Τέμενος 2016: Ίσως η πιο σημαντική κινηματογραφική ανάμνηση του περασμένου θέρους

Τέμενος 2016: Ίσως η πιο σημαντική κινηματογραφική ανάμνηση του περασμένου θέρους Facebook Twitter
Στη βεράντα του ξενοδοχείου Ηραία (δεν έχει άλλο στα Λουτρά Ηραίας), στα τραπεζάκια του οποίου στεγάζονταν τα κεντρικά αρχηγεία της διοργάνωσης, ο ντροπαλός, ευγενής, θερμός Ρόμπερτ Μπίβερς έλυσε απορίες, στην παραδοσιακή, όπως μου είπαν, μάζωξη των φεστιβαλιστών, απαντώντας σε ερωτήσεις γύρω από τις προθέσεις του Μαρκόπουλος, τις επιδιώξεις και τους στόχους του, κάνοντας μνεία στον ευλογημένο τόπο, στην Αρκαδία και την επιρροή που είχε στο έργο του.
0

Το είχα πάντα στο μυαλό μου, αλλά δεν το μεθόδευσα ποτέ. Το Τέμενος, η εκδήλωση με προβολές από το έργο του Γκρέγκορι Μαρκόπουλος, γίνεται κάθε 4 χρόνια, κάθε δίσεκτο έτος δηλαδή, και συνειδητοποιούσα απλά ότι, δυστυχώς, και πάλι είχα χάσει την ευκαιρία, λίγες ημέρες μετά το τέλος. Αυτή τη φορά ο φίλος, κριτικός και Κρητικός Νίκος Τσαγκαράκης, που συνεχίζει ακάθεκτος το διδακτορικό του στο ελληνικό πειραματικό σινεμά, ήταν το ξυπνητήρι μου. Με τα απανωτά memo του, δεν θα μου ξέφευγε φέτος. Τελευταίο σαββατοκύριακο του Ιουνίου, εξοπλισμένος με το σκονισμένο sleeping bag των εφηβικών διακοπών, για τη βραδινή υγρασία του δάσους, ξεκίνησα για τα Λουτρά Ηραίας- κατά σύμπτωση, τόπο καταγωγής του Κώστα Γαβρά. Τα καταλύματα λιγοστά, τα δωμάτια ταπεινά, η πρόθεση γενναία, και η διάθεση ακμαία.


Ανάμεσα στις καθημερινές προβολές των ταινιών της τρέχουσας επικαιρότητας και τα διαμάντια του παγκόσμιου σινεμά που αποκαλύπτονται, όλο και σπανιότερα, στα μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού, την αστική συνήθεια της Αθήνας και την συνηθισμένη διαφυγή στα νησιά των καλοκαιριών μας, την αποτίμηση των Ελλήνων σκηνοθετών και την θέση τους στον διεθνή αφηγηματικό κινηματογράφο, ορθώνεται ο Γκρέγκορι Μαρκόπουλος, ψηλά στην πατρογονική Λυσσαρέα, μιας Αρκαδίας που δεν έχασε ποτέ πραγματικά αλλά βρήκε μια για πάντα μετά τον θάνατό του- μοναχική και μοναδική περίπτωση αυτού που γενικά ονομάζουμε avant-garde cinema, σε ένα τριήμερο που έμοιαζε κάτι ανάμεσα σε κοντινές διακοπές, εκπαιδευτική διαδρομή και επίσκεψη σε υπαίθρια, pop-up εκκλησία.

Οι κλεφτές μου ματιές στο έργο του Μπράκατζ, του Γουόρχολ ή των Μέκας, δεν συγκρίνονται με αυτήν την ολοκληρωμένη εμπειρία, ακόμη κι αν το αδιαπέραστο στιλ της αφήγησης του Μαρκόπουλος δεν επιτρέπει κοφτές κρίσεις, το κομφόρ της γρήγορης αφομοίωσης και το μαξιλαράκι του οικείου σινεμά.

