Στο Χόλιγουντ οι δουλειές δεν πάνε καλά και τα άσχημα νέα της καλοκαιρινής περιόδου δείχνουν ότι τα έσοδα των ταινιών δεν μπορούν τελικά να υπερκαλύψουν το κόστος παραγωγής τους. Τα εισιτήρια που κόπηκαν στις αμερικανικές αίθουσες από την πρώτη εβδομάδα του Μαίου μέχρι το τέλος Αυγούστου, μια περίοδος γεμάτη από sequel που υποτίθεται ότι το κοινό αδημονούσε να δει και που κατά κανόνα αντιπροσωπεύει το 40% των ετήσιων πωλήσεων εισιτηρίων, παρουσίασαν μια αισθητή πτώση 15% σε σχέση με το ίδιο περσινό διάστημα. Τα έσοδα του αμερικανικού box office ανήλθαν σε 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια, ένα νούμερο το οποίο ήταν το χαμηλότερο εγχώριο ακαθάριστο από το 2006. Και όσον αφορά τα εισιτήρια που κόπηκαν (περίπου 405 εκατομμύρια) δείχνουν τη μικρότερη συμμετοχή του κοινού από το 1992, μια χρονιά γεμάτη από πραγματικά απογοητευτικές παραγωγές (Φονικό Όπλο 3, Το Δικό τους Παιχνίδι, Παιχνίδια Ολέθρου). Το φετινό καλοκαίρι ήταν μια ανάλογη αποτυχία και τα πράγματα πήγαν τόσο άσχημα που οι τρεις μεγαλύτερες αλυσίδες κινηματογραφικών αιθουσών στην Αμερική έχασαν 4 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο τον Μάιο. 

 

Tο χειρότερο πράγμα που συμβαίνει σήμερα στην κουλτούρα του σινεμά είναι οι Σάπιες Ντομάτες. Πιστεύω πως αυτή είναι η καταστροφή της βιομηχανίας μας

 

Το πιο ανησυχητικό κομμάτι σε όλον αυτόν τον πρόλογο είναι ότι το Χόλιγουντ θεωρεί βασικό υπεύθυνο γι’ αυτό το «αργό» καλοκαίρι μια ιστοσελίδα και από την άνοιξη κατηγορεί ανοιχτά τις «Σάπιες Ντομάτες» (Rotten Tomatoes). Η αρχή έγινε τον περασμένο Μάρτιο όταν ο σκηνοθέτης και παραγωγός Μπρετ Ράτνερ, δήλωσε ότι «το χειρότερο πράγμα που συμβαίνει σήμερα στην κουλτούρα του σινεμά είναι οι Σάπιες Ντομάτες. Πιστεύω πως αυτή είναι η καταστροφή της βιομηχανίας μας». Σε ένα χαμό μηνυμάτων που ξεκίνησε από το Twitter και κατέληξε σε μεγάλες λίστες του περιοδικού Entertainment Weekly, πολλά στελέχη των στούντιο, σκηνοθέτες και παραγωγοί στάθηκαν στο πλευρό του Ράτνερ. Μεταξύ άλλων ο Τζόρνταν Χόροβιτς, ο βραβευμένος παραγωγός του «La La Land» συμφώνησε ανοιχτά στο Twitter με ένα τρανταχτό «I *strongly* agree» και κάπως έτσι ξεκίνησε ένα μοντέρνο κυνήγι μαγισσών. Το αστείο, βέβαια, είναι ότι ενώ όλα τα δάχτυλα έδειχναν προς τις Σάπιες Ντομάτες (οι οποίες βράζουν στο καζάνι τους κριτικές για να δώσουν στις ταινίες ένα «φρέσκο» ή ένα «σάπιο» τίτλο στο διάσημο Ντοματόμετρό τους) η ιστοσελίδα rottentomatoes.com κέρδισε μια απότομη δημοσιότητα με 13,6 εκατομμύρια μοναδικούς επισκέπτες μόνο τον Μάιο. Μια αύξηση της τάξεως του 32% πάνω από τα περσινά στατιστικά τους νούμερα (σύμφωνα με τις μετρήσεις της εταιρεία comScore). 

