένους αριθμούς του Volvo και τις πρώτες πληροφορίες που παρέχει ο Γκιζίνος. 

Πράγματι, οι δύο δράστες είναι ξένοι: πρόκειται για τους Γερμανούς Χέρμαν Ντουφτ -ο οπλοφόρος της επίθεσης- και Χανς Μπασενάουερ. Ο 31χρονος Ντουφτ, άγαμος και υδραυλικός στο επάγγελμα, έχει πλούσιο παρελθόν σε κλοπές και είναι «γνωστός» στην Ιντερπόλ για διάφορες αξιόποινες πράξεις. Στο παρελθόν είχε υπηρετήσει στη «Λεγεώνα των Ξένων», ενώ κάποιες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ανέφεραν, ακόμα, ότι ήταν θαυμαστής του Χίτλερ και νεοναζιστικών οργανώσεων. Ο συνομήλικός του Μπασενάουερ, υδραυλικός, επίσης, στο επάγγελμα, είναι παντρεμένος (αποδείχθηκε πως με τη σύζυγό του Χάιντι Ερμπ βρισκόταν σε διάσταση) και πατέρας τριών παιδιών, ενώ σε ηλικία 16 ετών είχε εγκλεισθεί στο αναμορφωτήριο για μικροαδικήματα. Μεταγενέστερες πληροφορίες ανέφεραν ότι οι δύο Γερμανοί ήταν μέλη σπείρας που είχε στο ενεργητικό της 14 ένοπλες επιθέσεις στη Γερμανία, ενώ τον προηγούμενο Ιανουάριο είχε «κτυπήσει» μια βάση ανεφοδιασμού του γερμανικού στρατού στο Λέμπαχ, αποκομίζοντας εκρηκτικά και όπλα. 

Όταν οι έρευνες της γερμανικής αστυνομίας άρχισαν να τους «αγγίζουν», οι δύο Γερμανοί αποφάσισαν να αλλάξουν «πεδίο δράσης» και μια συγκυρία αποτέλεσε μοναδική ευκαιρία: ο Μπασενάουερ, με τη μεσολάβηση ενός Έλληνα μετανάστη στη Δυτική Γερμανία, που αγνοούσε το παρελθόν του, αλληλογραφούσε από καιρό με την Κατερίνα Μεντέ στην Ελλάδα, με σκοπό το γάμο! Ο Μπασενάουερ εμφανίστηκε στην Μεντέ ως εύπορος αντιπρόσωπος μεγάλης φαρμακευτικής εταιρείας (ή σύμφωνα με άλλες πηγές ως επιχειρηματίας). Ο ίδιος θα πει αργότερα πως «ήλθε στην Ελλάδα με σκοπό να φτιάξει μια καινούργια οικογένεια».

Με το πρόσχημα αυτό, έφθασαν στην Ελλάδα στις 17 Φεβρουαρίου του 1969 και παρέμειναν έως τις 26 του ίδιου μήνα. Φιλοξενήθηκαν αρχικώς στο εξοχικό σπίτι της οικογένειας Μεντέ στη Βοιωτία και κατόπιν διέμειναν στα ξενοδοχεία «Αστήρ» Βουλιαγμένης και «Άστορ» στο κέντρο της Αθήνας. Στην πραγματικότητα, ο σκοπός του ταξιδιού τους ήταν «αναγνωριστικός» προκειμένου να εντοπίσουν ενδεχόμενους στόχους. Το πρατήριο της Θήβας, το είχαν επισημάνει σε ένα από τα ταξίδια τους στο χωριό της οικογένειας Μεντέ.

Στην Ελλάδα επανήλθαν, για «οριστική» πλέον εγκατάσταση, την 1η Μαρτίου. Αυτή τη φορά ταξίδεψαν οδικώς με μία Mercedes, με την οποία μετέφεραν όλο τον οπλισμό τους, εκμεταλλευόμενοι τους χαλαρούς ελέγχους που πραγματοποιούσαν οι ελληνικές αστυνομικές αρχές στους εισερχόμενους τουρίστες, ώστε το απομονωμένο από τη διεθνή κοινότητα στρατιωτικό καθεστώς να παρουσιάζει την εικόνα δημοκρατικής χώρας.    

Διέμειναν για λίγες ημέρες και πάλι στο ξενοδοχείο «Αστήρ» Βουλιαγμένης και λίγες ώρες μετά την επίθεση στη Θήβα, στο ξενοδοχείο «Άστορ». Η ρεσεψιονίστ, τότε, του ξενοδοχείου Κατερίνα Πρασσά θυμάται: «Οι δύο Γερμανοί έφθασαν στο ξενοδοχείο το απόγευμα της 6ης Μαρτίου. Ήταν πολύ ήρεμοι (…) και φαίνονταν άνθρωποι που είχαν λεφτά. (…) Έφυγαν την επόμενη μέρα το μεσημέρι, χωρίς να αναφέρουν το λόγο της αναχώρησής τους».

