Το βιβλίο του Νταβίδ Ουκλές «Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια» έχει μεταφραστεί σε πάνω από 20 γλώσσες και έχει πουλήσει περισσότερα από 400.000 αντίτυπα – μόνο στην Ελλάδα έκανε δύο εκδόσεις σε λιγότερο από έναν μήνα. Ο Ισπανός συγγραφέας-φαινόμενο δεν είναι μόνο πολυτάλαντος, αφού είναι ταυτόχρονα ζωγράφος και μουσικός, ενώ έχει σπουδάσει διερμηνεία και μετάφραση, αλλά και ένας μανιακός ταξιδιώτης που καλύπτει χιλιόμετρα με έναν και μοναδικό σκοπό: να κατανοήσει καλύτερα τον άνθρωπο και την Ιστορία του.
Στο βιβλίο, άλλωστε, δεν αφηγείται μόνο την ιστορία του Ισπανικού Εμφυλίου και της εύθραυστης Ιβηρικής Χερσονήσου αλλά συνομιλεί με νεκρούς και φαντάσματα με τον ίδιο τρόπο που αγωνιά για τους ζωντανούς. Εκτός των άλλων, είναι γεννημένος μόλις το 1990 και έχει κατακτήσει μια γνώση για την οποία άλλοι πασχίζουν μια ζωή. Τον συναντήσαμε κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα και μας μίλησε από κοντά, χαρίζοντας μας μια αφιέρωση που μοιάζει με πίνακα: «Στην Τίνα, ένα ονειρικό καταφύγιο» με την υπογραφή του, που παρέπεμπε εμφανώς σε εκείνη του αγαπημένου του Λόρκα.
— Χαιρόμαστε πολύ που σας έχουμε εδώ στην Ελλάδα. Τι σας έκανε να καταπιαστείτε τόσο ανοιχτά με τον Ισπανικό Εμφύλιο, ενσωματώνοντας στην αφήγηση πραγματικά ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα δίπλα σε μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, και φέρνοντας στο φως μια πληγή που για δεκαετίες έμοιαζε σχεδόν απρόσιτη στον δημόσιο λόγο;
Ξεκίνησα να γράφω αυτό το βιβλίο πριν από δεκαεπτά χρόνια. Στην αρχή, το μόνο που ήθελα ήταν να δημιουργήσω ένα χωριό όπου θα μπορούσαν να συμβούν θαυμαστά πράγματα, μέσα στο πνεύμα του μαγικού ρεαλισμού, αξιοποιώντας τις ιστορίες της οικογένειάς μου. Οι αφηγήσεις του παππού μου, όμως, ανήκαν στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας· συνέβησαν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Έγραψα τις πρώτες πεντακόσιες σελίδες χωρίς καμία σχεδόν αναφορά στον πόλεμο. Οι εκδοτικοί οίκοι με αγνοούσαν. Ήμουν πολύ νέος –ξεκίνησα στα δεκαεννέα μου– και ο μαγικός ρεαλισμός δεν ήταν αυτό που πουλούσε. Η αγορά προτιμούσε τον ρεαλισμό και τα αυτοβιογραφικά μυθιστορήματα. Καθώς δούλευα, όμως, το βιβλίο, αποφάσισα να ερευνήσω συστηματικά τον Εμφύλιο. Στην οικογένειά μου, αν εξαιρέσει κανείς τον παππού μου, δεν μιλούσε κανείς γι’ αυτόν. Ούτε στο σχολείο. Τότε συνειδητοποίησα ότι, παρόλο που υπήρχαν πολλές ιστορικές μελέτες, έλειπαν τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα που θα αγκάλιαζαν συνολικά εκείνη την εμπειρία. Τότε είπα στον εαυτό μου: «Εντάξει, θα το κάνω εγώ».
«Νομίζω πως η τέχνη είναι ο καλύτερος τρόπος για να διατηρηθεί η συλλογική μνήμη ενός τόπου και ενός λαού».
— Τεράστιο εγχείρημα και αποστολή, φαντάζομαι, για εσάς.