Τα βιογραφικά στοιχεία του είναι λίγο-πολύ γνωστά. Κανείς ωστόσο δε μπορεί να έχει άποψη του έργου του αν δεν αποκτήσει την επιτόπια εμπειρία που βιώνεται κάθε 4 χρόνια, σε ένα ξέφωτο, διακριτικά ξεχορταριασμένο και ευτυχώς «ξεφιδιασμένο» για το τριήμερο, μισή ώρα ποδαρόδρομο από το χωριό. Το έργο του δεν απαντάται στο internet, προβάλλεται αυστηρά σε φιλμ και αποκλειστικά στη Λυσσαρέα, μπροστά σε προσκυνητές- επισκέπτες κυριολεκτικά από όλον τον κόσμο, φοιτητές κινηματογραφικών σχολών, λίγους, πολύ λίγους φιλομαθείς περίοικους, τον αθηναϊκό αγέλαστο κόσμο της πρωτοπορίας, που λέει χαριτολογώντας ο Τζούμας, με μεσήλικες που κοιτάζουν βλοσυρά κι ελαφρώς επιτιμητικά, αλλά και αυθεντικούς σινεφίλ, που μάλιστα συζητούσαν πίσω μου για την πρεμιέρα του Athens Open Air, που θα προλάβαιναν στο τσακ αμέσως μετά το τριήμερο, ως σύγχρονοι σινε-περιηγητές. Κάθε φορά που διάβαζα για το Τέμενος (η εκδήλωση με προβολές από το ολοκληρωμένο έργο του Μαρκόπουλος, που ονομάζεται Ενιαίος), είχε μόλις τελειώσει και έπρεπε να περιμένω άλλα 4 χρόνια για το επόμενο δίσεκτο έτος, που, παρεμπιπτόντως, δεν έχει καμιά συμβολική σηματοδότηση, πέρα από την δυσκολία εξεύρεσης πόρων, που επιβάλλει την αραιή συχνότητα, αν και δεν είναι τυχαίος ο συσχετισμός της γεωγραφικής τοποθέτησης με την ουτοπική Αρκαδία που ύμνησαν οι παστοραλιστές της χρυσής εποχής- το ορεινό κρησφύγετο των άγριων ευγενών και της άπιαστης αρμονίας.

Τέμενος 2016: Ίσως η πιο σημαντική κινηματογραφική ανάμνηση του περασμένου θέρους Facebook Twitter
Τα βιογραφικά στοιχεία του είναι λίγο-πολύ γνωστά. Κανείς ωστόσο δε μπορεί να έχει άποψη του έργου του αν δεν αποκτήσει την επιτόπια εμπειρία που βιώνεται κάθε 4 χρόνια, σε ένα ξέφωτο, διακριτικά ξεχορταριασμένο και ευτυχώς «ξεφιδιασμένο» για το τριήμερο, μισή ώρα ποδαρόδρομο από το χωριό.