 

Πόσο «λερώνουν» το Χόλιγουντ οι Σάπιες Ντομάτες;
To προσωπικό των Rotten Tomatoes είναι 36 άτομα. Αρκετά να ταρακουνήσουν μια γιγαντιαία βιομηχανία

 

Πώς, λοιπόν, μια χονδροειδέστατη ιστοσελίδα που λειτουργεί με τον ίδιο (πάνω κάτω) τρόπο για 19 χρόνια απέκτησε τόση δύναμη; Όποιος έχει παρακολουθήσει την πορεία της, γνωρίζει ότι καμία σχέση με πληρωμένους δολοφόνους μιας βιομηχανίας δεν έχουν οι 36 κριτικοί κινηματογράφου που εργάζονται εκεί. Τα γραφεία τους βρίσκονται στο Μπέβερλι Χιλς, κάθε τόσο μαζεύονται στις δύο αίθουσες συνεδριάσεων για να συζητήσουν όλοι μαζί (η μία αίθουσα ονομάζεται «La La Land» και η άλλη «Οz») και ανάμεσά τους βρίσκονται αξιόλογοι δημοσιογράφοι, συγγραφείς και εκτελεστικά στελέχη κινηματογραφικών στούντιο με πείρα. Ένας από αυτούς ο Jeff Voris με πολυετή προυπηρεσία στην Ντίσνει και ο Jeff Gilles, o oποίος σήμερα μετράει 12 χρόνια στην υπηρεσία του Ντοματόμετρου. Η σελίδα ιδρύθηκε το 1998 από φοιτητές του Μπέρκλεϊ που βασικά ήθελαν να έχουν μαζεμένες κριτικές για ταινίες kung-fu, όλες σε ένα μέρος. Το όνομα της σελίδας βγήκε από το παραδοσιακό μεσαιωνικό έθιμο όπου ο όχλος πετούσε παλιά φαγητά, αυγά και σάπια φρούτα και ντομάτες στους μικροαπατεώνες που έπιαναν και αλυσόδεναν οι αρχές στις πλατείες. Στο αρχείο των Νew York Times αναφέρεται ότι ένας θεατρικός ηθοποιός έφαγε την πρώτη ντομάτα ανάμεσα στα μάτια μετά από μια άθλια παράσταση στο Long Island. Στη σύγχρονη ιστορία όμως, οι Σάπιες Ντομάτες, όσο περισσότερο σκληρή κριτική ασκούν τόσο μεγαλύτερη δύναμη κερδίζουν από τους επισκέπτες τους. Μια μικρή (σχεδόν παράλογη) λεπτομέρεια που δεν γνωρίζουν πολλοί είναι ότι η ιστοσελίδα Rotten Tomatoes είναι ιδιοκτησία της Fandango (μιας κινηματογραφικής εταιρείας παραγωγής) η οποία με τη σειρά της αποτελεί μονάδα της NBCUniversal ενώ ένα μικρό μέρος της ανήκει στην Warner. H Fandango αγόρασε τον έλεγχο από την Warner πέρυσι, αλλά όλα τα μέρη της επιχείρησης τονίζουν και επιμένουν ότι η Rotten Tomatoes λειτουργεί ανεξάρτητα. 

 

Aπό την άλλη μεριά οι σκηνοθέτες και οι παραγωγοί διαμαρτύρονται όλο πίκρα ότι η Rotten Tomatoes έχει ρίξει στην αγορά ένα τεράστιο, και πολύ κρίσιμο, παγκόσμιο δίχτυ. Από την πλευρά της ιστοσελίδας έχει ανακοινωθεί ότι συνεργάζεται με περίπου 3.000 κριτικούς ταινιών παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένων των bloggers και των «ανεξάρτητων» παρουσιαστών του YouTube. Και εδώ ρωτούν οι σκηνοθέτες πώς γίνεται κριτικοί όπως οι Screen Junkies ή οι Punch Drunk Critics να αντιμετωπίζονται ισάξια με εκείνους των The Los Angeles Times ή του The New Yorker; Ο Paul Yanover, πρόεδρος της Fandango, δήλωσε πρόσφατα στο Νew York Times ότι είναι γελοίο για τα στούντιο να κάνουν τη σελίδα Rotten Tomatoes αποδιοπομπαίο τράγο για τις χαμηλές πωλήσεις του box office. Εξήγησε ότι τα στούντιο πανικοβάλονται επειδή το σινεμά δεν είναι πλέον συνήθεια για τους Αμερικανούς. Λόγω της αύξησης των τιμών και του ανταγωνισμού το να βγεις από το σπίτι σου και να κάνεις ένα μικρό ταξίδι μέχρι να φτάσεις στο multiplex έχει γίνει ένα ιδιαίτερος τρόπος ψυχαγωγίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι το κοινό αγνοεί πλέον ταινίες χαμηλής ή μεσαίας κλίμακας και προτιμάει να τις δει αυτές όταν είναι διαθέσιμες στο Νetflix. 