Λίγες ημέρες μετά, νοίκιασαν για έναν ολόκληρο χρόνο ένα μικρό αλλά επιπλωμένο υπόγειο διαμέρισμα στην οδό Σκουφά 11 στο Κολωνάκι, συμφωνώντας να καταβάλλουν το, υψηλό για την εποχή, ενοίκιο των 3.000 δρχ. Ο δικηγόρος Νίκος Καλτσονάκης, ο οποίος εκπροσωπούσε τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος σημειώνει: «(…) Δημιούργησα την εντύπωση ότι δεν είχαν οικονομική ανάγκη και (…) ήταν συνεπέστατοι στην επίδοση του ενοικίου».

 

Έγκλημα στη Βούλα

Τα χρήματα από την αιματηρή ληστεία στη Θήβα συντηρούν τους δύο Γερμανούς μόνο για λίγες ημέρες κι έτσι αποφασίζουν να δράσουν ξανά. Την περίοδο που διέμεναν στη Βουλιαγμένη, είχαν εντοπίσει μία απομονωμένη βίλα στην περιοχή της Βούλας. Ιδιοκτήτης της, ο Ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας Παντελής Αθηναίος. Η πολυτελής Buick, που βρίσκεται σταθμευμένη μπροστά, έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον τους.

Τη νύχτα της 13ης Μαρτίου κατηφορίζουν με τη Mercedes στην περιοχή, όπου και σταθμεύουν. Την ώρα που φτάνουν με τα πόδια στη βίλα, ο επιχειρηματίας απουσιάζει. Αργότερα θα γίνει γνωστό πως βρισκόταν σε νυκτερινό κέντρο με μία φίλη του. Οι δύο Γερμανοί παραβιάζουν ένα παράθυρο και μπαίνουν στο εσωτερικό, αναζητώντας χρήματα ή τιμαλφή. Δεν βρίσκουν τίποτα κι έτσι αποφασίζουν να περιμένουν την άφιξη του ιδιοκτήτη. Επικρατεί η σκέψη να μην σκοτώσουν με όπλο ή μαχαίρι για να αποφύγουν την ομοιότητα με το έγκλημα της Θήβας. Εν τω μεταξύ, πηγαίνουν στην κουζίνα και τρώνε! 

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο Αθηναίος επιστρέφει μόνος του στη βίλα. Ανυποψίαστος, ανοίγει την εξωτερική πόρτα, όταν έκπληκτος βλέπει τον Ντουφτ να τον απειλεί με τη γουίντσεστερ και να του ζητά λεφτά. Ο Αθηναίος, έντρομος, ψελλίζει πως δεν έχει. Ο Ντουφτ τον οδηγεί στην κουζίνα, όπου περιμένει ο Μπασενάουερ, κρατώντας ένα μεγάλο ξύλο, που πιθανότατα είχε πάρει από το τζάκι της βίλας. Ο  Ντουφτ τον διατάζει να τον κτυπήσει. Ο Μπασενάουερ διστάζει αρχικά, αλλά μετά με δυο κτυπήματα στο κεφάλι σκοτώνει τον επιχειρηματία. 

Αφαιρούν από το θύμα 11.000 δρχ., 300 δολ., ένα ακριβό δακτυλίδι και τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Βάζουν το πτώμα στην μπανιέρα και φεύγουν. Μέσα σε έξαψή τους, αποφασίζουν να συνεχίσουν τη δράση τους. Χρησιμοποιώντας την Buick του θύματος κινούνται στην Εθνική Οδό με σκοπό να ληστέψουν, πάλι, κάποιο πρατήριο βενζίνης. Όμως, καθώς βλέπουν σταματημένο στα διόδια ένα περιπολικό αυτοκίνητο με δύο χωροφύλακες, καταλαβαίνουν ότι το ταξίδι τους αρχίζει να γίνεται επικίνδυνο και γυρνούν πίσω άπρακτοι. Πετούν τα κλειδιά στον κήπο της βίλας και με τη Mercedes επιστρέφουν στο διαμέρισμά τους.

Θα πρέπει να επισημάνουμε πως για το έγκλημα αυτό, αρχικώς συνελήφθη ένας σεσημασμένος κλέφτης, ο Χρήστος Ολλανδέζος ή «Ορλάνδος», ο οποίος υπό την πίεση της ανάκρισης ομολόγησε πως αυτός ήταν ο δράστης της δολοφονίας! 

 

«Εγώ, πίκολο, πίκολο!…» 

Το πτώμα του Αθηναίου θα εντοπιστεί το μεσημέρι της επόμενης μέρας. Οι αστυνομικές αρχές συγκεντρώνουν τα στοιχεία, αλλά δε συνδέουν το έγκλημα με αυτό της Θήβας. Παράλληλα, ο εισαγγελέας απαγορεύει ξανά την αναγραφή οποιασδήποτε  είδησης σχετικά με τη δολοφονία. 