Ο τρόπος που έχει μονταριστεί ο Ενιαίος, από τον ίδιο τον Μαρκόπουλο, ο οποίος δεν έζησε για το δει να προβάλλεται σύμφωνα με τις επιθυμίες του, και τον συνεργάτη και σύντροφο, Robert Beavers, χαρακτηρίζεται αμετάκλητα από την αποκλειστική χρήση, συνήθως μονών, σπανίως μερικών (διάρκειας το πολύ πέντε δευτερολέπτων) καρέ με κινηματογραφημένο περιεχόμενο και την παρεμβολή λευκών και μαύρων καρέ, που διακόπτουν την συνεχή ροή των εικόνων. Παλιότερα φιλμ του Μαρκόπουλος, τιτλοφορημένα και συνεχούς ροής, αν και πάντα πειραματικά, επαναπροσδιορίστηκαν από την τεχνική αυτή, η θεωρία της οποίας παρουσιάζεται αναλυτικά από τον ίδιο τον δημιουργό στο βιβλίο του «Βουστροφηδόν» (Εκδόσεις Άγρα). Πίσω από τη διανοητική αυτή, μονταζιακή κατασκευή, επιδιώκεται η συμμετοχή του θεατή, μια ασυνήθιστη διάδραση που θα του επιτρέψει να σκεφτεί αυτό που μόλις είδε, ή θα του προκαλέσει μια visceral αντίδραση, υποσυνείδητα, με την μικρή ή μεγάλη απόσταση του χρόνου. Σε μένα έπιασε το τρικ: τα λαμπερά ή μελανά διαλείμματα κυμαινόμενης διάρκειας, ποτέ τυχαία τοποθετημένα (αν και αδύνατον, ή μάλλον μάταιο από κάποιον που δεν είναι γνώστης και αναλυτής αυτού του magnum opus, να εντοπίσει πάντα την πρόθεση πίσω από τη συγκεκριμένη θέση τους), βάθυναν, επέτειναν, ζάλισαν, υπέβαλαν, ως και κοίμισαν, ποτέ ωστόσο δεν γλίστρησαν στην αδιαφορία. Στα πορτρέτα καλλιτεχνών, ή ανθρώπων που απλώς ενδιέφεραν τον Μαρκόπουλο, όπως η χήρα του Καντίνσκι, η τεχνική αυτή λειτούργησε ιδιαιτέρως πολυδιάστατα: για παράδειγμα, ο Γιάννης Τσαρούχης, χαλαρά καθισμένος σε μια καρέκλα, και μόνο σε αυτήν την πόζα, στοιχήθηκε με τα έργα του. Χωρίς να ακούμε την χαρακτηριστική του φωνή, που από ένα σημείο κι έπειτα, και ο ίδιος πρότεινε ως εξεζητημένο όχημα της επικοινωνιακής τακτικής του, βλέπαμε λεπτομέρειες, χέρια, λαιμό, ρούχα, σε μια εναλλακτική πρόταση αυτοπροσωπογραφίας, που δεν ατενίζει τον νοητό καθρέφτη του καλλιτέχνη, αλλά ερευνά τον χαρακτήρα, συλλαμβάνοντας την στιγμή. Ο τρόπος έκφρασης του αναθεωρημένου έργου του Μαρκόπουλος είναι καλειδοσκοπικός, παραισθητικός, με τις λευκές παρεμβολές να προκαλούν ένα στροβοσκοπικό παροξυσμό και να μετατρέπουν τις εικόνες σε στοιχειωτικό σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες.

 
Πήγα όσο έπρεπε απροετοίμαστος, ταπεινός κι απαίδευτος στο σύμπαν του πειραματικού κινηματογράφου. Οι κλεφτές μου ματιές στο έργο του Μπράκατζ, του Γουόρχολ ή των Μέκας, δεν συγκρίνονται με αυτήν την ολοκληρωμένη εμπειρία, ακόμη κι αν το αδιαπέραστο στιλ της αφήγησης του Μαρκόπουλος δεν επιτρέπει κοφτές κρίσεις, το κομφόρ της γρήγορης αφομοίωσης και το μαξιλαράκι του οικείου σινεμά. Έφυγα με την αίσθηση μιας ένεσης, την επήρεια της οποίας δεν μπορώ να υπολογίσω ακόμη. Ανάμεσα στις νυχτερινές προβολές στο αυτοσχέδιο τέμενος, πρόλαβα να κάνω μπάνιο στον Αλφειό ποταμό, να τρυπώσω στο απότομο φαράγγι της Νέδας για να τσαλαβουτήσω στους ολόδροσους καταρράκτες της, και κυρίως να εκπληρώσω ένα απωθημένο ετών, ν' ανέβω στον, σκεπασμένο πλέον λόγω συντήρησης που δεν λέει να τελειώσει, ναό του Επικούρειου Απόλλωνα, που είχα κινηματογραφικά θαυμάσει κάποτε στη Ρόδο, στο φεστιβάλ της Λουκίας Ρικάκη, στο 8λεπτο ντοκιμαντέρ του Ζαν Ντανιέλ Πολέ, Bassai (1964), με τη στιβαρή αφήγηση του Αλεξάντρ Αστρύκ. Δέος και τιμή. Φύση και Τέχνη. Ιστορία και πολιτισμός. Θρησκεία και μυθοπλασία, τόσο κοντά. Όπως είχε γράψει κι ο Όσκαρ Ουάϊλντ στο The Critic as an Artist, «ναι, ονειρεύομαι, γιατί ονειροπόλος είναι αυτός που βρίσκει το δρόμο του στο φως του φεγγαριού και η μόνη τιμωρία του είναι ότι βλέπει την αυγή πριν τους υπόλοιπους».