 

Πόσο «λερώνουν» το Χόλιγουντ οι Σάπιες Ντομάτες;
Η κουζίνα των γραφείων που βρίσκεται στο Λος Άντζελες, με κινηματογραφικές αναφορές.
Πόσο «λερώνουν» το Χόλιγουντ οι Σάπιες Ντομάτες;
Το δωμάτιο των προβολών

 

Όμως η μάχη ανάμεσα στα στούντιο και της ιστοσελίδας συνεχίζεται σε πολλά μέτωπα. Λίγοι από τους παραγωγούς μπορούν να δουν ότι αν η σελίδα είναι ένα τέρας τότε τα στούντιο είναι εκείνα που το βοήθησαν να δημιουργηθεί. «Για μένα, είναι γελοίο το επιχείρημα ότι οι Rotten Tomatoes αποτελούν το μεγάλο πρόβλημα. Άντε γαμηθείτε και φτιάξτε μια καλή ταινία!», ήταν τα λόγια ενός διανομέα κινηματογραφικών ταινιών στο Vanity Fair (το περιοδικό δεν έδωσε περισσότερα στοιχεία) που ταρακούνησαν τα στούντιο και τους παραγωγούς τον περασμένο Ιούνιο. Γιατί η αλήθεια είναι ότι οι εταιρείες όσο κι αν φοβούνται τα «σάπια» σκορ άλλο τόσο λατρεύουν τα «φρέσκα». Η Sony πρόσφατα τελείωσε το πρώτο τρέιλερ του «Baby Driver» με ένα φλασαριστό 100% δίπλα στο σήμα Rotten Tomatoes (αργότερα η κριτική έπεσε στο 94) και η Annapurna έκανε το ίδιο για τις τηλεοπτικές διαφημίσεις του «Detroit» (αν και δεν βοήθησε γιατί τελικά το δράμα πάτωσε). Αλλά αυτό που φαίνεται ξακάθαρα είναι ότι η ιστοσελίδα γίνεται όλο και πιο δυνατή. Ήδη σχεδιάζει ένα νέο Ντοματόμετρο για τηλεοπτικές σειρές και μια νέα σειρά από βίντεο που θα παρουσιάζει η Grae Drake, διευθύντρια σύνταξης των Rotten Tomatoes. Είναι η ίδια που είχε απαντήσει και στις επιθέσεις του Μπρετ Ράτνερ λέγοντας «Στις Rotten Tomatoes συμφωνούμε απόλυτα ότι η κινηματογραφική κριτική είναι πολύτιμη και σημαντική. Το Ντοματόμετρο, το οποίο είναι το σκορ των επαγγελματικών κριτικών έχει εξελιχθεί στο πιο σημαντικό εργαλείο για το κινηματογραφόφιλο κοινό. Αλλά εμείς θεωρούμε ότι αυτό λειτουργεί απλά ως ένα σημείο εκκίνησης για τους θεατές, προκειμένου εκείνοι να συζητήσουν, να τοποθετηθούν και να μοιραστούν την άποψή τους για την κάθε ταινία».

 

Η ιστοσελίδα Rotten Tomatoes λειτουργεί ως εξής: για κάθε ταινία που κυκλοφορεί συγκεντρώνει το σύνολο των κριτικών που έχουν δημοσιευθεί και βγάζει το τελικό ποσοστό. Οι κριτικές χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: επαγγελματικές και ερασιτεχνικές (δηλαδή βαθμολογεί το κοινό). Αν ποσοστό μεγαλύτερο από το 60% των (επαγγελματικών) κριτικών είναι θετικές, τότε η ταινία μπαίνει στην κατηγορία «Fresh». Καθετί λιγότερο αυτού την κατατάσσει στην κατηγορία «Rotten». Οι ερασιτέχνες κριτικοί, δηλαδή το κοινό, για να είναι έκυροι πρέπει να έχουν δημοσιεύσει τουλάχιστον 100 κριτικές μέσα σε δύο χρόνια.

 

Με στοχεία από τους New York Times