Εν τω μεταξύ, οι δύο Γερμανοί περνούν τις επόμενες ημέρες ζώντας μια κανονική «καθημερινή» ζωή με τα χρήματα που αφαίρεσαν από τον επιχειρηματία. Συχνάζουν στο καμπαρέ «Μιμόζα» της Ομόνοιας, όπου συνηθίζουν να σπαταλούν σημαντικά ποσά, ενώ επισκέπτονται τακτικά το ραφείο του Βασίλη Μεντέ, αδελφού της Κατερίνας, στο κέντρο της Αθήνας. Ο Ντουφτ, μάλιστα, πηγαίνει τακτικά και στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, ώστε να ασκείται στη σκοποβολή. Ο Μεντές θυμάται χαρακτηριστικά «Πριν συλληφθούν, δεν είχαν κανέναν άγχος, μήπως κάτι δεν πάει καλά. Πίστευαν ότι δεν θα συλληφθούν ποτέ!».

Στις 22 Μαρτίου αναχωρούν για την Δυτική Γερμανία. Στην οικογένεια Μεντέ προφασίζονται λόγους επαγγελματικής φύσης. Στην πραγματικότητα όμως, το ταξίδι τους πραγματοποιείται για να πουλήσουν τα κλοπιμαία, που αποκόμισαν από τη βίλα της Βούλας, αλλά και να διευθετηθούν κάποιες διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στον Μπασενάουερ και τη σύζυγό του. Στην Φρανκφούρτη πουλάνε για 300 μάρκα το πανάκριβο χρυσό δακτυλίδι που είχαν πάρει από το χέρι του Αθηναίου και στις 31 Μαρτίου επιστρέφουν στην Ελλάδα μέσω της Κέρκυρας. 

Είναι και πάλι απένταροι και αποφασίζουν το επόμενο κτύπημά τους. 

Το βράδυ της Μεγάλης Δευτέρας 7 Απριλίου αναχωρούν από το διαμέρισμά τους στο Κολωνάκι και με τη Mercedes φθάνουν στην περιοχή του ξενοδοχείου «Hilton». Σταθμεύουν το αυτοκίνητο, κατόπιν επιβιβάζονται στο ταξί του Γιάννη Φραγκιαδάκη και του ζητούν να τους μεταφέρει στη Βουλιαγμένη. Στην περιοχή του Καβουρίου, υπό την απειλή όπλου, τον οδηγούν σε έναν ερημικό χωματόδρομο κοντά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Ύστερα, τον υποχρεώνουν να βγει από το ταξί και να ξαπλώσει μπρούμυτα. Ο Μπασενάουερ τον κτυπά δυο φορές με το μαχαίρι στην πλάτη και τον αποτελειώνει ο Ντουφτ. Παίρνουν 250 δρχ. από  τις τσέπες του θύματος και ένα μικροποσό σε κέρματα που βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο, κρύβουν πρόχειρα το πτώμα και με το ταξί επιστρέφουν στην Αθήνα. 

Το πτώμα του οδηγού εντοπίζεται το μεσημέρι της επόμενης μέρας από έναν τυχαίως διερχόμενο μαθητή. Τα θύματα των δύο Γερμανών έχουν φθάσει, πλέον, τα τέσσερα. Την ίδια στιγμή, οι πληροφορίες σχετικά με τη δράση τους έχουν αρχίσει να διαδίδονται και η κοινή γνώμη τρομοκρατείται από την ασυγκράτητη δράση των αγνώστων δολοφόνων. 

Αυτοί, καθώς τα χρήματα από την τελευταία επίθεσή τους είναι ελάχιστα και τελειώνουν αμέσως, αποφασίζουν να δράσουν ξανά, ελπίζοντας αυτή τη φορά να σταθούν πιο τυχεροί. Οι εξελίξεις, από δω και πέρα, θα είναι ραγδαίες…

Το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης 9 Απριλίου, φτάνουν με τη Mercedes σε ένα απομονωμένο πρατήριο, στο 41ο χιλ. της Εθνικής Οδού, στο Σχηματάρι. Αφήνουν το αυτοκίνητο σε αθέατο σημείο και με τα πόδια προχωρούν προς τα εκεί. Βεβαιώνονται πως ο υπάλληλος Γιάννης Τσουτσάνης είναι μόνος του και αναλαμβάνουν δράση: ο Μπασενάουερ κρύβεται πρόχειρα και ο Ντουφτ κατευθύνεται προς τις αντλίες. Εκεί, κρατώντας τη γουίντσεστερ και ένα μαχαίρι, αιχμαλωτίζει τον υπάλληλο και τον οδηγεί στο σημείο όπου βρίσκεται ο Μπασενάουερ. Αυτός τότε τρέχει και αδειάζει το συρτάρι του ταμείου του πρατηρίου, αποκομίζοντας 4.000 δρχ., και επιστρέφει στον Ντουφτ και τον Τσουτσάνη, που στο μεταξύ έχουν προχωρήσει στα χωράφια. Ο Τσουτσάνης έχει καταλάβει τι τον περιμένει. Κλαίει και φωνάζει «εγώ, πίκολο-πίκολο», εννοώντας ότι έχει μικρά παιδιά (ήταν πατέρας τεσσάρων παιδιών). Ο Ντουφτ τον φιμώνει για να μην ακούγεται και ύστερα με 17 (κατ’ άλλους, δώδεκα) μαχαιριές τον σκοτώνει. Οι δολοφόνοι κλωτσούν με μανία το πτώμα και κατόπιν απομακρύνονται με τη Mercedes. 