Τέμενος 2016: Ίσως η πιο σημαντική κινηματογραφική ανάμνηση του περασμένου θέρους Facebook Twitter
Ο P. Adams Sitney, ιστορικός κινηματογράφου, συνιδρυτής του Anthology Film Archives, αυτόπτης μάρτυρας του αβάν γκαρντ κινήματος, «εφευρέτης» του όρου structural film και συγγραφέας του εμβληματικού Visionary Film το 1974, ήταν παρών στις προβολές και τις συζητήσεις, κρατώντας σημειώσεις και μιλώντας απνευστί με τους καλεσμένους, περισσότερο σε μορφή χαλαρής διάλεξης (καθηγητής γαρ), παρά σε ελεύθερο διάλογο. Ανάμεσα στις νόστιμες παραδοξολογίες που μου είπε με χαμογελαστό στόμφο, κρατώ τα εξής: «Ηθοποιοί σαν τη Σούζαν Σαράντον και τον Τζορτζ Κλούνι είναι εγκληματικά ανόητοι, που νομίζουν πως με τις φιλανθρωπίες βοηθούν κάποιον άλλον πέρα από τη φήμη τους». Η Μέριλ Στριπ είναι σαν κι αυτούς, πιθηκίζει όλους τους ρόλους της, είναι άθλια, με μοναδική εξαίρεση το Ο Διάβολος Φοράει Πράντα, όπου αντέγραψε μια καταρτισμένη, κακιά κριτικό τέχνης, την Ανέτ Μάϊκελσον κι όχι αυτήν που νομίζετε». «Πηγαίνω πάντα στο σινεμά, και μάλιστα κάθομαι μπροστά, για να κρατώ επαφή με το μέσο, αλλά βρίσκω όλες τις ταινίες φριχτές». «Η μόνη που μου άρεσε από τις πρόσφατες είναι το Barbershop…». «…Και παλιότερα ο Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος». Με χαιρέτισε για να κηρύξει στο διπλανό τραπέζι, λέγοντας μου πως είναι φανερό πως διαφωνούμε ριζικά. Δεν είχα προλάβει να σταυρώσω κουβέντα…
Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο πόλεμος στο επίκεντρο του 79ου Φεστιβάλ Καννών

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Τι θα δούμε στο 79ο Φεστιβάλ Καννών

Η φετινή διοργάνωση φιλοδοξεί να αποτυπώσει την τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια, φέρνοντας στο επίκεντρο ιστορικές συρράξεις, από τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο διάβολος φοράει Prada 2

Οθόνες / «Ο Διάβολος φοράει Prada 2»: Είδαμε την πιο αναμενόμενη ταινία της χρονιάς

Επανέρχονται οι αρχικοί συντελεστές, αλλά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τη μόδα, και την εντύπωση που προκαλεί, στη «δολοφονία» της δημιουργικότητας και του ταλέντου σε μια εποχή συγχωνεύσεων και πολιτιστικών εκπτώσεων.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Όταν η Κέιτ συνάντησε τον Λούσιαν

Οθόνες / Όταν η Κέιτ Μος συνάντησε τον Λούσιαν Φρόιντ

Τέλη Μαΐου βγαίνει στις βρετανικές αίθουσες τo «Moss & Freud» που αποτυπώνει τη σχέση της Κέιτ Μος με τον Λούσιαν Φρόιντ: το μοντέλο εξομολογήθηκε το όνειρό του να ποζάρει στον ζωγράφο και λίγους μήνες μετά προέκυψε το «Γυμνό Γεύμα» που πωλήθηκε για 5 εκατ. ευρώ.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Στο «Apex» η Σαρλίζ Θερόν συνεχίζει το ταξίδι της στην υπέρβαση

Οθόνες / Μόνο η Σαρλίζ Θερόν επιβιώνει από το «Apex»