Πράγματι. Αλλά ήξερα ότι είχα χρόνο. Η έκδοση ενός βιβλίου είναι μια αργή και δύσκολη διαδικασία. Παράλληλα, συνειδητοποιούσα πως σε όλη την Ισπανία υπήρχαν άνθρωποι –στη Βαρκελώνη, στην Γκερνίκα, σε δεκάδες άλλα μέρη– που είχαν ζήσει τα γεγονότα και σύντομα δεν θα βρίσκονταν πια ανάμεσά μας. Κάποιος έπρεπε να ακούσει τις ιστορίες τους. Είμαι ευτυχής που το βιβλίο εκδόθηκε, γιατί σήμερα στη χώρα μου είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να γνωρίζουμε τι συνέβη πραγματικά. Υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που επιχειρούν να εξωραΐσουν τη μορφή του Φράνκο, να παρουσιάσουν τη δικτατορία ως κάτι θετικό. Χρειαζόμαστε βιβλία που να δείχνουν τι συνέβη με τρόπο καθολικό και ανθρώπινο. Οι μαγικές εικόνες, οι μεταφορές και οι αναλογίες βοηθούν τη μνήμη. Ο αναγνώστης συγκρατεί ευκολότερα μια εικόνα παρά μια χρονολογία. Οι πολύχρωμες αυτές εικόνες μπορούν να έχουν τη δύναμη ενός πίνακα όπως η «Γκερνίκα» του Πικάσο. Και δεν νομίζω να είναι τυχαίο.
— Γι’ αυτό ίσως το βιβλίο υπερβαίνει τον μαγικό ρεαλισμό. Μοιάζει να εγκαινιάζει μια δική του αισθητική, ενώ διακρίνω και έντονα στοιχεία εξπρεσιονισμού.
Νομίζω πως η τέχνη είναι ο καλύτερος τρόπος για να διατηρηθεί η συλλογική μνήμη ενός τόπου και ενός λαού. Ο κινηματογράφος, η ζωγραφική, η λογοτεχνία ασκούν βαθιά επίδραση στη συνείδησή μας. Το βιβλίο είναι πράγματι υβριδικό: μπορεί κανείς να το διαβάσει ως ιστορική αφήγηση αλλά και ως μια ιστορία φαντασίας.
— Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι η δική σας παρουσία μέσα στο έργο. Ως αφηγητής παρεμβαίνετε συχνά, αποκαλύπτοντας ότι τροποποιείτε ή ανασυνθέτετε τα γεγονότα με παιγνιώδη τρόπο. Σας ενδυνάμωνε αυτή η επιλογή ή σας φόβιζε;
Για να πω την αλήθεια, προέκυψε εξ ανάγκης: αν ακολουθούσα αυστηρά τη χρονολογική σειρά των γεγονότων, το μυθιστόρημα θα έχανε τη ζωντάνια του. Ήθελα να φωτίσω όσα θεωρούσα σημαντικότερα, να κατευθύνω το βλέμμα του αναγνώστη εκεί όπου υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη προσοχής. Έτσι γεννήθηκε αυτός ο αφηγητής που «σπάει τον τέταρτο τοίχο» και συνομιλεί άμεσα με τον αναγνώστη. Με βοήθησε να οργανώσω το υλικό, αλλά και να απολογηθώ, κατά κάποιον τρόπο, για τις αναγκαίες αφηγηματικές παρεμβάσεις που εξασφαλίζουν μια πιο ρέουσα ανάγνωση.
— Για να σας μιλήσω ειλικρινά, μου θύμισε σε αρκετά σημεία τον Ουναμούνο.
Έχετε απόλυτο δίκιο. Είναι μία από τις σημαντικότερες επιρροές μου και ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Υπάρχουν στιγμές στο βιβλίο που οι χαρακτήρες δεν ξέρουν αν πρέπει να πιστέψουν στον Θεό, στον αφηγητή ή και στους δύο. Αυτό είναι βαθιά «ουναμουνικό». Υπάρχει ένας υπόγειος υπαρξισμός που οφείλω σε εκείνον.
— Στη Χάντουλα –το κεντρικό χωριό που δεσπόζει στο βιβλίο– προτού ακόμη ξεσπάσει η καταστροφή του Εμφυλίου, συναντάμε ένα διαφορετικό είδος χάους, το χάος της φύσης, και αυτό συμβαίνει ξανά στο τέλος. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την ανθρώπινη βία, αυτό το φυσικό χάος μοιάζει δημιουργικό, αναγεννητικό, τελικά ζωοδόχο. Είναι σαν να υπονοείτε ότι η φύση διαθέτει περισσότερη σοφία από την ανθρωπότητα, η οποία συχνά μοιάζει αποφασισμένη να αυτοκαταστραφεί.
Είναι πολύ καίρια η επισήμανσή σας και η ανάγνωση – ευχαριστώ. Στο βιβλίο υπάρχουν, όντως, ηφαίστεια, καταιγίδες, ακραία φυσικά φαινόμενα. Κι όμως, οι άνθρωποι μπορούν να συνυπάρξουν με αυτά. Με τον ίδιο τους τον εαυτό, συχνά όχι. Υπάρχει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προς το τέλος του μυθιστορήματος: όταν το ηφαίστειο εκρήγνυται και η χερσόνησος διαλύεται, οι Ισπανοί αποφασίζουν να σταματήσουν τον πόλεμο για τρεις μήνες ώστε να αντιμετωπίσουν την καταστροφή και να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Αυτό λέει από μόνο του πολλά. Τα μεγαλύτερα δεινά δεν προέρχονται από τη φύση αλλά από τον άνθρωπο, από την πολιτική και την εξουσία. Από μια φυσική καταστροφή μπορεί κανείς να επιβιώσει – από τον άνθρωπο, όχι πάντα. Το βλέπουμε ακόμη και σήμερα. Το βιβλίο δεν μιλά μόνο για τον Ισπανικό Εμφύλιο· μιλά για την ανθρώπινη κατάσταση. Όταν συμβαίνει μια πλημμύρα στη Νότια Αμερική, η αλληλεγγύη κινητοποιείται αμέσως. Όταν όμως υπάρχει ένας πόλεμος, πολλές φορές η κοινωνία συνηθίζει την καταστροφή και παύει να αντιδρά. Η φύση μάς τραυματίζει, αλλά η πολιτική είναι συχνά πολύ δυσκολότερο να θεραπευτεί.
— Ανάμεσα στα πιο συγκλονιστικά σημεία του μυθιστορήματος συγκαταλέγονται οι περιγραφές ωμοτήτων όπως η Σφαγή της Μπαδαχόθ. Όταν γράφατε αυτές τις σκηνές, διστάσατε ποτέ να συμπεριλάβετε τόσο σκληρά επεισόδια; Και πόσο δύσκολο ήταν να βρείτε αξιόπιστες μαρτυρίες και τεκμήρια για να τα ανασυνθέσετε;
Ήταν μια μεγάλη πρόκληση. Έπρεπε να μιλήσω για εξαιρετικά ευαίσθητες πτυχές της Ιστορίας –για τις σφαγές, τις εκτελέσεις, τις μαζικές διώξεις– και ταυτόχρονα να τις ενσωματώσω σε μια αφήγηση που χρησιμοποιεί στοιχεία μαγικού ρεαλισμού. Προτού ακόμη κυκλοφορήσει το βιβλίο, πολλοί δημοσιογράφοι αναρωτιούνταν πώς είναι δυνατόν να συνυπάρξουν αυτά τα δύο. «Ο Εμφύλιος Πόλεμος και ο μαγικός ρεαλισμός; Πώς μπορεί να λειτουργήσει κάτι τέτοιο;» με ρωτούσαν. Πιστεύω πως, όταν προσεγγίζεις τα θύματα με σεβασμό και ενσυναίσθηση, μπορείς να αφηγηθείς ακόμη και τα πιο οδυνηρά γεγονότα. Περιγράφω τη Γκερνίκα, την Μπαδαχόθ, τη Μάλαγα, την εξορία, πολλές από τις μεγάλες τραγωδίες του πολέμου. Προσπάθησα όμως να το κάνω χωρίς εκμετάλλευση του πόνου, χωρίς εντυπωσιοθηρία. Ταυτόχρονα, ένιωθα πως έπρεπε να είμαι λεπτομερής. Ήθελα να ταρακουνήσω τον αναγνώστη, να τον αναγκάσω να σταθεί απέναντι στη βία και να τη δει κατάματα. Πολλοί αναγνώστες μού έχουν πει ότι ορισμένες σκηνές τούς σημάδεψαν ακριβώς επειδή παρουσιάζονται μέσα από μεταφορές και εικόνες που παραμένουν χαραγμένες στη μνήμη.
Νταβίδ Ουκλές, «Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια», μτφρ.: Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Μεταίχμιο
— Κι όμως, παρά τη συναισθηματική φόρτιση, διακρίνει κανείς μια προσπάθεια αντικειμενικότητας. Δεν αποκρύπτετε τις ωμότητες που διαπράχθηκαν και από τις δύο πλευρές, αλλά παράλληλα δείχνετε καθαρά ποιος προκάλεσε τον πόλεμο και πώς οργανώθηκε το πραξικόπημα που οδήγησε σε αυτόν από μακρινές περιοχές και από τους ανθρώπους του Φράνκο, τον οποίο θεωρείτε κύριο υπεύθυνο. Το χωριό σας, άλλωστε, έχει σαφή δημοκρατική και αριστερή ταυτότητα. Ήταν συνειδητή επιλογή;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν θεωρώ τον εαυτό μου ουδέτερο. Προσπάθησα να είμαι αντικειμενικός. Είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Μελέτησα τα γεγονότα, συγκέντρωσα μαρτυρίες και ιστορικά στοιχεία και λειτούργησα ως γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και τον αναγνώστη. Δεν αλλοίωσα τα δεδομένα. Ο αναγνώστης είναι ελεύθερος να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Στο βιβλίο δεν του λέω ποιος ήταν ο «καλός» και ποιος ο «κακός». Σε μια συνέντευξη, όμως, μπορώ να μιλήσω πιο ανοιχτά: ο πόλεμος προκλήθηκε από τους φασίστες και ολοκληρώθηκε με την επιβολή μιας μακράς δικτατορίας. Κατά τη διάρκεια των τριών χρόνων του πολέμου διαπράχθηκαν εγκλήματα από πολλές πλευρές. Όμως είναι καθοριστικό να γνωρίζουμε ποιος ξεκίνησε τη σύγκρουση, ποιος την τερμάτισε και για ποιον σκοπό πολέμησε. Δεν είναι το ίδιο να αγωνίζεσαι για τη διατήρηση μιας δημοκρατίας και το ίδιο να επιδιώκεις την εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού καθεστώτος. Ο Φράνκο δεν ήθελε απλώς να νικήσει στρατιωτικά τους αντιπάλους του. Ήθελε να εξαλείψει τον δημοκρατικό και ρεπουμπλικανικό κόσμο της Ισπανίας. Αυτή είναι μια ουσιώδης διαφορά.
— Ας περάσουμε στις ανθρώπινες σχέσεις του μυθιστορήματος. Ένα από τα στοιχεία που εντυπωσιάζουν είναι η παρουσία μιας τρυφερής και εξαιρετικά δουλεμένης ομοερωτικής ιστορίας μέσα σε ένα αφήγημα για τον Εμφύλιο. Ήταν μια συνειδητή προσπάθεια να διευρύνετε την ανθρώπινη διάσταση της σύγκρουσης; Και θεωρείτε ότι τέτοιες ιστορίες απουσίαζαν μέχρι σήμερα από τη σχετική λογοτεχνία;
Στην αρχή είχα κάποιους φόβους. Οι πρώτοι αναγνώστες μου ήταν άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας. Και αυτό από μόνο του ήταν τιμητικό, γιατί οι ηλικιωμένοι αναγνώστες έχουν διαβάσει πολύ στη ζωή τους· δεν χαρίζουν εύκολα την προσοχή τους. Αναρωτιόμουν λοιπόν πώς θα αντιδρούσαν στις ερωτικές σκηνές μεταξύ ανδρών. Τελικά όχι μόνο δεν υπήρξε πρόβλημα, αλλά οι αντιδράσεις ήταν εξαιρετικά θετικές. Έκτοτε έχω πραγματοποιήσει εκατοντάδες παρουσιάσεις σε όλη την Ισπανία και διαπιστώνω ότι οι νεότερες γενιές υποδέχονται αυτές τις ιστορίες με φυσικότητα. Για μένα, η αγάπη είναι σημαντικότερη από οποιαδήποτε κοινωνική ή πολιτισμική κληρονομιά. Υπερβαίνει τα στενά όρια των ταυτοτήτων και των ρόλων.
— Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο του βιβλίου είναι ο χώρος που παραχωρείτε στις γυναικείες φωνές. Αναφέρομαι, για την ακρίβεια, σε εκείνο το πολύ ωραίο απόσπασμα: «Θα τολμούσα να πω ότι οι γυναίκες, στον πόλεμο, υπέφεραν περισσότερο από τους άντρες· πριν τις δολοφονήσουν, τις κακοποιούσαν άγρια, ενώ στον άντρα έδιναν το προνόμιο ενός γρήγορου θανάτου. Επιπλέον, όσες επιβίωναν, είχαν το βάρος να στηρίξουν μια οικογένεια σ’ έναν κόσμο αντρών, ενώ εκείνες ήταν που από το παρασκήνιο κράτησαν τη χώρα όρθια».Ήταν σημαντικό για εσάς να αναδείξετε αυτήν τη συχνά παραγνωρισμένη διάσταση του Εμφυλίου;
Απολύτως. Και είναι ενδιαφέρον ότι ακριβώς αυτή η επιλογή προκάλεσε τις πιο έντονες αντιδράσεις από ορισμένους συντηρητικούς κύκλους στην Ισπανία. Δέχθηκα δημόσια ειρωνείες και επιθέσεις από πρόσωπα με μεγάλη επιρροή στον δεξιό Τύπο και στα μέσα ενημέρωσης. Παρ’ όλα αυτά, θεωρούσα απαραίτητο να δοθεί χώρος στις γυναίκες του πολέμου. Συχνά, όταν διαβάζουμε την επίσημη Ιστορία, βλέπουμε στρατηγούς, πολιτικούς, μάχες και στρατιωτικές κινήσεις. Χάνουμε όμως τις ζωές εκείνων που έμειναν πίσω. Οι γυναίκες υπήρξαν οι μεγάλες σιωπηλές μάρτυρες της καταστροφής. Έζησαν τον πόλεμο μέσα από την απώλεια, τον φόβο, τη σεξουαλική βία, τη φτώχεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση. Και όταν οι άνδρες χάθηκαν, ήταν εκείνες που κράτησαν όρθιες τις οικογένειες και τις κοινότητες. Σε πολλά σημεία του βιβλίου τις φαντάζομαι σχεδόν σαν Χορό αρχαίας τραγωδίας: γυναίκες που μοιράζονται ιστορίες, θρηνούν τους νεκρούς, αφηγούνται τα εγκλήματα του πολέμου και διασώζουν τη μνήμη όταν όλοι οι άλλοι σιωπούν.
— Υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα: ο καθοριστικός ρόλος της τέχνης. Δεν αναφέρομαι μόνο στον τρόπο με τον οποίο περιγράφετε τον κόσμο, αλλά και στο γεγονός ότι, στο τέλος, μοιάζει να είναι το μόνο πράγμα που επιβιώνει. Αναφέρεστε στον Πικάσο, στον Θαβαλέτα, στο Πράδο, στα αρχεία της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Τα πάντα καταστρέφονται, κι όμως η τέχνη παραμένει. Είναι σαν να υποστηρίζετε ότι μόνο αυτή μπορεί να διασώσει μια ελπίδα για το μέλλον.
Ναι, το πιστεύω βαθιά. Η τέχνη είναι θεμελιώδης, γιατί έχει τη δύναμη να ταράζει τον άλλον, να τον αφυπνίζει, να τον κάνει να συνειδητοποιεί όσα συμβαίνουν γύρω του. Αυτός είναι και ο λόγος που έγραψα αυτό το βιβλίο, όπως και ο λόγος που ταξιδεύω διαρκώς για να συναντώ αναγνώστες και να συζητώ μαζί τους. Την εποχή του Ισπανικού Εμφυλίου υπήρχαν προσωπικότητες όπως ο Πικάσο, ο Τζορτζ Όργουελ, ο Χέμινγουεϊ, η Μαρία Θαμπράνο, ο Ουναμούνο, ο Ζορζ Μπερνανός. Ήθελα να δείξω πώς όλοι αυτοί επιχείρησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, να επικοινωνήσουν την πραγματικότητα της εποχής τους μέσα από την τέχνη. Άλλοτε οι προσπάθειές τους υπήρξαν αποτελεσματικές και άλλοτε όχι. Ωστόσο, όταν κοιτάζουμε σήμερα εκείνη την περίοδο, αντιλαμβανόμαστε πόσο πολύτιμες υπήρξαν αυτές οι μαρτυρίες. Χάρη στην τέχνη εξακολουθούμε να κατανοούμε γεγονότα που διαφορετικά θα είχαν βυθιστεί στη λήθη. Ίσως γι’ αυτό προσεγγίζω τη γραφή με σχεδόν κινηματογραφικό τρόπο. Προσπαθώ να κατασκευάζω εικόνες: σκηνές γεμάτες χρώματα, μορφές, ανατροπές της λογικής, έντονες οπτικές εντυπώσεις. Το βιβλίο είναι βαθιά εικαστικό και απόλαυσα πολύ αυτήν τη διαδικασία. Εξάλλου, ετοιμάζεται τηλεοπτική μεταφορά του έργου. Οι παραγωγοί μού έχουν πει πως θα είναι η ακριβότερη σειρά που έχει γυριστεί ποτέ στην Ισπανία. Είναι μια νέα πρόκληση – και δεν μπορώ να σας κρύψω τη χαρά μου.
— Και δεν είναι μόνο οι εικαστικές τέχνες. Στο βιβλίο η μουσική έχει επίσης έντονη παρουσία.
Βεβαίως. Είμαι μουσικός και ζωγράφος. Κατά τη διάρκεια των δεκαπέντε χρόνων που έγραφα το μυθιστόρημα, επιβίωσα παίζοντας μουσική στους δρόμους. Ερμήνευα φάντο και γαλλικό chanson. Παράλληλα ζωγράφιζα. Αυτές οι δύο δραστηριότητες ήταν εκείνες που μου επέτρεψαν να συνεχίσω να γράφω. Μέχρι σήμερα έχω δημιουργήσει περίπου διακόσιους πίνακες. Για μένα, ο σκοπός της τέχνης είναι να αναζητά κάτι όμορφο και να το προσφέρει στον άλλον. Το κάνω με τη μουσική, με τη ζωγραφική, με τη λογοτεχνία. Θέλω ο αναγνώστης να νιώσει. Να μετακινηθεί εσωτερικά. Να ταξιδέψει σε έναν άλλο κόσμο. Στην πραγματικότητα, ο πρωταρχικός μου στόχος δεν ήταν να μιλήσω για τον Ισπανικό Εμφύλιο. Ο πρώτος στόχος ήταν να δημιουργήσω ένα ταξίδι, να προσφέρω μια έξοδο από την καθημερινότητα. Επίσης, ήθελα να γράψω μια σύγχρονη εκδοχή αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Γιατί, όπως στις αρχαίες τραγωδίες, όλοι γνωρίζουμε ότι στο τέλος οι ήρωες οδηγούνται προς την καταστροφή. Κι όμως, η ουσία βρίσκεται στη διαδρομή. Αυτός είναι ο πυρήνας κάθε καλλιτεχνικής μου προσπάθειας: να συγκινήσω τον άλλον, να τον κάνω να αισθανθεί, να τον μεταφέρω πέρα από τα όρια της καθημερινής του ζωής. Για να το πετύχω, ταξίδεψα σχεδόν σε κάθε τόπο που περιγράφεται στο βιβλίο. Μίλησα με ανθρώπους που είχαν ζήσει τον πόλεμο. Πολύ ηλικιωμένους ανθρώπους, ορισμένοι από τους οποίους ξεπερνούσαν τα εκατό χρόνια. Και τότε έμαθα κάτι που δεν είχα κατανοήσει πλήρως. Μου έλεγαν: «Νταβίδ, πήγαμε στον πόλεμο με το ζόρι. Δεν θέλαμε να σκοτώσουμε κανέναν. Μας έδωσαν ένα όπλο, μας είπαν ότι ο εχθρός βρίσκεται απέναντι και πυροβολήσαμε. Το βράδυ κλαίγαμε. Κοιμόμασταν αγκαλιασμένοι και κλαίγαμε». Ο κινηματογράφος σπάνια δείχνει αυτή την πλευρά. Αυτό που κατάλαβα είναι πως επρόκειτο κυρίως για φτωχούς ανθρώπους που αναγκάστηκαν να σκοτώσουν τους ίδιους τους αδελφούς τους. Ήταν μια παράλογη τραγωδία. Το να ακούσω αυτές τις μαρτυρίες από πρώτο χέρι υπήρξε ανεκτίμητο. Εκείνοι οι άνθρωποι έφευγαν από τη ζωή. Ήξερα πως σε λίγα χρόνια δεν θα υπήρχε κανένας επιζών. Γι’ αυτό νιώθω ευγνωμοσύνη που πρόλαβα να ακούσω τις τελευταίες φωνές εκείνης της γενιάς. Σήμερα πιστεύω πως όλοι έχουν πια φύγει. Είχα όμως την τύχη να συναντήσω τους τελευταίους μάρτυρες μιας εποχής που σβήνει οριστικά από τη ζωντανή μνήμη.
— Κατά μία έννοια, το βιβλίο λειτουργεί και ως παρακαταθήκη. Πώς αντέδρασε όμως ο λογοτεχνικός κόσμος; Γνωρίζουμε ότι βρεθήκατε αρκετές φορές αντιμέτωπος με το κατεστημένο.
Τον πρώτο χρόνο όλα πήγαν εξαιρετικά. Τόσο τα αριστερά όσο και τα δεξιά μέσα ενημέρωσης υποδέχθηκαν το βιβλίο με ενθουσιασμό. Ακόμη και οι πιο συντηρητικοί σχολιαστές αναγνώριζαν ότι δεν απέκρυπτα τα εγκλήματα καμίας πλευράς. Αργότερα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Μετά από μια δημόσια αντιπαράθεση στην οποία αρνήθηκα να συμμετάσχω –ένα επεισόδιο που έλαβε μεγάλη δημοσιότητα– ένα μέρος των δεξιών μέσων αποφάσισε να στραφεί εναντίον μου. Μέσα σε μία μόνο εβδομάδα δημοσιεύτηκαν περίπου σαράντα άρθρα. Δεν ασχολούνταν πλέον με το βιβλίο, αλλά με τη σεξουαλικότητά μου, την εμφάνισή μου, τα ρούχα μου, ακόμη και με τον μπερέ που φορώ. Έφτασαν στο σημείο να επισκεφθούν το χωριό μου και να αναζητήσουν παλιούς καθηγητές μου για να τους ρωτήσουν αν είναι αλήθεια ότι είχα υποστεί σχολικό εκφοβισμό όταν ήμουν παιδί. Ήταν μια ιδιαίτερα σκληρή περίοδος. Κι όμως, δυόμισι χρόνια αργότερα, το βιβλίο εξακολουθεί να είναι το πιο πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα στην Ισπανία. Έχει ξεπεράσει το μισό εκατομμύριο αντίτυπα. Στην τελευταία Έκθεση Βιβλίου της Μαδρίτης ήταν το βιβλίο με τις περισσότερες πωλήσεις. Κατάφερα να επιβιώσω από αυτό το κύμα μίσους. Και βγήκα ισχυρότερος.
— Και τώρα; Τι ακολουθεί; Να περιμένουμε τη συνέχεια για την περίοδο του Φράνκο και τον φρανκισμό, όπως ακούσαμε κατά την παρουσίαση με τον Κωστή Κορνέτη;
Το επόμενο βιβλίο μου, όσο παράξενο και αν σας ακούγεται, θα αφορά την επιδημία του AIDS και όλους αυτούς τους ανθρώπους που χάθηκαν άδικα. Και, ποιος ξέρει; Ίσως στο επόμενο έργο μου να υπάρχει και κάτι από την Αθήνα. Κάτι μου λέει πως θα βρω έναν τρόπο να την κάνω μέρος της ιστορίας.