Βαθιάς αγάπης. Ο Γιάννης Βαρβέρης και η μητέρα του.

Βαθιάς αγάπης. Ο Γιάννης Βαρβέρης και η μητέρα του. Facebook Twitter
0

Ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στα 56 του τον περασμένο Μάιο. Ο θάνατος τον βρήκε στο πίσω κάθισμα ενός ταξί. Η μέγιστη ειρωνεία γι' αυτόν που την ύμνησε αρκούντως με την ποίησή του και δεν παρέλειψε και με τον θάνατό του να της υποβάλλει τα δέοντα –σ' ένα από αυτά τα ποιήματα που γράφει η ζωή και συνυπογράφουμε εμείς παρά τη θέλησή μας. Έγραφε το 1986 στο ποίημα «Με το ταξί καλπάζοντας» απευθυνόμενος στον –οιονεί θάνατο– οδηγό:

Χύσου λοιπόν στην ασφαλή μας άσφαλτο

κει που κοπάζουν τα ουρλιαχτά, στην κατηφόρα.

Η τελευταία του μεταθανάτια συλλογή που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος έχει τον τίτλο «Βαθέος γήρατος». Πέρα από τη στενά λογοτεχνική αξία έχει ήδη φορτιστεί από τη δική της μυθολογία. Ο ποιητής απευθύνει τον ύστατο αποχαιρετισμό στην υπέργηρη μητέρα του, χωρίς να γνωρίζει αν η δημοσίευση θα τη βρει ακόμα εν ζωή ή όχι. Η μητέρα φεύγει λίγο μετά την ολοκλήρωση των ποιημάτων. Ο Γιάννης Βαρβέρης πρόφτασε να τα δει τυπωμένα αλλά όχι και στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Έχει πια κι ο ίδιος φύγει.

Ποιητής της γενιάς του '70, τα θέματα που τον απασχολούν και σε όλες του τις προηγούμενες συλλογές (έντεκα συνολικά) εδώ κορυφώνονται: η μόνιμη παρουσία του θανάτου, η άτεγκτη φθορά του χρόνου, οι διαβαθμίσεις του γήρατος, η μητρική φιγούρα, η οικογενειακή γενεαλογία, το αστικό τοπίο, ο αυτοσαρκασμός και με μια Καβαφική ειρωνεία να αντηχεί πάντα στο βάθος.

Αλλά εδώ είναι εντελώς απογυμνωμένα, έχουν ξεφορτωθεί κάθε τι το περιττό και έχει μείνει μόνο η ποιητική ουσία.

Δεν διαλανθάνει φυσικά και ο άνισος παραλογισμός του θανάτου. Κάπου υποψιάζεται και μια μη λελογισμένη προοπτική:

ή ακόμα μήπως, ποιος το ξέρει

πρέπει εσύ να ετοιμάζεσαι

για μια, χωρίς εμένα

αβάσταχτη επιβίωση.

Το γήρας παρουσιάζεται αδυσώπητο –δε φημίζεται δα και για τη φιλευσπλαχνία του–  και θυμίζει κινούμενη άμμο:

Ούτε απλοί σου γνώριμοι

δε ζούνε πια.

έμεινες μόνο με όσους

σε αναγνωρίζουν βλέποντάς με.

Μα κι ο Βαρβέρης δεν τα γράφει αυτά από τα κάτω σκαλοπάτια της νεότητας. Έστω κι αν πάντα στην ποίησή του είχε την ωριμότητα που δε γνωρίζει ηλικίες, έχει ήδη εισέλθει κι αυτός στα πρώτα στάδια της φθοράς. Και είναι διπλή η φθορά γι' αυτόν, καθώς ζει παράλληλα κι εκείνη της μητέρας του.

Αλλά όπως λέει στο μότο της συλλογής –απόσπασμα από την προτελευταία του «Ο άνθρωπος μόνος» –:

Είμαστε γέροι πια κι οι δυό

κι εγώ αφού γράφω ποιήματα

πιο γέρος.

Μα και κάτι άλλο έχει συντελεστεί –θυμάμαι εγώ, από παλιότερο ποίημά του («Οι συνέπειες ενός παλαιού ποιήματος») :

Κι έχω γίνει εδώ μέσα

ο τρυφερότερος

όλων σας.