Τα τέσσερα «τέλεια» εγκλήματα -τα δύο τελευταία μέσα σε ένα 48ωρο- κινητοποιούν την Αστυνομία και τη Χωροφυλακή: εξετάζονται διάφοροι λιποτάκτες, δραπέτες ψυχιατρείων και φυλακών και κάθε άλλος ύποπτος. Υπηρεσιακά αυτοκίνητα με συμβατικό αριθμό κυκλοφορίας κινούνται κατά μήκος των εθνικών οδών για τον έλεγχο κάθε ύποπτου αυτοκινήτου. Συγκεντρώνονται πληροφορίες και συγχρόνως ενημερώνονται οι υπάλληλοι των πρατηρίων καυσίμων. Αρχίζει προσεκτικός έλεγχος όλων των αυτοκινήτων με αλλοδαπούς επιβάτες και χαρακτηριστικά παρόμοια μ΄ αυτά που συγκράτησε ο Γκιζίνος. 

Το ίδιο διάστημα, οι δύο Γερμανοί εξακολουθούν να ζουν «φυσιολογικά». Μάλιστα, έχουν αποδεχθεί πρόταση της οικογένειας Μεντέ, να περάσουν όλοι μαζί τις μέρες του Πάσχα στο χωριό της Βοιωτίας. Ωστόσο, για πρώτη φορά, διαισθάνονται τον κίνδυνο να συλληφθούν. Αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν ένα ταξίδι-αστραπή στην περιοχή της Αρχαίας Ολυμπίας, με σκοπό να ληστέψουν κάποιον τουρίστα, ώστε να αποπροσανατολίσουν τις αστυνομικές έρευνες, και μετά να επιστέψουν ξανά στην Αθήνα. Έτσι, αργά το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής (11 Απριλίου) ξεκινούν με το αυτοκίνητό τους για την Πάτρα. Είναι η αρχή του τέλους… 

 

Μια μοιραία σύμπτωση

Γύρω στις 8 το βράδυ κι ενώ έχει ήδη νυχτώσει, ένα δέμα από διερχόμενο φορτηγό ξεφεύγει και θρυμματίζει το μπροστινό αριστερό φανάρι της Mercedes. Ο οδηγός του φορτηγού σταματάει για να μαζέψει το δέμα και ο Ντουφτ βγαίνει απειλητικός με διάθεση να τον σκοτώσει. Ο Μπασενάουερ, τον εμποδίζει υπενθυμίζοντας τον προορισμό τους. Το φορτηγό απομακρύνεται, αλλά οι δύο Γερμανοί διαπιστώνουν πως, λόγω του σπασμένου φαναριού, είναι αδύνατο να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Έτσι αποφασίζουν να επιστρέψουν στην Αθήνα, αναβάλλοντας το εγχείρημά τους. 

Λίγο αργότερα και στο δρόμο της επιστροφής, τη Mercedes προσπερνά ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW, με οδηγό τον 39χρονο Γιώργο Παπαγεωργίου, επιχειρηματία στην Γερμανία. Μετά τον ισθμό της Κορίνθου, του κάνουν σήμα να σταματήσει και τον παρακαλούν να προπορευτεί, γιατί ο φωτισμός τους είναι ελλιπής. Στην περιοχή της Κακιάς Σκάλας και ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων στην περιοχή είναι περιορισμένη, ο Ντουφτ που οδηγεί σβήνει και το άλλο φανάρι της Mercedes και ο Παπαγεωργίου, υποθέτοντας πως η Mercedes υπέστη βλάβη, σταματά για να τους βοηθήσει. Την ώρα που σκύβει πάνω από τη μηχανή για να την ελέγξει, ο Μπασενάουερ τον πυροβολεί με τη γουίντσεστερ στην πλάτη. Με γρήγορες κινήσεις, σηκώνουν το πτώμα και το τοποθετούν στο πορτ-παγκάζ της BMW, αφού πρώτα του αδειάζουν τις τσέπες: 600 δρχ. και 100 μάρκα! Ωστόσο, μερικές σταγόνες από το αίμα του Παπαγεωργίου έχουν τιναχθεί στο καπό και το αριστερό φτερό της Mercedes, αλλά οι δύο Γερμανοί δεν το αντιλαμβάνονται. Πρόκειται για το ολέθριο λάθος τους…

Αμέσως μετά, ο Μπασενάουερ μπαίνει στη BMW και ο Ντουφτ στη Mercedes και κατευθύνονται προς την Αθήνα. Φτάνουν στην περιοχή του Χαϊδαρίου και σταθμεύουν τη Mercedes σε έναν μικρό δρόμο, μπροστά σε μια μονοκατοικία. Πιστεύουν πως στην περιοχή αυτή, λόγω της αραιής δόμησής της, κανείς δεν θα προσέξει το αυτοκίνητό τους. Είναι μία ακόμα λανθασμένη επιλογή.

