"Κουκλί μου αγαπημένο": Οι ιδιωτικές επιστολές του Νίκου Κούνδουρου στη Σωτηρία Ματζίρη

"Κουκλί μου αγαπημένο": Οι ιδιωτικές επιστολές του Νίκου Κούνδουρου στη Σωτηρία Ματζίρη Facebook Twitter
«Από κάποια διαστροφή που δεν έχει εξήγηση δεν μπορώ να χαρώ τίποτα αν δεν είσαι κι εσύ μάρτυρας και συναποδέχτης»
0

«Kουκλί αγαπημένο μου... Σ' αποζητώ χωρίς κλαψούρες και χωρίς λύπη. Μ' αρέσει να σε σκέφτομαι να κάνεις τα δικά σου πράγματα με τον τρόπο τον δικό σου, χωρίς εμένα. Όμως θα 'θελα να 'σαι εδώ, όμορφα βολεμένη στο σπίτι του δάσους, και να 'ρχεσαι να μας βλέπεις στη δουλειά μας, να ξέρεις με τι παίζουμε, με τι τυραννιόμαστε, τα ξύλα, τα χρώματα, τα σχήματα, τους ανθρώπους... Σκέφτομαι πως αυτή η ταινία μπορεί να 'ναι η τελευταία μου κι έχω βάλει όλο μου το πνεύμα να φυλακίσω σ' αυτή την πανάκριβη ζελατίνα όσο μπορώ πιο πολλά από τα υλικά που 'χω μαζέψει στον σκουπιδότοπο του μυαλού μου... Αν δεν ήμουν τόσο πονηρεμένος –ή πονηρός;–, θα δήλωνα δημόσια την περιφρόνησή μου για την μπούφικη έπαρση του καλλιτέχνη, που εννιά φορές στις δέκα τον περιφρονώ και άλλες τόσες τον λυπάμαι».

Οι ιδιωτικές επιστολές, πόσο μάλλον οι ερωτικές, υποτίθεται πως δεν προορίζονται για ξένα μάτια. Κι όμως, τα «Γράμματα από την Κριμαία» που έλαβε από τον Νίκο Κούνδουρο η γυναίκα του, η Σωτηρία Ματζίρη, την εποχή των γυρισμάτων του «Μπάιρον», το 1991, βρίσκονται σήμερα σε κοινή θέα (εκδ. Άγρα), κι όσο πληθωρικά κι αν είναι σε τρυφερές εξομολογήσεις, δεν νιώθεις στιγμή πως κοιτάζεις μέσα από κλειδαρότρυπα. Διαβάζοντάς τα, γίνεσαι μάρτυρας κοσμοϊστορικών γεγονότων –γράφονταν πάνω που η ΕΣΣΔ κατέρρεε σαν χάρτινος πύργος–, παρακολουθείς από τα μέσα τις δυσκολίες αλλά και την ανάταση που προσφέρουν το καλλιτεχνικό όραμα και η συλλογική δουλειά, κι εκεί που νόμιζες πως ήξερες τα πάντα γι' αυτό τον ξεχωριστό σκηνοθέτη, ανακαλύπτεις πλευρές του που δεν υποψιαζόσουν καν.

«Από τώρα κιόλας αδιαφορώ με υπεροψία για οποιαδήποτε γνώμη, κριτική, υπόδειξη κ.λπ., απ' όπου κι αν προέρχεται. Η ταινία, το ξέρω πια, δεν είναι ούτε προϊόν για έκθεμα ούτε αντικείμενο για ανάλυση, για κριτική, για επαίνους, για έγκριση ή για απόρριψη. Αν δεν είχε το πανάκριβο περίβλημά της, θα την έβαζα σ' ένα συρτάρι για τη χαρά τη δικιά μου και των φίλων μου. Σαν το "Vortex"». 

