Να πάρει «ξεκάθαρη θέση» για το εάν θα στηρίξει «έστω και μια φορά τους εργαζόμενους ή θα συνεχίσει όπως ξέρει να στηρίζει μονάχα τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα», καλεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη ο Αλέξης Τσίπρας, σε δήλωση για την κατάθεση πρότασης νόμου εκ μέρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης για αύξηση του κατώτατου μισθού.

 

«Πριν από έναν χρόνο προχωρήσαμε στην αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11% και στην παράλληλη κατάργηση του υποκατώτατου», αναφέρει ο κ. Τσίπρας, προσθέτοντας ότι «σήμερα, ένα χρόνο μετά, καταθέτουμε πρόταση νόμου για νέα αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 7,5% το 2020 και 7,5% το 2021, δηλαδή 698 ευρώ για φέτος και 751 ευρώ για τον επόμενο χρόνο. Παράλληλα, από το 2022 και μετά η αρμοδιότητα για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού επιστρέφει στους κοινωνικούς εταίρους».

 

Ο κ. Τσίπρας σημειώνει ότι «ενάμισι χρόνο μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, οι προβλέψεις της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνουν την αποκατάσταση των απωλειών που είδαν οι εργαζόμενοι στους μισθούς τους την περίοδο 2010-2014, όταν με μία απλή υπουργική απόφαση εξανεμίστηκαν στο όνομα δήθεν της ανταγωνιστικότητας». Όπως υπογραμμίζει ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, «η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού είναι το ελάχιστο που οφείλει να κάνει η κυβέρνηση, προκειμένου να ενισχύσει και τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων και την αγοραστική τους δύναμη, τονώνοντας ακόμη περισσότερο την κατανάλωση και την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας». Γιατί, όπως τονίζει, «η ανάπτυξη ή θα είναι κοινωνικά δίκαιη ή δε θα υπάρξει».

 

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης σημειώνει ότι «ο κ. Μητσοτάκης που προεκλογικά έταζε "πολλές και καλές δουλειές" και δήθεν αύξηση του κατώτατου μισθού στο διπλάσιο του ρυθμού ανάπτυξης, οφείλει τώρα να πάρει ξεκάθαρη θέση», για να θέσει το ερώτημα: «Θα στηρίξει έστω και μια φορά τους εργαζόμενους ή θα συνεχίσει όπως ξέρει να στηρίζει μονάχα τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα;».

 

Βρούτσης: Αυθαίρετες και ανεύθυνες οι εξαγγελίες του κ. Τσίπρα


«Σήμερα, ένα χρόνο μετά, ο αμετανόητος κ. Τσίπρας επιστρέφει στις προσφιλείς του τακτικές, του λαϊκισμού και της δημαγωγίας. Μιλάει για αυξήσεις του κατώτατου μισθού με έναν εντελώς αυθαίρετο τρόπο χωρίς να τεκμηριώνει από πού και, κυρίως, πως δικαιολογείται μία τέτοια αύξηση» απαντά ο υπουργός Εργασίας, Γιάννης Βρούτσης. «Με αυθαίρετο και αντιεπιστημονικό τρόπο προσπαθεί για μία ακόμα φορά να εξαπατήσει τους εργαζόμενους υποσχόμενος αυξήσεις με χρήματα του ιδιωτικού παραγωγικού τομέα, μετατρέποντας την διαδικασία αύξησης του κατώτατου μισθού σε προϊόν δημοπρασίας. Είναι ο ίδιος που ένα χρόνο πριν, εκθείαζε το νόμο 4172/13 , τον οποίο και χρησιμοποίησε για την αύξηση του κατώτατου μισθού που σήμερα,όμως, θέλει να καταργήσει», αναφέρει. 

 

«Ένα σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο που καθιερώθηκε στη χώρα μας το 2013 θέτοντας κανόνες και διαδικασίες τεκμηριωμένης επιστημονικής ανάλυσης και συλλογικών διαπραγματεύσεων που συνέδεε την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα, την ανάπτυξη, την απασχόληση και κυρίως τις αντοχές της εθνικής οικονομίας με την αύξηση του κατώτατου μισθού», υπογραμμίζει ο υπουργός Εργασίας. 

 

 

«Ένας νόμος που όταν ψηφιζόταν, ο κ. Τσίπρας όχι μόνο τον καταψήφισε αλλά τον κατήγγειλε ως "γαλέρα" και "εργασιακό μεσαίωνα" εξαπατώντας με φθηνό λαϊκισμό τον κόσμο της εργασίας. Στην συνέχεια, όμως, τον χρησιμοποίησε και μάλιστα με μεγάλη καθυστέρηση στερώντας για δύο ολόκληρα χρόνια από τους εργαζόμενους, τη δίκαιη αύξηση του κατώτατου μισθού», υπογράμμισε ο κ. Βρούτσης. 

 

 

«Στις αυθαίρετες και ανεύθυνες εξαγγελίες του Πρωθυπουργού της μερικής απασχόλησης και των μισθών κάτω από το επίδομα ανεργίας, απαντάμε με το μεταρρυθμιστικό έργο μας για την ανάπτυξη της οικονομίας και την αύξηση της απασχόλησης. Είναι ο μόνος ασφαλής και υπεύθυνος δρόμος που θα επιτρέψει τη δημιουργία βιώσιμων, ποιοτικών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας με αυξήσεις δίκαιες και ανάλογες των κόπων και των θυσιών των εργαζομένων», καταλήγει χαρακτηριστικά. 

 

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