Με τη BMW (στο πορτ-παγκαζ της οποίας βρίσκεται το πτώμα του Παπαγεωργίου) ξεκινούν, πάλι, με κατεύθυνση την Πάτρα. Είναι κατάκοποι, όμως η μυρουδιά του πτώματος έχει αρχίσει να γίνεται ενοχλητική, ενώ έχει ξημερώσει, πλέον, για τα καλά.  Συμφωνούν πως έφτασε η ώρα να εξαφανίσουν το πτώμα. Σε μια ερημική αγροτική περιοχή κοντά στην Πάτρα, το κρύβουν δίπλα σε θάμνους και το σκεπάζουν πρόχειρα με κλαδιά και φύλλα. Ύστερα, παίρνουν ξανά το δρόμο της επιστροφής. Αυτή τη φορά, οδηγεί ο Μπασενάουερ. Πλησιάζει το μεσημέρι του  Μεγάλου Σαββάτου 12 Απριλίου.

Την ίδια, περίπου, ώρα στο τουριστικό περίπτερο του Δαφνιού βρίσκεται ο εκτελωνιστής Παναγιώτης Ταμπουράκης. Είναι η μοιραία σύμπτωση. Πολλά χρόνια αργότερα, ο ίδιος θα διηγηθεί: «Εκείνο το πρωί, είχα πάει για καφέ στο Δαφνί. Στο γύρω χώρο είχαν κατασκηνώσει τέσσερις Γάλλοι τουρίστες. Κάποια στιγμή, ήρθαν μερικοί αστυνομικοί και τους έπιασαν. Δεν έδωσα σημασία στο γεγονός, ώσπου στο περίπτερο ήρθε ένας φίλος μου, που μιλάει γαλλικά, και μου εξήγησε πως είχε πάει στο Τμήμα για να κάνει το διερμηνέα. Οι Γάλλοι είχαν συλληφθεί ως ύποπτοι για τους φόνους που είχαν κάνει οι Γερμανοί (…). Στις 2 το μεσημέρι επέστρεψα στο σπίτι της μητέρας μου. Είδα στο πεζοδρόμιο μια λαδί Μερσεντές. Μου έκανε εντύπωση ο ανορθόδοξος τρόπος που είχε παρκάρει. Ρώτησα τη μάνα μου αν ξέρει ποιανού είναι το αυτοκίνητο και μου απάντησε αρνητικά. Κατέβηκα ξανά κάτω (…) και είδα αίματα στο φτερό. Πήρα τηλέφωνο το τοπικό τμήμα της Χωροφυλακής και (…) ζήτησα να στείλουν ένα περιπολικό για να εξετάσει το αυτοκίνητο». 

Στις 4.30, περίπου, το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου, η BMW με τους δύο Γερμανούς φτάνει στο Χαϊδάρι. Ο Ντουφτ αποβιβάζεται και κατευθύνεται προς τη Mercedes, τη στιγμή που στο σημείο φθάνει το τζιπ της Χωροφυλακής και πλησιάζει και ο Ταμπουράκης. Αργότερα, ο Ταμπουράκης θα πει: «Ο Ντουφτ φάνηκε λίγο ανήσυχος, αλλά τον πλησίασα και του είπα στα γερμανικά να μην ανησυχεί και ότι τον πάνε για μία τυπική εξέταση». Από την BMW, ο Μπασενάουερ παρακολουθεί τη σύλληψη του Ντουφτ και έντρομος σπεύδει να εξαφανιστεί. 

Ο Ντουφτ μεταφέρεται αμέσως στο Τμήμα Χωροφυλακής Χαϊδαρίου. Λόγω του αίματος που βρέθηκε στο φτερό του αυτοκινήτου, οι αστυνομικοί πιστεύουν πως ο Γερμανός έχει προξενήσει κάποιο τροχαίο ατύχημα,. Αλλά, καθώς μετά από έρευνα ανακαλύπτουν στο πορτ-παγκάζ της Mercedes μέρος του οπλισμού (ένα πολεμικό τουφέκι, ένα μαχαίρι, διάφορα διαρρηκτικά εργαλεία κ.ά.) αρχίζουν να υποψιάζονται πως έχουν στα χέρια τους τον δράστη των δολοφονιών. Αμέσως, τον μεταφέρουν στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Περιοχής Πρωτευούσης στη Νέα Ιωνία και τον ανακρίνουν. Ο Ντουφτ εξακολουθεί να αρνείται τα πάντα, ενώ ταυτόχρονα διαμαρτύρεται για την αντικανονική, όπως λέει, σύλληψή του! Για να διαφύγει, μάλιστα, από τη ανάκριση δηλώνει ότι στην Αθήνα γνωρίζει κάποιον Μπιλ (πιθανώς, εννοούσε τον Βασίλη Μεντέ) και ότι το ίδιο απόγευμα έχει ραντεβού μαζί του στο ξενοδοχείο «Άστορ». Αστυνομικοί πηγαίνουν αμέσως στο ξενοδοχείο, όπου δεν βρίσκουν τον «Μπιλ», διαπιστώνουν όμως ότι ο Ντουφτ είχε διαμείνει εκεί παλιότερα, μαζί με το συμπατριώτη του Μπασενάουερ, τα χαρακτηριστικά του οποίου, μάλιστα, περιγράφει ο υπάλληλος της ρεσεψιόν. Η πληροφορία διαβιβάζεται αμέσως στους αξιωματικούς που διενεργούν την ανάκριση και αυτοί, κάνοντας νύξη του ονόματος Χανς, αφήνουν να εννοηθεί πως ο Μπασενάουερ έχει ήδη συλληφθεί. Τότε ο Ντουφτ «σπάει» και ομολογεί ότι αυτός μαζί με τον Μπασενάουερ είναι οι δράστες των εγκλημάτων, τα οποία περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια, ενώ αναφέρεται και στο διαμέρισμα της οδού Σκουφά 11.  