Το «μονόπλευρο κουβεντολόι» του 65χρονου τότε Κούνδουρου προς τη νεαρή θεατρική κριτικό, με την οποία συμπορευόταν ήδη έντεκα χρόνια, ξεκινάει στις 6 Αυγούστου του '91, την πρώτη κιόλας «από τις εκατόν δέκα μέρες κι άλλες τόσες νύχτες» που θα περνούσε με το συνεργείο του στην πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση. Οι μήνες που έχουν προηγηθεί ήταν «αιμοβόροι», γεμάτοι απώλειες –με κυριότερη εκείνη του Ρούσσου, του μεγαλύτερου αδελφού του, ενός από τους πρωτεργάτες της ελεύθερης ραδιοφωνίας– και είναι συμπυκνωμένοι στο μυαλό του «σε μια μάζα από πίκρα, από οργή και από κούραση». Ο «Μπάιρον», όμως, τον «περιμένει στοιχειωμένος ανάμεσα σε Αγγλία και Μεσολόγγι» κι ο ίδιος, σε περίπτωση που η ταινία δεν πετύχει, είναι αποφασισμένος να τα παρατήσει και να γίνει πάλι ζωγράφος, «αθώος και ανυποψίαστος σαν τους πρωτόπλαστους».

 

Aυτήν τη φορά, ο δημιουργός της «Μαγικής Πόλης», του «Δράκου», του «1922», επιχειρεί να ζωντανέψει τον ρομαντικό ποιητή, που, συνεπαρμένος από το ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας, έρχεται να συμβάλει στον απελευθερωτικό αγώνα και να μεγαλουργήσει, ενώ γύρω του θεριεύουν η βία, ο ζόφος και η εξαθλίωση. Αριστοκράτης κι επαναστάτης, καταθλιπτικός, σακάτης αλλά και ερωτικός και ανοιχτός στην περιπέτεια, ο Μπάιρον είναι ένα κράμα αντιθέσεων. Κι ο Κούνδουρος, με Έλληνες ηθοποιούς, δεκάδες Ρώσους τεχνικούς και με δολάρια μεταλλαγμένα σε ρούβλια φιλοδοξεί να φτιάξει «ένα τραγούδι, μια ελεγεία για την απελπισία και τον θάνατο».

Μέρα με τη μέρα, λέει, το σκηνικό θυμίζει όλο και περισσότερο νεκρή πόλη και ο απέραντος ξένος τόπος έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στο να μπουν όλοι οι συντελεστές σε μια υπερβατική ατμόσφαιρα. Η ταινία θα 'ναι ένα δείγμα αντίστασης απέναντι «στην ευτέλεια που μας κυκλώνει και κοντεύει να μας αχρηστέψει, καθώς οι σειρήνες του εύκολου και του ξεκούραστου και του ανέμελου έχουν αρχίσει να γλυκαίνουν στ' αυτιά ολωνών μας». Ο ίδιος, προς το τέλος των γυρισμάτων, το δηλώνει απερίφραστα: «Από τώρα κιόλας αδιαφορώ με υπεροψία για οποιαδήποτε γνώμη, κριτική, υπόδειξη κ.λπ., απ' όπου κι αν προέρχεται. Η ταινία, το ξέρω πια, δεν είναι ούτε προϊόν για έκθεμα ούτε αντικείμενο για ανάλυση, για κριτική, για επαίνους, για έγκριση ή για απόρριψη. Αν δεν είχε το πανάκριβο περίβλημά της, θα την έβαζα σ' ένα συρτάρι για τη χαρά τη δικιά μου και των φίλων μου. Σαν το "Vortex"». Για την ιστορία, ο «Μπάιρον» θεωρήθηκε η καλύτερη ταινία του 1992, σαρώνοντας τα βραβεία στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης της ίδιας χρονιάς.

Στην παραλία της Γιάλτας, «στον όμορφο παραλιακό δρόμο του Τσέχοφ», είκοσι χιλιόμετρα μακριά απ' την ερημιά όπου στηνόταν το ντεκόρ της ταινίας, χιλιάδες ηλιοψημένοι Σοβιετικοί έκαναν διακοπές. «Είναι εργάτες μάλλον, με τις χοντρές εργάτισσες κυρίες τους και τεράστιες ποσότητες παιδιών. Έχουν πρόσωπα καλοσυνάτα και αγαθά, αλλά δεν λείπει και το πιο σύγχρονο είδος, αγόρια και κοπέλες με όλα τα σουσούμια της μόδας, προπαντός τα κορίτσια. Κοντές φούστες, γυμνές κοιλιές, τσόκαρα με ψηλό τακούνι κ.λπ». Ο τόπος βράζει από κόσμο, αλλά αυτός ο λαός, παρατηρεί ο Κούνδουρος, «δεν μιλάει δυνατά, δεν γελάει δυνατά, δεν καβγαδίζει με φωνές». Εφεξής, τα πρόσωπα και οι μικροϊστορίες αυτών των ανθρώπων θα χτυπούν απανωτούς συναγερμούς μέσα του, θυμίζοντάς του «τη μουντή μαγεία» που τον τύλιγε στα δεκαεπτά του, ενώ ρουφούσε με ανικανοποίητη λαχτάρα τα ρωσικά μυθιστορήματα. «Τα ονόματα μπορεί να μη μου έλεγαν τίποτα, μα όταν πιο αργά έμαθα να διαλέγω, ξαναγύρισα με πείσμα και χαρά στους σκοτεινούς κόσμους του Γκόγκολ, του Ντοστογιέφσκι, του Αντρέγιεφ, του Τολστόι, κι ένιωθα πως αυτοί ήταν εμένα οι παππούδες μου και οι παραμυθάδες μου»...

