Μια απροσδόκητη ανακάλυψη στην ατμόσφαιρα της Αφροδίτης, θα μπορούσε να σημαίνει την ύπαρξη ζωής σε μία από τις πιο απίθανες τοποθεσίες του ηλιακού συστήματος - την ατμόσφαιρα του καυτού, γειτονικού πλανήτη. 

 

Σε δύο εκθέσεις που δημοσιεύτηκαν σήμερα, αστρονόμοι επαλήθευσαν την ανίχνευση αέριας φωσφίνης, μιας ανόργανης χημικής ένωσης με φωσφόρο και υδρογόνο. Χωρίς να συλλέξουν δείγματα με κάποιο διαστημικό όχημα, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν πανίσχυρα τηλεσκόπια και μετά την πρώτη τους ανάλυση υποστηρίζουν πως «κάτι ζωντανό είναι η μόνη εξήγηση για την πηγή αυτής της ουσίας», όπως μεταδίδουν οι New York Times.

 

Η σημαντικότατη ανακάλυψη των αστρονόμων έρχεται να «ταράξει» μία μακρά χρονική περίοδο κατά την οποία οι επιστήμονες αναζητούσαν ίχνη ζωής σε άλλους πλανήτες και δορυφόρους του ηλιακού συστήματος όπου υπάρχουν ενδείξεις για νερό ή πάγο. Αν οι μετρήσεις τους επαληθευτούν, θα μπορούσαν να στρέψουν το ενδιαφέρον στον δεύτερο πλανήτη από τον Ήλιο (η Γη είναι τρίτη, «πίσω» από την Αφροδίτη και τον Ερμή και ο Άρης τέταρτος - οι λεγόμενοι εσωτερικοί πλανήτες μέσα από τη ζώνη των αστεροειδών). 

 

Καλλιτεχνική αναπαράσταση της επιφάνειας της Αφροδίτης
Καλλιτεχνική αναπαράσταση της επιφάνειας της Αφροδίτης

 

Κάποιοι ερευνητές ωστόσο αμφισβητούν την υπόθεση της ζωής, προτείνοντας πως το αέριο θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα μιας ανεξήγητης και άγνωστης στους ανθρώπους, ατμοσφαιρικής - γεωλογικής διαδικασίας. Ωστόσο η Αφροδίτη δεν είναι πλέον γεωλογικά ενεργή και η δραστηριότητα των ηφαιστείων της έχει τερματιστεί εδώ και 500 εκατομμύρια χρόνια. Μάλιστα δεν ανιχνεύεται ούτε τεκτονική δραστηριότητα.

 

«Είναι εκπληκτικό και εντελώς αναπάντεχο εύρημα», δήλωσε η πλανητική επιστήμονας Σάρα Ζίγκερ, από το MIT (Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασσαχουσέττης), μία από τους συγγραφείς της έκθεσης που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Astronomy. Η άλλη μελέτη δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του Astrobiology και «σίγουρα θα τροφοδοτήσει την έρευνα για την πιθανότητα ζωής στην ατμόσφαιρα της Αφροδίτης».

 

«Το ξέρουμε ότι είναι μία εκπληκτική ανακάλυψη», εξηγεί η Κλάρα Σούζα-Σίλβα, μοριακή αστροφυσικός του πανεπιστημίου του Harvard, της οποίας η έρευνα επικεντρώνεται στην φωσφίνη. «Δεν θα ξέρουμε πόσο εξωπραγματική είναι χωρίς να επιστρέψουμε στην Αφροδίτη (σ.σ με ρομποτικά, μη επανδρωμένα διαστημικά σκάφη)»

 

Χημικοί εξηγούν ότι η φωσφίνη έχει σχήμα πυραμίδας - ένα άτομο φωσφόρου στην κορυφή, με τρία άτομα υδρογόνου στην «βάση». Το διαστημικό σκάφος της NASA, Cassini είχε εντοπίσει την ουσία και στην ατμόσφαιρα στον Δία και στον Κρόνο. Όπως όμως εξηγεί η Δρ. Σούζα-Σίλβα, σε αυτούς τους γιγάντιους πλανήτες η ζωή δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την δημιουργία φωσφίνης καθώς η εξαιρετικά υψηλή θερμοκρασία και πίεση θα μπορούσε να προκαλέσει την μοριακή σύζευξη του φωσφόρου με το υδρογόνο.

