Πλαφόν στις συντάξεις βάζει η τροπολογία του υπουργείου Εργασίας που κατέθεσε χθες ο Γιάννης Βρούτσης στη Βουλή, λίγα λεπτά πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία ψήφισης του διυπουργικού νομοσχεδίου για άσυλο, ΟΤΑ και ασυμβίβαστο. 

 

Το νέο πλαφόν ορίστηκε στο δωδεκαπλάσιο της εθνικής σύνταξης, δηλαδή στα 4.608 ευρώ και αφορά σε όλες τις νέες κύριες συντάξεις γήρατος, αναπηρίας και χηρείας που εκδόθηκαν από το Μάιο του 2016 και τις επανυπολογισμένες με τον «νόμο Κατρούγκαλου». Σε περίπτωση που κάποιοι δικαιούχοι μεγαλύτερων συντάξεων πρόλαβαν να τις πάρουν πριν «παγώσει» η έκδοσή τους, θα κληθούν να επιστρέψουν το υπόλοιπο ποσό. 

 

Oι τυχόν διαφορές ποσών συντάξεων θα αναζητούνται άτοκα ως «καλοπίστως εισπραχθέντα» και θα επιστρέφονται με παρακράτηση του 20% της μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξης έως της τελικής εξόφλησης.

 

Ποιους αφορά και ποιοι εξαιρούνται

Επί της ουσίας η ρύθμιση επηρεάζει κυρίως υψηλόβαθμα στελέχη τραπεζών και ΔΕΚΟ καθώς και διπλοασφαλισμένους γιατρούς, μηχανικούς, συμβολαιογράφους κ.α. Το πλαφόν περιορίζει κάθε είδους προσαυξήσεις από διπλές εισφορές. Από τη ρύθμιση εξαιρούνται οι δικαιούχοι επιδομάτων τετρα-παραπληγίας και απολύτου αναπηρίας, ακόμα και αν λαμβάνουν υψηλές συντάξεις, λόγων των αυξημένων αναγκών τους. Δηλαδή το μικτό ποσό σ΄αυτές τις περιπτώσεις προσαυξάνεται κατά το ποσό που αντιστοιχεί.

 

Ποιοι θα κληθούν να επιστρέψουν πίσω χρήματα 

Σύμφωνα με το υπουργείο εργασίας περίπου 224 άτομα που έχουν λάβει συντάξεις έως 7.000 ευρώ ενώ υπάρχουν και παλιοί συνταξιούχοι που έλαβαν πέρυσι μεγάλες αυξήσεις καθώς από τον επανυπολογισμό της σύνταξής τους προέκυψε αρνητική προσωπική διαφορά.

 

Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, οι αυξήσεις θα δοθούν σε 5 δόσεις, σε βάθος 5 ετών. 

 

Οι συντάξεις θα αποτελούνται πλέον από:

-Την εθνική σύνταξη (345 έως 384 ευρώ ανάλογα με τα έτη ασφάλισης) και

-Την ανταποδοτική σύνταξη που υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές του ασφαλισμένου και τα ποσοστά αναπλήρωσης που ορίζει ο νόμος Κατρούγκαλου

 

Όπως σημειώνεται στην αιτιολογική έκθεση, ο υπολογισμός της ανταποδοτικής σύνταξης από το 2002 έως το 2016 είχε ως αποτέλεσμα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις την απονομή συντάξεων που αλλοίωναν την αρχή της ανταποδοτικότητας και της δίκαιης αναδιανομής που θα πρέπει να διέπουν με όρους δικαιοσύνης το ασφαλιστικό σύστημα, εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα αυτού και επάρκεια παροχών.

 

Σύμφωνα με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, από την προωθούμενη διάταξη εξοικονομούνται 550.000 ευρώ για το τρέχον έτος, 1,31 εκατομμύρια ευρώ για το 2020, 1,57 εκατ. ευρώ για το 2021, 1,70 εκατ. ευρώ για το 2022 και 1,85 εκατ. ευρώ για το 2023.