Και ο Γκορμπατσόφ είναι στην Κριμαία για διακοπές. Στις 19 Αυγούστου, όμως, μέλη της κυβέρνησής του θ' αποπειραθούν να τον ανατρέψουν, με ό,τι συνέπειες θα 'χει αυτό για τη γρήγορη αυτοδιάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. «ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ», γράφει την ίδια μέρα στη Ματζίρη ο Κούνδουρος. «Η είδηση, η λέξη μόνο, σ' ανατριχιάζει σαν να βρίσκεις φίδι κάτω από το μαξιλάρι σου όταν πας να κοιμηθείς. Έχουμε κρεμαστεί στα ραδιόφωνα των αυτοκινήτων και στα στόματα των μεταφραστών. (....) Κάπου στη μνήμη μου, την πολύ παλιά και την πολύ καινούργια, ηχούν οι ίδιες ακριβώς κουβέντες. 1935. Εγώ εννιά χρονών. Ξημερώματα το σπίτι μας στην Κηφισιά ζώνεται από χωροφύλακες. Φωνές βάναυσες...». Σε επόμενο γράμμα του, διαβάζουμε: «Απορώ καμιά φορά πώς μπορώ να συντηρώ με τόσο πάθος το μίσος μου για όλα τα πράγματα που πρωτομίσησα στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, παιδί του πολέμου και της Κατοχής και των στρατοδικείων και της τυφλής βίας, μεγαλωμένος με όνειρα και οράματα και πείσμα ατελείωτο».

Από τέτοιες μνήμες προέκυψε το αυτοβιογραφικό ψηφιδωτό του «Ονειρεύτηκα πως πέθανα», που κυκλοφόρησε από τον Ίκαρο το 2011. Ένα βιβλίο αφιερωμένο στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου κυρίως, μ' ελάχιστες αναφορές στο κινηματογραφικό του έργο, με σπαρταριστές εικόνες από τον Μάη του '68 και με άφθονες ευχαριστίες προς δασκάλους και φίλους – από τον Ελύτη, τον Αναγνωστάκη, τον Χατζιδάκι και τον Τσιτσάνη ως τον Γραμματικάκη και τον Βασιλικό. Για την ώρα, όμως, ο Κούνδουρος βρίσκεται στη Γιάλτα, στην Κριμαία, τη στιγμή ακριβώς που η Ουκρανία κηρύσσει την ανεξαρτησία της. «Που θα πει πως η μεγαλύτερη από τις σοβιετικές ψευδοδημοκρατίες σήκωσε κεφάλι στην αυθαιρεσία της σοβιετικής εξουσίας που κράτησε για εβδομήντα χρόνια τους λαούς των προσαρτημένων εθνών κάτω από ένα καθεστώς τρομοκρατίας που δεν έχει ξαναζήσει ο κόσμος σε τόση έκταση. Δεν μπορεί να καταλάβει κανείς πώς όλη τούτη η ανθρώπινη περιπέτεια γεννήθηκε, δυνάμωσε και επέζησε κάτω από τα μάτια όλου του κόσμου που δεν κατάγγειλε, δεν ούρλιαξε, δεν ξεσηκώθηκε».

 

"Κουκλί μου αγαπημένο": Οι ιδιωτικές επιστολές του Νίκου Κούνδουρου στη Σωτηρία Ματζίρη Facebook Twitter
«Σ' αγαπώ πολύ κι έχεις χωθεί τόσο μέσα μου που η μεγάλη απόσταση και ο πολύς χρόνος που 'χει μπει ανάμεσά μας ούτε με στενοχωρεί ούτε με τρομάζει...»

Στην αυτοβιογραφία του, πέρα από τις ταινίες του, ο Κούνδουρος άφησε και τον έρωτα απ' έξω, προτιμώντας να μη μιλήσει για τη «μυστική αγιοσύνη που ορίζει το σμίξιμο του αρσενικού και θηλυκού». Ως προς αυτό, η τωρινή μικροσκοπική έκδοση της Άγρας είναι πολύ γενναιόδωρη. Αντιγράφω σκόρπιες φράσεις, στην τύχη: «Σ' αγαπώ πολύ κι έχεις χωθεί τόσο μέσα μου που η μεγάλη απόσταση και ο πολύς χρόνος που 'χει μπει ανάμεσά μας ούτε με στενοχωρεί ούτε με τρομάζει...», «Από κάποια διαστροφή που δεν έχει εξήγηση δεν μπορώ να χαρώ τίποτα αν δεν είσαι κι εσύ μάρτυρας και συναποδέχτης», «Σε λίγο θα σε ξεχάσω και θα σε θυμηθώ πάλι – με τη γνωστή σουβλιά στην καρδιά», «Σωτηρία-φεγγάρι, φεγγάρι-Σωτηρία. Κι αν θέλω να σας ξεκολλήσω, ξέρω πως δεν το μπορώ, το δοκίμασα και δεν πέτυχε. Θα ουρλιάζω, λοιπόν, σαν λύκος στη γέμιση του φεγγαριού κι εσύ, όπου και να 'σαι, θα μ' ακούς»... Καλά έκανε η Ματζίρη που δεν κράτησε τα γράμματα του Κούνδουρου στα συρτάρια της. Η ομορφιά τους συναγωνίζεται την ομορφιά των πλάνων του. Και πράγματι, ο ώριμος άντρας που προβάλλει απ' τις γραμμές τους, «ο ιδιοφυής, ο χαρισματικός, ο υποψιασμένος, ο είρων, ο πολεμοχαρής, είναι και αθώος και άσπιλος σαν έφηβος».

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2016

Βιβλίο
0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Θαυμάζω τους μετανάστες που γίνονται Έλληνες τόσο γρήγορα»

Lifo Videos / Ρόντρικ Μπίτον: «Θαυμάζω τους μετανάστες που γίνονται Έλληνες τόσο γρήγορα»

Μια συζήτηση με τον ελληνιστή ιστορικό, συγγραφέα, ομότιμο καθηγητή του King’s College και πρόεδρο της Βρετανικής Σχολής Αθηνών σερ Ρόντρικ Μπίτον, με αφορμή την παρουσία του ως τιμώμενο πρόσωπο στα Βραβεία Βιβλίου Public 2026, για την εθνική ιστορία, τη γλώσσα, την έννοια της ελληνικότητας, την αθηναϊκή δημοκρατία των κλασικών χρόνων και τις σύγχρονες προκλήσεις.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Δημήτρης Γκιώνης ήθελε να ξέρεις τι είναι ο έρωτας για τους άνδρες

Το πίσω ράφι / Ο Δημήτρης Γκιώνης ήθελε να ξέρεις τι είναι ο έρωτας για τους άνδρες

Στο «Και μετά, τι έγινε;», μέσα από τις εξομολογήσεις πέντε ανδρών, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος που πέθανε πρόσφατα είχε χαρτογραφήσει την πορεία της ελληνικής κοινωνίας από την καταπίεση μέχρι την εποχή του διαδικτυακού σεξ.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ο «Πιερ» του Μέλβιλ είναι λες και γράφτηκε για το σήμερα

Βιβλίο / Ο «Πιερ» του Μέλβιλ είναι λες και γράφτηκε για το σήμερα

Έναν χρόνο μετά τον «Μόμπι Ντικ», ο Αμερικανός συγγραφέας χρειαζόταν μια εμπορική επιτυχία. Αντ' αυτής, έγραψε το «Πιερ, ή οι αμφισημίες», ένα σκοτεινό μυθιστόρημα για την απαγορευμένη επιθυμία και τη συγγραφή, που είναι λες και γράφτηκε για το κοινό του 21ου αιώνα.
ΝΙΚΗΤΑΣ ΔΕΣΠΟΤΙΔΗΣ
Νταβίδ Ουκλές: «Η σημαντικότερη κληρονομιά μας είναι η αγάπη»

Βιβλίο / Νταβίδ Ουκλές: «Η σημαντικότερη κληρονομιά μας είναι η αγάπη»

O Ισπανός συγγραφέας του επιτυχημένου μυθιστορήματος «Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια» μιλά στη LiFO για τον Ισπανικό Εμφύλιο, τον μαγικό ρεαλισμό και την επόμενη δουλειά που ετοιμάζει.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Σιμόν ντε Μποβουάρ: «Ποτέ δεν ονειρεύτηκα άλλη μοίρα από τη δική μου»

Βιβλίο / Σιμόν ντε Μποβουάρ: «Ποτέ δεν ονειρεύτηκα άλλη μοίρα απ' τη δική μου»

Στις αυτοβιογραφικές «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης» η φιλόσοφος γράφει για τη ζωή της πριν από τον Σαρτρ και για τη μεταμόρφωσή της από άβουλη κόρη μιας μεσοαστικής οικογένειας σε δυναμική φεμινίστρια.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Για τον Μανουέλ Βίλας, ο Δον Κιχώτης σήμερα θα ήταν γυναίκα

Βιβλίο / Για τον Μανουέλ Βίλας, ο Δον Κιχώτης σήμερα θα ήταν γυναίκα

Ο πολυβραβευμένος Ισπανός συγγραφέας μιλά στη LiFO με αφορμή το μυθιστόρημά του «Εμείς», που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, και εξηγεί γιατί ο άνευ όρων έρωτας είναι μια πράξη επαναστατική.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Αγγελική Βασιλάκου: «Τι μπορεί να σου δώσει ένα βιβλίο που δεν σου δίνει η τέχνη;»

Βιβλίο / Η Αγγελική Βασιλάκου μεταφράζει τους καλύτερους της Λατινικής Αμερικής

Μεταφράζει συγγραφείς όπως η Φερνάντα Μελτσόρ, ο Μπενχαμίν Λαμπατούτ και η Σέλβα Αλμάδα. Μιλά στη LifO για την αξία αυτών των συγγραφέων, που θα δούμε και από κοντά με αφορμή τη 18η διοργάνωση του Φεστιβάλ ΛΕΑ.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Η μητέρα μου πέθανε Πρωτοχρονιά. Την επομένη έπρεπε να κάνω εκπομπή»

Ποδόσφαιρο / «Η μητέρα μου πέθανε Πρωτοχρονιά. Την επομένη έκανα εκπομπή»

Ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος, που συνέδεσε τη φωνή του με τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές στιγμές των τελευταίων δεκαετιών, θυμάται τους θρύλους που συνάντησε, τις απώλειες που τον άλλαξαν και εξηγεί γιατί το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να συγκινεί εκατομμύρια ανθρώπους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
H Κατερίνα Φράγκου είναι η πρώτη ατζέντισσα λογοτεχνίας στην Ελλάδα

The Book Lovers / Κατερίνα Φράγκου: Η πρώτη ατζέντισσα λογοτεχνίας στην Ελλάδα

H ιδρύτρια του Λογοτεχνικού Πρακτορείου Ίρις φέρνει τους Έλληνες συγγραφείς σε επαφή με τη διεθνή αγορά βιβλίου, εκπροσωπώντας ένα επάγγελμα που παραμένει αόρατο στο ευρύ κοινό, παρότι επηρεάζει τη διαμόρφωση του σύγχρονου λογοτεχνικού τοπίου.
M. HULOT
Έκτωρ Κακναβάτος: Ο τελευταίος των υπερρεαλιστών ποιητών

Βιβλίο / Έκτωρ Κακναβάτος: Ο τελευταίος των υπερρεαλιστών ποιητών

Η πρόσφατη έκδοση των θεωρητικών κειμένων του Κακναβάτου σε έναν τόμο με τον τίτλο «Ράτσα Υψικαμίνου» αποδεικνύει τη ζωντανή σκέψη και γλώσσα του σπουδαίου υπερρεαλιστή που αγάπησε ταυτόχρονα τις λέξεις και το Χάος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