ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, η σεξουαλική μύηση των αγοριών γινόταν στους οίκους ανοχής έναντι 25 δραχμών και η επαφή τους με τα τρυφερά σώματα των καθωσπρέπει κοριτσιών κατέληγε σκέτο μαρτύριο. Οι περισσότερες κοπέλες κράταγαν την παρθενιά τους σαν φυλαχτό –ήταν συνήθως η μοναδική τους προίκα, πώς θα τη θυσίαζαν;– κι όποτε έβγαιναν ραντεβού έτρεμαν μήπως διασταυρωθούν με τον μεγαλύτερο αδελφό τους. Εκείνη την εποχή τα παιδιά δεν μπορούσαν να φανταστούν τους γονείς τους να κάνουν έρωτα –δεν ήξεραν καν τι σημαίνει η λέξη– και μεγαλώνοντας δέχονταν κατραπακιές μέχρι να συνδέσουν την ηδονή με τα αισθήματα.
«Και μετά τι έγινε;» Πώς εξελίχθηκαν τα ερωτικά των Ελλήνων μερικές δεκαετίες αργότερα; Η ερώτηση μοιάζει βαρύγδουπη μπροστά στην ανάλαφρη αλλά και αποκαλυπτική απάντηση που έδωσε ο Δημήτρης Γκιώνης (1939-2026) στο ομότιτλο βιβλίο του. Αθυρόστομος όσο χρειάζεται για να ’χουν οι ιστορίες του αμεσότητα και αλήθεια, εμμέσως εξομολογητικός και πάντα χιουμορίστας, ο πάλαι ποτέ στυλοβάτης των πολιτιστικών σελίδων της «Ελευθεροτυπίας» και συγγραφέας της αφηγηματικής τριλογίας «Τώρα θα δεις», «Το περίπτερο», «Έτσι κι αλλιώς…» καλύπτει τη διαδρομή από τα εγκλήματα για λόγους τιμής ως την πλήρη ερωτικοσεξουαλική ελευθερία, ανακαλώντας με καυστικότητα και νοσταλγία μια Ελλάδα που χάθηκε οριστικά.
Πώς εξελίχθηκαν τα ερωτικά των Ελλήνων μέσα στις δεκαετίες; Η ερώτηση μοιάζει βαρύγδουπη μπροστά στην ανάλαφρη αλλά και αποκαλυπτική απάντηση που έδωσε ο Δημήτρης Γκιώνης στο «Και μετά τι έγινε».
Στον αντίποδα του κλισέ που θέλει τους άντρες να πολιτικολογούν παρά να εκμυστηρεύονται τα αισθηματικά τους, οι ήρωες του Γκιώνη εδώ –μια ανδροπαρέα του 2000 απομονωμένη στο Μαίναλο για ένα τριήμερο αργίας– μοιράζονται τις εμπειρίες τους διαδοχικά, φέρνοντας στην επιφάνεια άλλοτε ευτράπελα κι άλλοτε πονεμένα περιστατικά από τον ερωτικό τους βίο. Οι επαγγελματικές τους ιδιότητες –ένας φιλόλογος, ένας γιατρός, ένας δικηγόρος, ένα ηθοποιός κι ένας επιχειρηματίας– δεν έχουν και τόση σημασία. Αυτό που μετράει κυρίως είναι τα περιβάλλοντα μέσα στα οποία ανδρώθηκαν –η επαρχία του ’50, η Αθήνα του ’60, το Παρίσι επί δικτατορίας–, όπως και οι γυναίκες που συνάντησαν: καταπιεσμένες ή απελευθερωμένες, άβουλες ή καπάτσες, ελεύθερες ή δεσμευμένες, έτοιμες να δοθούν ολοκληρωτικά ή απλώς να βολευτούν.
Μέσα από τις ιστορίες που αφηγείται ο καθένας ξεπροβάλλουν ένα σωρό σκηνικά. Πλυσταριά, σοφίτες και μπουρδέλα, εργένικα δωμάτια και νοικοκυρεμένα σπιτικά, θεούσες μητέρες, αυστηροί θείοι και υποψήφια πεθερικά, πάρτι ρεφενέ με 45άρια δισκάκια και κλεφτά ταξίδια υποτίθεται για δουλειά, σχέσεις ωριμότητας και σχέσεις απειρίας, συζυγικές απιστίες, προδοσίες μεταξύ φίλων και απόπειρες για ménage à trois, περιπέτειες της μιας νύχτας ή και της μιας δεκαετίας, καζίκια που δεν ξεπεράστηκαν, διλήμματα και απορίες που δεν λύθηκαν ποτέ.
Ο κόσμος των γυναικών για τη συγκεκριμένη ανδροπαρέα είναι γεμάτος μυστικά. Δυσκολεύονται να το παραδεχτούν, αλλά είναι σαφές πως οι ίδιοι υπήρξαν πιο αγκυλωμένοι στα κοινωνικώς παραδεκτά. «Δεν είναι μόνο οι γυναίκες που λένε ψέματα – κι εμείς δεν πάμε πίσω», παραδέχονται. Όμως, «όταν είναι ερωτευμένες, δεν διστάζουν να τα βροντήξουν, να χαλάσουν οικογένειες, ενώ εμάς μας βολεύει και το παράλληλο», ομολογούν.
Η εξέλιξή τους από στερημένους εφήβους σε απενοχοποιημένους εραστές ξαφνιάζει ακόμα και τους ίδιους. Διαμορφωμένοι μέσα από απαγορεύσεις, «παράνομοι» τότε, «παράνομοι» και τώρα, παρηγοριούνται με τη σκέψη ότι δέθηκαν «με το παραμύθι», ενώ οι επόμενοι κλήθηκαν ν’ αναμετρηθούν έως και με το δέος του θανατερού ΑΙDS. Κάποια στιγμή το alter ego του Γκιώνη καταφεύγει σε μια φράση της Λιλής Ζωγράφου: «Η απιστία είναι μια υπεράσπιση της ελευθερίας μας». Λίγες σελίδες, ωστόσο, παρακάτω, φροντίζει να μνημονεύσει και τα λόγια του Αλμπέρ Καμί: «Το να μη σ’ αγαπούν μπορεί να είναι μια κακοτυχία, αλλά αν δεν αγαπάς εσύ είναι συμφορά». Κάτι που αξίζει ν’ ανακαλύψει κανείς, είτε γαλουχήθηκε με τα ήθη της μεταπολεμικής Ελλάδας είτε μεγαλώνει στην εποχή του διαδικτυακού σεξ.