Η συλλογή χωρίζεται σε τρία μέρη: Αθήνα -Λουτράκι- και πάλι Αθήνα. Διόλου τυχαίος ο ενδιάμεσος προορισμός. Ανέκαθεν οι λουτροπόλεις φημιζόντουσαν για αναπαλαιώσεις αισθημάτων και μια χαλαρή νωχέλεια ανάμεσα στις εποχές που ενδείκνυται για flashback και ποιητικές μεταφορές. Αλλά όχι για όλους. Μόνο για όσους χαίρουν αυτής της προσομοίωσης, οι άλλοι βλέπουν απλώς ένα παρηκμασμένο θέρετρο:

Βεβαίως και δεν πάμε

Στο ίδιο μέρος.

Η συγκίνηση δεν εκβιάζεται, είναι απτή, ολοκάθαρη, βγαίνει αβίαστα και καταλαμβάνει εξ απήνης τον ανυποψίαστο, χωρίς φιοριτούρες.

Τα σύντομα και άμεσα ποιήματα, σαν συνέχεια θέματος σε καμβά, μου θυμίζουν κάτι γιαπωνέζικα έργα τέχνης που εκτείνονται οριζόντια σε πολύπτυχα. Κάθε ένα κι άλλο περιστατικό της καθημερινότητας του ποιητή με την μητέρα του.

Μιλούν στο τηλέφωνο και η συσκευή είναι ένας κόσμος που τους χωρίζει/ το παρόν του ενός συνομιλεί με το παρελθόν του άλλου/ κατασκοπεύουν ο ένας τον άλλον/ στο υπνοδωμάτιο της η μητέρα με τα αντικείμενα στο κομοδίνο σαν κτερίσματα /στη βεράντα ενός ξενοδοχείου να χαζεύουν τα πλοία/ η μητέρα μπερδεύει το όνομά του με αυτό του πατέρα και του γιου του/ η μητέρα ψηφίζει/ η μητέρα συλλέγει με μανία μικροπράγματα/ κι οι δυο έρχονται αντιμέτωποι με παλιές φωτογραφίες/ ο γιος νιώθει τύψεις που έτσι κι αλλιώς η συχνότητα της επαφής ποτέ δε νικά.

Κάτι από γιαπωνέζικη αφαίρεση και θλιμμένη ευαισθησία δεν μου έρχεται τυχαία στο νου. Όποτε βλέπω να αντιμετωπίζεται με λιτή συγκίνηση το θέμα γηρατειά θυμάμαι το γνήσια ποιητικό, κινηματογραφικό αριστούργημα του Όζου Tokyo Story. Η σκηνή με τη γιαγιά και το εγγόνι που παίζει και αναρωτιέται όταν αυτό μεγαλώσει που θα βρίσκεται η ίδια είναι η επιτομή. Ο κόσμος αλλάζει ερήμην μας, γινόμαστε όλο και πιο αδύναμοι και δεν ξέρουμε αν θα μας βρει εδώ κάθε νέα αλλαγή.

Πέρασες από τη δραχμή σχεδόν αυτόματα

στο νέο για όλους μας ευρώ

θέλεις να μάθεις τώρα τι εστί

κομπιούτερ, κινητό.

Αναπολούνται εποχές που μπλέκονται παράταιρα η μία με την άλλη. Όσο μεγαλώνεις κι αφήνεις πίσω δεκαετίες, τόσο πιο εύκολο γίνεται αυτό το μπλέξιμο:

Μετά από εξήντα χρόνια

ένα παιδί

θυμάται τη μαμά του.

Ο Πατέρας είναι από χρόνια πεθαμένος, ωσεί παρών ωστόσο. Ο γιος με το δυσβάστακτο φορτίο να τον υποκαθιστά διαρκώς στη μνήμη της μητέρας.

Ο Βαρβέρης αποχαιρετά –κι εμείς μαζί–  έναν κόσμο που φεύγει μαζί της: την καλαισθησία, τη λεξιπλαστική ομορφιά, τα σουσούμια και τις εμμονές, μα πάνω απ' όλα τις μνήμες ανθρώπων που γεννήθηκαν κοντά σε έναν πόλεμο και ήταν νέοι σε έναν δεύτερο πιο μεγάλο πόλεμο και τώρα φεύγουν αθόρυβα.

Ενώ σε πιέζω να μου πεις

πως ακριβώς ο Βενιζέλος

κι ύστερα ο Μεταξάς

ο Εμφύλιος κι ο Παπάγος.

Η ξεκάθαρη παραδοχή του ποιητή για το τι ακριβώς οφείλει στη μητρική γλώσσα:

Μου χάρισες μια ζωή

και γλώσσα μία.

Χωρίς τις λέξεις της δεν θα έφτιαχνε το σύμπαν του και αυτές θα ήταν κάποιες άλλες δίχως τη μητέρα.

Αλλά και μια άλλη παράμετρος βγαίνει στην επιφάνεια στο τέλος σαν εξομολόγηση:

Σε σκέπτομαι

και μου έρχεται για σένα

ιδέα ποιητική.

Όμως τη θυσιάζω

για να σε παίρνω στο τηλέφωνο.

Η γνωστή διγαμία μεταξύ ζωής και Τέχνης. Όλοι όσοι γράφουν κλέβουν ασύστολα τους γύρω τους, είναι γνωστό. Είναι στην αχόρταγη εγγράμματη φύση τους να χρησιμοποιούν τους δικούς τους σαν πρόπλασμα. Αυτός που θρηνεί αλλά δεν το μετουσιώνει σε λέξεις ή δεν το εικονογραφεί με τον οποιοδήποτε τρόπο είναι πιο τυχερός ή μήπως όχι; Τι το κάνεις το αίσθημα; Το αναβαπτίζεις, το αποδυναμώνεις, το λειαίνεις ή το εκτονώνεις; Το να γράφεις για το γήρας και τη φθορά των δικών σου και όχι απλώς να τα ζεις αλαφραίνει διόλου τον τρόμο;

-Έλα, όχι, μη φοβάσαι, ποίημα ήταν,

μη φοβάσαι.

Μα εδώ δε μιλάμε για μια οποιαδήποτε μητέρα, μα αλίμονο είναι η οποιαδήποτε μητέρα. Σε έναν σάμπως διάλογο με τον Καβάφη καλοτυχίζει τη μητέρα του Χαρίκλεια «που στον θρήνο της προσήλθε ένας Καβάφης». Ποια η διαφορά να είσαι η μητέρα ποιητή; Ανούσιο μοιάζει το ερώτημα μπροστά στο επέκεινα.

Δεν παραλείπει σαν διαθήκη ποιητική να σημειώσει την ανώφελη χρησιμότητα κάθε ποιήματος. Να μην ξεχνιόμαστε λοιπόν. Άχρηστα τα ποιήματα και άχρηστοι κι οι ποιητές. Εκτός κι αν το συναίσθημα καμιά φορά έχει και το χειροπιαστό του αντίκτυπο:

Εκτός αν κάποιος που διαβάζει τώρα

τρέξει μετανιωμένος και την ξαναφέρει

Σπίτι.

Το «Βαθέος  γήρατος» δεν είναι απλά ένα κύκνειο άσμα. Πολλοί και δυσβάστακτοι οι αποχαιρετισμοί που το βαραίνουν: του ποιητή προς τη μητέρα του, της μητέρα του προς τον ποιητή, -και οι δύο ξέρουν πως δε θα έχουν για πολύ ακόμα ο ένας τον άλλον-, αποχαιρετισμός σε μια εποχή που φεύγει, ο ποιητής αποχαιρετά τους οικείους, αποχαιρετά και μας.

Τεράστιο βάρος για ένα βιβλίο 95 σελίδων και μάλιστα ενώ πασχίζει να ξεφορτωθεί κάθε τι περιττό. Όταν λέμε ότι η ποίηση συμπυκνώνει, φανταζόμαστε άραγε και κάτι τέτοιο; Ένα πούπουλο να φέρει βάρος μεγατόνων;

Ο Βαρβέρης στις πρώτες σελίδες αμφιταλαντεύεται για τον τίτλο. «Βαθέος γήρατος» ή «Ύπνου βαθέος»;  Τελικά καταλήγει: «Βαθέος γήρατος». Ναι, χίλιες φορές το «ον», από το άδηλο «μη ον» μας λέει. Απεύχεται την ανυπαρξία –ή μήπως τη λήθη;– έστω και με αυτό το εύθραστο «Βαθέος γήρατος». Προτιμότερο πάντως από το τελεσίδικο «Βαθέος ύπνου».