 

Όμως σε μικρότερους, βραχώδεις πλανήτες όπως η Γη και η Αφροδίτη δεν υπάρχει η απαραίτητη ενέργεια για μια τέτοια διαδικασία. Στην Γη, η φωσφίνη παράγεται αντίθετα από την αναερόβια ζωή, ή τα μικρόβια που δεν χρειάζονται καν οξυγόνο. Σε τέτοιους κόσμους, «μόνο η ζωή μπορεί να δημιουργήσει φωσφίνη, εξ όσων γνωρίζουμε», τονίζει η καθηγήτρια. Στον πλανήτη μας, φωσφίνη εντοπίζεται μεταξύ άλλων στα εντόσθιά, στα κόπρανα πιγκουίνων και σε μερικά σκουλήκια που ζουν βαθιά σε θάλασσες και ωκεανούς. 

 

Τα νεότερα δεδομένα από την Αφροδίτη, είναι σύμφωνα με πολύ μεγάλες ποσότητες φωσφίνης στην ατμόσφαιρά της - από 5 έως 20 μέρη ανά δισεκατομμύριο. Πρόκειται για νούμερα χιλιάδες φορές μεγαλύτερα από τις αντίστοιχες τιμές στη Γη που έχει ζωή. Αρκετά καυτή για να λιώνει μέταλλα και με νέφη γεμάτα οξέα, η Αφροδίτη θα μπορούσε θεωρητικά να φιλοξενήσει μόνο πολύ ανθεκτικές μορφές οργανισμών. 

 

Λόγω της κοντινής απόστασης, παραμένει ο πιο εύκολα προσεγγίσιμος πλανήτης για αποστολές από τη Γη, καθώς υπό κατάλληλες συνθήκες, ένα διαπλανητικό ταξίδι ολοκληρώνεται σε λιγότερο από τέσσερις μήνες με την υφιστάμενη τεχνολογία. Στο παρελθόν, υπήρξε προορισμός αναρίθμητων μη επανδρωμένων διαστημικών αποστολών από τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση, αλλά το ενδιαφέρον ατόνησε όταν επιβεβαιώθηκαν οι ακραίες συνθήκες που επικρατούν εκεί. 

 

Το Pioneer Venus Multiprobe της NASA λίγο πριν την εκτόξευση του 1978
Το Pioneer Venus Multiprobe της NASA λίγο πριν την εκτόξευση του 1978

 

Η πρώτη επιτυχημένη αποστολή ήταν αυτή του αμερικανικού Mariner 2, που έστειλε τις πρώτες κοντινές φωτογραφίες από τον πλανήτη το 1962. Ακολούθησε η σειρά Venera από τη Σοβιετική Ένωση, που κατάφερε και την πρώτη προσεδάφιση ανθρώπινης κατασκευής σε άλλο πλανήτη με το Venera 3 το 1966. 

 

«Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ανακαλύπτουμε διαρκώς δεδομένα που συνολικά υποδεικνύουν την αυξημένη πιθανότητα να βρούμε ζωή αλλού» λέει ο Τόμας Ζουρμπούχεν, επιστημονικός διευθυντής στη NASA, ενός τμήματος που συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων για την επιλογή των επόμενων αποστολών. «Πολλοί επιστήμονες δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ότι η Αφροδίτη θα ήταν σημαντικό μέρος αυτής της συζήτησης. Όμως αποδεικνύεται ένα εκπληκτικό μέρος ανακαλύψεων.

  

Η χημικά καθαρή φωσφίνη, υπό κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος (σ.σ δηλαδή σε θερμοκρασία 25 °C και πίεση μίας ατμόσφαιρας), είναι άχρωμο, εύφλεκτο και τοξικό αέριο. Όμως η ατμοσφαιρική πίεση στην επιφάνεια της Αφροδίτης είναι πολύ υψηλότερη - και συγκεκριμένα 92 φορές μεγαλύτερη από την πίεση στην επιφάνεια της Γης.

 

Η ατμόσφαιρα της αποτελείται κατά 96,5% από διοξείδιο του άνθρακα και κατά 3,5% από άζωτο, ενώ το βασικό συστατικό των νεφώσεων πάνω από το στρώμα του διοξειδίου του άνθρακα, είναι θειικό οξύ. Κατά τα άλλα, η σύσταση της Αφροδίτης είναι παρόμοια με αυτή της Γης και η επιφάνειά της έχει πάνω από 1.600 ηφαίστεια, ηφαιστειακούς κρατήρες, όρη και πεδιάδες λάβας.

 

Με πληροφορίες από Astrobiology, Nature Astronomy και New York Times

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr