«Δεν πρόκειται για τον πιο αιμοσταγή Ταραντίνο, σίγουρα όμως πρόκειται για Ταραντίνο», αναφέρει για την ταινία η 'σούμα' που βάζουν οι New York Times στο τέλος των κινηματογραφικών κριτικών της εφημερίδας. Προηγουμένως, στο κείμενό του, ο επιφανής κριτικός Α.Ο. Scott, σημειώνει ότι η ένατη (και προτελευταία;) ταινία του σκηνοθέτη είναι στο μεγαλύτερο μέρος της «μάλλον τρυφερή παρά εμμονική» και σίγουρα η «πιο χαλαρή» του παρά τον «κακό χαμό» στο φινάλε της:

 

«Δεν χρειάζεται να συμφωνείς με την αντίληψη της ταινίας. Προσωπικά δε νομίζω ότι συμφωνώ. Αλλά δεν με απασχολεί κιόλας. Θα υπάρξουν θεατές που θα αντιδράσουν με πολιτικούς όρους στην κυριολεκτική και μεταφορική «κακοποίηση» του χίπικου ιδεαλισμού. Θα υπάρξουν άλλοι που θα επικροτήσουν τον τρόπο με τον οποίο θέτει τον αντίχειρα στο μάτι μιας σύγχρονης ευαισθησίας και ορθότητας, και άλλοι που θα επιμείνουν ότι η ταινία δεν ασχολείται καθόλου με πολιτικά ζητήματα. Η άποψή μου είναι η εξής: Εν τέλει, πρόκειται ουσιαστικά για γουέστερν. Η πολιτική υπάρχει στον γενετικό κώδικα του είδους, τον οποίο ο Ταραντίνο γνωρίζει καλύτερα απ' όλους. Τούτο σημαίνει ότι όπως όλα τα κλασικά γουέστερν, το "Once Upon a Time...in Hollywood" δεν πάει πουθενά. Θα μείνει αμετακίνητο ως πηγή συζήτησης – και απόλαυσης – για όσο καιρό εξακολουθήσουμε να ενδιαφερόμαστε για το σινεμά...».

 

Όλοι οι ηθοποιοί, είτε σε μεγάλους είτε σε μικρούς ρόλους βγάζουν τον καλύτερο εαυτό τους στην ταινία. Δύο ώρες και σαράντα λεπτά μοιάζουν ίσως πολύς χρόνος στην εποχή μας, αλλά δεν θα έκοβα ούτε ένα κάδρο.

 

Στην κριτική της στο περιοδικό Time, η Stephanie Zacharek κάνει λόγο για ένα «ελεγειακό παραμύθι» και για «ένα από τα πιο συναισθηματικά και επίσης ένα από τα καλύτερα φιλμ του Ταραντίνο»:

 

«Ο Πιτ και ο ΝτιΚάπριο είναι απολαυστικοί μαζί, και παρότι θα ήταν πολύ δύσκολο να τους αποκαλέσει κάποιος από εμάς "γερασμένους", τα πρόσωπα τους, κάποτε αψεγάδιαστα σαν ρετουσαρισμένο πορτρέτο γυμνασιακής επετηρίδας, έχουν επιτύχει πλέον μια πολυκαιρισμένη τελειότητα... Η ταινία όμως ανήκει στην πραγματικότητα σε μια άλλη φιγούρα με πολύ λιγότερο χρόνο στην οθόνη από τους δύο άρρενες πρωταγωνιστές, που γεμίζει όμως παρ' όλ' αυτά την ταινία με φως: την Σάρον Τέιτ όπως την υποδύεται η Μάργκο Ρόμπι...».

 

Η κατακλείδα του David Sims για το Atlantic είναι ότι «το αποτέλεσμα είναι μια απρόσμενα ίσως αστεία αλλά και εξαιρετικά μελαγχολική ταινία "παρέας", μια ελεγεία για μια χαμένη εποχή και μια αντανάκλαση του πώς κάθε τέχνη είναι καταδικασμένη να χάσει στην πορεία την αιχμή της», ενώ ο Ben Travers έγραψε στην κριτική του για την ταινία στο Rolling Stone: «Όλοι οι ηθοποιοί, είτε σε μεγάλους είτε σε μικρούς ρόλους βγάζουν τον καλύτερο εαυτό τους στην ταινία. Δύο ώρες και σαράντα λεπτά μοιάζουν ίσως πολύς χρόνος στην εποχή μας, αλλά δεν θα έκοβα ούτε ένα κάδρο. Το πιο σοκαριστικό ίσως στοιχείο του φιλμ είναι ο τρόπος που αφήνει ανοιχτή την καρδιά του σε μια ιδέα αθωότητας, ειδικά στον τρόπο που ερμηνεύει η Ρόμπι την Σάρον Τέιτ ως μια πηγή φωτός που δεν μπορεί να σβήσει κανένας κυνισμός».

 

«Το πιο σοκαριστικό ίσως στοιχείο του φιλμ είναι ο τρόπος που αφήνει ανοιχτή την καρδιά του σε μια ιδέα αθωότητας, ειδικά στον τρόπο που ερμηνεύει η Ρόμπι την Σάρον Τέιτ ως μια πηγή φωτός που δεν μπορεί να σβήσει κανένας κυνισμός».
«Το πιο σοκαριστικό ίσως στοιχείο του φιλμ είναι ο τρόπος που αφήνει ανοιχτή την καρδιά του σε μια ιδέα αθωότητας, ειδικά στον τρόπο που ερμηνεύει η Ρόμπι την Σάρον Τέιτ ως μια πηγή φωτός που δεν μπορεί να σβήσει κανένας κυνισμός».

 

Ακόμα κι ο κριτικός των Los Angeles Times, Kenneth Turan, o οποίος στο παρελθόν έχει υπάρξει πολύ επιφυλακτικός με το κινηματογραφικό σύμπαν του Κουέντιν Ταραντίνο και την ροπή του στην γλαφυρή απεικόνιση βίας, δηλώνει συνεπαρμένος από τη νέα του ταινία, παρά τους όποιους ενδοιασμούς του:

 

«Ας μην παρεξηγηθώ: Η σαδιστικά, φετιχιστικά αλύπητη βία – ειδικά εναντίον των γυναικών - που μας έχει συνηθίσει ο Ταραντίνο, δεν έχει εξαφανιστεί, κάθε άλλο. Έχει τεθεί όμως υπό περιορισμό στο φινάλε μιας μεγάλης σε διάρκεια ταινίας η οποία αποτελεί φόρο τιμής τόσο σε μια μακρινή εποχή του Χόλιγουντ όσο και σε ένα χάρισμα και μια συντροφικότητα αντρικού τύπου που πάντα γνώριζε πώς να αναδεικνύει το σινεμά... Το 1969, ο Ταραντίνο ήταν ένα αγόρι έξι χρονών που ζούσε στο Λος Άντζελες, μακριά όμως από το κέντρο της πόλης και υπό μία έννοια, μ' αυτή του την ταινία, επιχείρησε να αναπαραστήσει την ιδέα που είχε για το πώς ζούσε τότε ο ενήλικο κόσμος στις παρυφές του Χόλιγουντ. Φυσικά, πέρα από την αναφορά στον Λεόνε, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο τίτλος του έργου ξεκινά με το παραμυθένιο "Μια φορά κι έναν καιρό..."».