Ο δικός μου τίτλος πάλι μου επεβλήθη χωρίς δεύτερη σκέψη. Τι κι αν « Ο θάνατος το στρώνει» εδώ, όπως τιτλοφορούσε παλιά συλλογή του. Ο Ρίλκε έλεγε πως ο θάνατος είναι βαθιά ριζωμένος στη φύση της αγάπης. Ίσως αυτή και όχι τελικά η γραφή να είναι ο πιο φιλόδοξος αντίπαλος, που ξεπερνά και τη φθορά και τη λήθη και τα γηρατειά και το θάνατο.

Γιατί το «Βαθέος γήρατος» δεν είναι τίποτα άλλο από ακριβώς αυτό: απότοκο αγάπης:

Μου είπε επί λέξει:

-Άμα πεθάνω

πως θα ζήσω

χωρίς εσένα;

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Βιβλίο / «Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Η κορυφαία συγγραφέας της Αργεντινής, Σέλβα Αλμάδα, μιλάει στη LiFO λίγο πριν από την άφιξή της στη χώρα μας με αφορμή το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας για τα πολυβραβευμένα βιβλία της, την έμφυλη βία και τη γυναικεία ταυτότητα.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Βιβλίο / Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Γαλανόσκυλος», ο καταξιωμένος συγγραφέας μιλά για όλα: τους πολιτικούς «που είναι ανίκανοι αλλά ξέρουν να μαζεύουν ψήφους», τον πολιτισμό που έχει μετατραπεί σε «σοβαροφανή παρωδία» και μια Ελλάδα που «δεν έχει ξεφύγει ποτέ από τον ναρκισσισμό της».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Βιβλίο / Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Στο μυθιστόρημά του «Αθέατος βίος», ο Νικολό Αμανίτι ερευνά την ιδιωτική ζωή της συζύγου ενός πρωθυπουργού, υπενθυμίζοντας ότι σήμερα οι social media managers κινούν τα νήματα και η θεωρία του χάους είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Ο Ντίλαν Τόμας αυτοβιογραφούμενος

Βιβλίο / Ο Ντίλαν Τόμας αυτοβιογραφούμενος

Η έκδοση του «Πορτρέτου του καλλιτέχνη ως νεαρού σκύλου» επιβεβαιώνει τη σπουδαία κληρονομιά του Ουαλού ποιητή και τον σημαντικό ρόλο του τόπου του στις ιστορίες του, αναθεωρώντας πολλές λάθος εκτιμήσεις για τη ζωή και τον θάνατό του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Νίκος Αμανίτης: «Στον ΔΟΛ ζούσαμε ένα συνεχές Game of Thrones»

Βιβλίο / Νίκος Αμανίτης: «Στον ΔΟΛ ζούσαμε ένα συνεχές Game of Thrones»

Με αφορμή το βιβλίο του «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα», ο γνωστός δημοσιογράφος μιλά για τις εμπειρίες του από τις αίθουσες σύνταξης, για την πορεία της δημοσιογραφίας τις τελευταίες δεκαετίες αλλά και για τα γεγονότα που σημάδεψαν τη δική του διαδρομή.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Σιντάρτ Κάρα: «Σεξ τράφικιν»

Το πίσω ράφι / «Έπρεπε να δουλεύω ακόμη κι όταν ήμουν άρρωστη»

O Σιντάρτ Κάρα έγραψε το «Σεξ τράφικιν» για τη σύγχρονη σωματεμπορία, έχοντας διαπιστώσει από πρώτο χέρι πώς είναι οργανωμένη αυτή η κερδοφόρα βιομηχανία που βασίζεται στη φτώχεια, την ανισότητα και τη ζήτηση.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Αυτός ο πόλεμος προετοιμαζόταν από το 2000»: Η «φουτουρίστρια» του ΝΑΤΟ προβλέπει το μέλλον

Οπτική Γωνία / «Αυτός ο πόλεμος προετοιμαζόταν από το 2000», λέει η «φουτουρίστρια» του ΝΑΤΟ

Η Γαλλογερμανίδα πολιτική επιστήμονας Φλόρενς Γκάουμπ μιλά στην εφημερίδα «El Pais» για το Ιράν, τη Γροιλανδία, την Ουκρανία και τη Γάζα, τονίζοντας ότι «το μέλλον είναι μια στρατηγική ιδέα».
THE LIFO TEAM