 

«Ντουφτ, καπούτ!»

Στο μεταξύ, ο Μπασενάουερ έχει φτάσει στο διαμέρισμα του Κολωνακίου, αποφασισμένος να διαφύγει, αφού αντιλαμβάνεται ότι η αστυνομία δεν θα αργήσει να τον εντοπίσει. Όμως, ενώ ετοιμάζει βιαστικά μια βαλίτσα, φτάνουν ανυποψίαστοι στο διαμέρισμα ο Μεντές με τη γυναίκα και την αδελφή του Κατερίνα. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Μεντές θα περιγράψει: «Είχαμε πάει (…) στο Κολωνάκι για να τους πάρουμε να κάνουμε Πάσχα στο χωριό. Ο Μπασενάουερ φαινόταν ανήσυχος. Μάλιστα (…) είχε τηλεφωνική επικοινωνία με το εξωτερικό, πιθανώς με την Γερμανία. Ρωτήσαμε τον Μπασενάουερ που είναι ο Ντουφτ και εκείνος μας είπε: ‘Καπούτ’! Ξαφνικά, έσπασε η πόρτα και εμφανίστηκαν οι αστυνομικοί με πολιτικά κρατώντας αυτόματα όπλα. Ο Μπασενάουερ δεν πρόβαλε αντίσταση. Συλληφθήκαμε και εμείς και κρατηθήκαμε μία εβδομάδα γιατί η αστυνομία έλεγχε το ενδεχόμενο να έχουμε σχέση με τους φόνους». 

Ερευνώντας το διαμέρισμα, οι αστυνομικοί εντοπίζουν τον υπόλοιπο οπλισμό των Γερμανών: τη γουίντσεστερ των φόνων, δεκάδες φυσίγγια, διάφορα στιλέτα και μαχαίρια, καθώς κι ένα χάρτη της Ελλάδας. 

Στις 16 Απριλίου, οι Ντουφτ και Μπασενάουερ  παρουσιάζονται στους δημοσιογράφους μαζί με νεώτερες πληροφορίες που, στο μεταξύ, έχουν συλλέξει οι αστυνομικές αρχές. Τώρα, η δικτατορία, μετά από εβδομάδες επιβληθείσας «σιωπής» για να μην διαταραχθεί το αίσθημα «τάξης και ασφάλειας» που θέλει να παρουσιάσει, αποφασίζει να θριαμβολογήσει. 

Στα ρεπορτάζ τους, ορισμένοι δημοσιογράφοι θέλοντας να εξετάσουν και την ανθρώπινη υπόσταση των δραστών, γράφουν για τα παιδικά χρόνια τους, που κύλησαν «μέσα στη χιτλερική βία και το μεταπολεμικό χάος της Γερμανίας». Λίγες μέρες μετά, στην Ελλάδα έρχεται η σύζυγος του Μπασενάουερ, ενώ, σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, ενδιαφέρον για την τύχη του δείχνει και η Κατερίνα Μεντέ, που τον επισκέπτεται στο κελί του.

Η κοινή γνώμη, που έχει σοκαριστεί από την πρωτοφανή για τα ελληνικά ποινικά χρονικά, δράση των δύο Γερμανών είναι εξαγριωμένη, απαιτώντας να «πάρει το αίμα των αθώων θυμάτων πίσω», ενώ το καθεστώς επιδιώκει τώρα ευρεία δημοσιότητα και μια εξίσου θεαματική συνέχεια της υπόθεσης. 

 

Η δίκη

Η δίκη του Ντουφτ και του Μπασενάουερ, που πραγματοποιήθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, άρχισε στις 21 Ιουλίου 1969 μέσα σε ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Η αίθουσα είχε κατακλυσθεί από συγγενείς των θυμάτων και πολλούς περίεργους, Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους, καθώς και εκπροσώπους της γερμανικής πρεσβείας, η οποία είχε ασκήσει κάποιες πιέσεις προς την ελληνική κυβέρνηση ώστε οι κατηγορούμενοι να δικαστούν στη Δυτική Γερμανία, ενώ αργότερα εκδήλωσε ενδιαφέρον για τη σωστή διεξαγωγή της δίκης.