Σε μια ταινία που περιφρονεί τη λογική και αποθεώνει την ομορφιά της, η Νοτιοαφρικανή ηθοποιός επιβεβαιώνει την προτίμησή της σε ρόλους περίπου «εξωγήινων» ηρωίδων που θέλουν να παίζουν με τους δικούς τους όρους.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Απώλειες / Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Ήταν ένας από τους ελάχιστους ελληνικής καταγωγής που βραβεύτηκε με Όσκαρ. Αληθινός αρχιτέκτονας του νέου αμερικανικού σινεμά, αγαπημένος συνεργάτης του Κόπολα, conceptual καλλιτέχνης του production design ισορροπούσε πάντα ιδιοφυώς μεταξύ Τέχνης και τεχνικής.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Οθόνες / «Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα της βιογραφίας του στο Βερολίνο, είδαμε πρώτοι πώς ο σούπερ σταρ βρήκε το κουράγιο να δραπετεύσει από τον πατέρα του και θυμηθήκαμε τη συναυλία που σύστησε τη σκηνική του ιδιοφυΐα σε όλον τον πλανήτη.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Οθόνες / «Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Το νέο σίριαλ του Netflix είναι φασαριόζικο, προβλέψιμο και κάπως κουραστικό. Αν όμως αντέξεις τα πρώτα επεισόδια, ανταμείβει την υπομονή σου με χιούμορ, ανατροπές και έναν Νταν Λέβι που ξέρει πώς να μετατρέπει την οικογενειακή δυσλειτουργία σε απολαυστικό χάος.
M. HULOT
ΝΑΤΑΛΙ ΜΠΑΪ, Η ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΗ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ (1949-2026)

Οθόνες / Ναταλί Μπάι: Η χαμογελαστή κυρία του γαλλικού σινεμά (1948-2026)

Έξυπνη, ενστικτώδης και αστεία, κυριάρχησε τη δεκαετία του '80 στο γαλλικό σινεμά, μετρώντας συνεργασίες με τους Τριφό, Γκοντάρ, Ταβερνιέ αλλά και 4 Σεζάρ, χωρίς ποτέ να χάσει την κοριτσίστικη καρδιά που τη διέκρινε από την αρχή της καριέρας της.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ζωή του Ρουκέλι, του Ρομά θρύλου της πυγμαχίας, γίνεται ταινία

Οθόνες / Ένας Έλληνας Ρομά ενσαρκώνει τον θρύλο της πυγμαχίας Ρουκέλι

Η ιστορία του Γιόχαν Ρουκέλι Τρόλμαν, που έχασε τον τίτλο του πρωταθλητή στη Γερμανία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου λόγω της καταγωγής του, βασανίστηκε και θανατώθηκε από τους ναζί, γίνεται διεθνής παραγωγή με ηθοποιούς Ρομά.
M. HULOT
Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Pulp Fiction / Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Με αφορμή το «Backrooms», ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος και ο Μάκης Παπασημακόπουλος αναλύουν τις πιο αναμενόμενες ταινίες τρόμου των επόμενων εβδομάδων, ξεχωρίζοντας εκείνες που έχουν κάτι νέο να πουν από άλλες που απλώς επαναλαμβάνουν γνωστές συνταγές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΕΞ «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στέφανος Τσιβόπουλος / «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο εικαστικός Στέφανος Τσιβόπουλος θίγει το πόσο δύσκολο είναι να κτίσεις μια νέα εστία και ταυτότητα όντας ξένος σε έναν τόπο μεγάλων ανισοτήτων.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Οθόνες / Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Το ελληνικό κοινό, πέρα από μια μικρή σχετικά κοινότητα ορκισμένων φαν, ποτέ δεν τιμούσε ιδιαίτερα το είδος στις αίθουσες, σίγουρα όχι όπως το αμερικανικό. Ο Δημήτρης Κολιοδήμος και ο Αβραάμ Κάουα εξηγούν τους λόγους της περιορισμένης προσέλευσης.  
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Οθόνες / O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Η ιστορία του ισπανού ερασιτέχνη ηθοποιού Ενρίκε Ιραζόκουι που στα 20 του ο Πιερ Πάολο Παζολίνι του εμπιστεύθηκε τον ρόλο του Θεανθρώπου, παρά το ότι βρισκόταν μακριά από τα ξανθογάλανα πρότυπα του δυτικού κινηματογράφου
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΪ́ΤΗΣ