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, που διήρκεσε τρεις ημέρες, η έδρα προσπάθησε να διερευνήσει τα βαθύτερα αίτια των πράξεων των κατηγορουμένων. Μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, πως οι δύο δράστες «ενεργούσαν με σατανικότητα και μεθοδικότητα για να παραπλανούν τις αστυνομικές αρχές. (…) Ιδιαίτερα ο Ντουφτ ένοιωθε ηδονή όσο περισσότερους σκότωνε» (από την κατάθεση συνταγματάρχη Χωροφυλακής Παπανικολάου) και ότι «είχαν μεγάλα σχέδια. Είχαν ξεχωρίσει τα σπίτια που θα λήστευαν. Θα έκαναν διάρρηξη και σε κοσμηματοπωλείο του Συντάγματος» (από την κατάθεση μοιράρχου Ασφαλείας Προαστίων Παπαλεξίου). Εξάλλου, και οι δύο ιατροδικαστές, που είχαν εξετάσει τα πτώματα των θυμάτων κατέθεσαν χαρακτηριστικά πως «ήταν εκτελέσεις εν ψυχρώ. Ήταν αποφασισμένοι να μην αφήσουν κανένα ζωντανό. Διέπρατταν τα εγκλήματά τους με περισσότερη ψυχραιμία, απ΄ όση έχω εγώ όταν κάνω μια νεκροτομή. Μπορώ να πω ότι κτυπούσαν μετά μανίας» (από την κατάθεση ιατροδικαστή Γ. Αγιουτάντη) και ότι «ήταν ψύχραιμοι και ατάραχοι. (…) Σκότωναν και γλεντούσαν. Δεν τους αναγνωρίζω κανένα ελαφρυντικό. (…) Έκαναν κρουαζιέρα αίματος!» (από την κατάθεση ιατροδικαστή Καψάσκη).

Μετά την ολοκλήρωση των καταθέσεων των μαρτύρων, ήρθε η στιγμή της απολογίας για τους δύο κατηγορουμένους. Ο καθένας προσπάθησε να εμφανίσει τον άλλο ως τον βασικό υπαίτιο για τη δράση τους, θέλοντας να επιτύχει ευνοϊκότερη μεταχείριση από το Δικαστήριο. Όμως, αμέσως μετά, οι συνήγοροι υπεράσπισης, επιχειρώντας να πετύχουν αναβολή της δίκης και εξέταση των κατηγορουμένων από ψυχιάτρους, αποκάλυψαν ότι οι δράστες είχαν μεταξύ τους και ερωτικό δεσμό! Πολλά χρόνια αργότερα, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων Δημήτρης Ταταράκης και Κώστας Χριστόπουλος θα τονίσουν πως το στοιχείο αυτό ήταν μόνο εν μέρει βάσιμο. Μάλιστα, λιγο καιρό μετά την ολοκλήρωση της δίκης, σε υπόμνημά του προς τη δικαιοσύνη, ο Χριστόπουλος επισήμαινε: «Ο Ντουφτ δεν είχε σεξουαλικές σχέσεις με γυναίκες, ενώ ο Μπασενάουερ είχε συγκεκριμένας τοιαύτας […] Ο Ντουφτ ήθελε τον Μπασενάουερ πάντα μαζύ και ησθάνετο ακατανίκητον ερωτισμόν δι΄ αυτόν (…)».

Το στοιχείο αυτό έπεσε «σαν βόμβα» στην αίθουσα ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων, αλλά το αίτημα της αναβολής, τελικώς, απορρίφθηκε. Ακολούθησαν οι τοποθετήσεις των συνηγόρων Πολιτικής Αγωγής και του εισαγγελέα, ο οποίος ζήτησε να κηρυχθούν οι δύο Γερμανοί «ένοχοι κατά το κατηγορητήριο» και στη συνέχεια το Δικαστήριο αποσύρθηκε σε διάσκεψη. Μετά από δύο ώρες, η απόφαση, που ανακοινώθηκε μέσα σε έντονα χειροκροτήματα από τους παραβρισκόμενους, ήταν η αναμενόμενη: Πεντάκις εις θάνατον! 

Οι θανατοποινίτες, πλέον, Γερμανοί δέχθηκαν ψύχραιμοι την απόφαση και λίγες ημέρες αργότερα μετήχθησαν, ως μελλοθάνατοι, ο Μπασενάουερ στις φυλακές της Αίγινας και ο Ντουφτ στις φυλακές της Κέρκυρας. 

Τους επόμενους μήνες, χρησιμοποίησαν όλα τα ένδικα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους για τον μετριασμό της ποινής τους, που δεν επέφεραν, ωστόσο, κανένα αποτέλεσμα. Ακόμα, η γερμανική κυβέρνηση, μέσω της πρεσβείας της στην Αθήνα, επιχείρησε να ασκήσει επιρροή προς την ίδια κατεύθυνση, χωρίς όμως να καταλήξει σε καλύτερα αποτελέσματα. Έτσι, μετά την εξέλιξη αυτή, έμενε μόνο να οριστεί η ημερομηνία εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. 

Στο μεταξύ, τον Σεπτέμβριο του 1969, από τις φυλακές της Κέρκυρας όπου βρισκόταν, ο Ντουφτ απηύθυνε επιστολή προς την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Στρασβούργο, με την οποία κατήγγελλε την Ελλάδα για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ποινικών και πολιτικών κρατουμένων! Όπως ήταν φυσικό, το γράμμα αυτό δεν έφθασε ποτέ στον προορισμό του, καθώς μαζί με την υπόλοιπη αλληλογραφία του κατασχέθηκε από τη διεύθυνση των φυλακών. Την ίδια τύχη είχαν και οι προσπάθειές του να επικοινωνήσει με τη γερμανική πρεσβεία και με την εταιρεία Ντέμλερ-Μπεντς, στην οποία ήθελε να υποβάλει προς έγκριση το σχέδιο ενός επαναστατικού κινητήρα. 

Ήταν μια άλλη πτυχή της προσωπικότητας ενός κατά συρροή δολοφόνου…

 

Θύματα: 8! 

Οι δύο Γερμανοί εκτελέστηκαν το πρωί της Δευτέρας 15 Δεκεμβρίου 1969: ο Μπασενάουερ στη θέση «Τούρλος» της Αίγινας και ο Ντουφτ στο πεδίο βολής Αγίου Ιωάννου, στην Κέρκυρα. Ο δικηγόρος Χριστόπουλος θυμάται ότι «ο Ντουφτ ήταν σκληρός και αδιάφορος μπροστά στο θάνατο, αντίθετα ο Μπασενάουερ, μόλις του ανακοίνωσα ότι πρόκειται να εκτελεστεί, κατέρρευσε».     

Σε αποκλειστικό ρεπορτάζ των δημοσιογράφων Κώστα Σαρδελή και Δημήτρη Ρίζου στην εφημερίδα «Η Βραδυνή», περιγράφονται οι τελευταίες στιγμές του Μπασενάουερ: «(…) Ο Γερμανός δολοφόνος είναι ωχρός, κίτρινος σαν το φλουρί και αξύριστος. Έχει αφήσει και μούσι αρκετά ευτραφές. Ωστόσο διατηρεί κάποια φαινομενική ψυχραιμία, που όμως δεν θα τη διατηρήση, ούτε αυτή, ως την τελευταία στιγμή. Πριν αφήση τις φυλακές προσπαθεί με κάθε τρόπο να πείσει όλους ότι δεν φοβάται, ότι ο θάνατος δεν τον ενδιαφέρει πια (…)». Ο Μπασενάουερ, ως την ώρα που εκτελέσθηκε κάπνιζε συνέχεια, ενώ τέσσερις φορές ζήτησε να πιει νερό. Στις 7.33΄ το πρωί έπεσε νεκρός από την ομοβροντία πυρών του εκτελεστικού αποσπάσματος. Θάφτηκε πρόχειρα στο ίδιο σημείο, πλάι στους «τάφους» άλλων τριάντα, περίπου, θανατοποινιτών που είχαν εκτελεστεί εκεί, τα προηγούμενα χρόνια.

Σχεδόν την ίδια ώρα, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, ο Ντουφτ βάδιζε προς το σημείο που θα πραγματοποιούνταν η δική του εκτέλεση. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας «γελούσε συνεχώς και η ψυχραιμία του εντυπωσίασε τους πάντες. Ερώτησε μόνο αν την ίδια ώρα θα εκτελεσθή και ο Μπασενάουερ και όταν έλαβε καταφατική απάντησι, έδειξε ικανοποίηση!» αναφέρει το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Η Βραδυνή», πληροφορία που επιβεβαιώνει και ο Χριστόπουλος ο οποίος σημειώνει πως ο Χ. Ντουφτ «κατά την εκτέλεσή του δεν έδειξε καμία μεταμέλεια, μάλιστα διακωμωδούσε και τον παπά που συνόδευε το εκτελεστικό απόσπασμα». Στις 7.10΄το πρωί, έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες του αποσπάσματος.

Έτσι, το πρωί της 15ης Δεκεμβρίου 1969, έκλεισε ο αιματηρός κύκλος που είχε ανοίξει περίπου εννέα μήνες νωρίτερα, εκείνο το ξημέρωμα της 6η Μαρτίου, στο πρατήριο βενζίνας στη Θήβα. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων, στην υπόθεση «Ντουφτ-Μπασενάουερ» είχε φτάσει τα οκτώ…

 

______________

Το 2008,  κυκλοφόρησε το αστυνομικό μυθιστόρημα του Γιάννη Ράγκου «Μυρίζει αίμα», που βασίζεται στην υπόθεση αυτή. Το 2019, πενήντα χρόνια μετά τα συνταρακτικά αυτά γεγονότα, το «Μυρίζει αίμα» κυκλοφόρησε εκ νέου από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε νέα και συμπληρωμένη έκδοση. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει τη διαύγεια του ντοκουμέντου με την υποβλητικότητα της μυθοπλασίας και η κριτική το χαρακτήρισε ως την πιο αυθεντική εκδοχή του «non-fiction crime novel» στην Ελλάδα.

Podcasts

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Υπόθεση Λυμπέρη:  Η τελευταία εκτέλεση στην Ελλάδα
Ο Γιάννης Ράγκος παρουσιάζει τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα από τον 19ο αι. μέχρι σήμερα.
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή