Όταν οι πατάτες άξιζαν όσο το χρυσάφι (μέρος 2ο)

Facebook Twitter
0

Όλη η ιστορία της Αμερικής είναι μία ιστορία μετανάστευσης. Η μετανάστευση στην ιστορία όλων των χωρών συνοδεύεται από τραγούδια, δύσκολους αποχωρισμούς, κινδύνους και πίκρα. Η εποχή του χρυσού είχε όλα αυτά συν την υπόσχεση του γρήγορου πλούτου.

Στο τέλος του 19ου αιώνα δύο απανωτές κρίσεις είχαν εξαφανίσει τράπεζες και οικονομίες. Η μεγάλη ανεργία και η κακή οικονομία είχαν οδηγήσει τους ανθρώπους σε απελπισία. Ταυτόχρονα οι πόλεις γέμιζαν από πλήθη που έφταναν από την Ευρώπη που βρισκόταν στην ίδια και χειρότερη θέση. Αγρότες από τη Γερμανία, την Ιρλανδία, την Αγγλία ήλπιζαν σε μία νέα αρχή στον Νέο αυτό θαυμαστό κόσμο στον οποίο υπάρχει χρυσάφι παντού.

Πράγματι, χρυσάφι υπήρχε: ένα κοίτασμα βρέθηκε στην Καλιφόρνια και το 1896 τα νέα για ένα μεγάλο κοίτασμα στο Yukon μεταδόθηκαν πολύ γρήγορα. Το Yukon βρίσκεται στον Καναδά. Η διαδρομή ήταν πολύ δύσκολη και για πολλούς, θανατηφόρα.


Άνθρωποι από όλο τον κόσμο και από όλα τα κοινωνικά στρώματα ξεκίνησαν το δύσκολο ταξίδι μέσα από τα χιονισμένα βουνά. Η δημοφιλέστερη διαδρομή ήταν το Chilkoot Trail, μήκους 53 χιλιομέτρων, γνωστή στους Ινδιάνους. Υπήρχαν κι άλλοι τρόποι να περάσει κανείς τα βουνά, αυτός όμως ήταν ο πιο σύντομος – και ο πιο δύσκολος. Οι περισσότεροι ήξεραν ότι οι πιθανότητες να βρουν χρυσάφι ήταν λίγες. Όμως κάποιοι πράγματι κατάφεραν να γίνουν πολύ πλούσιοι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Οι υπόλοιποι αυτό που κατάφεραν, ήταν να τονώσουν την τοπική οικονομία.


Η καναδέζική κυβέρνηση αναγκάστηκε να πάρει πρόσθετα μέτρα όταν τα πλήθη άρχισαν να απειλούν την ασφάλεια των περιοχών. Το φαγητό που ήταν ήδη λίγο, άρχισε να εκλείπει συνεχώς. Παράλληλα πολλά όπλα σε συνδυασμό με την απελπισία δημιούργησαν αναρχία και βανδαλισμούς.


Χρυσάφι υπήρχε, ναι. Υπήρξαν και πολλοί πλούσιοι. Όμως δεν υπήρχε φαγητό για να αγοράσεις, ακόμα κι αν είχες λεφτά. Και ο καιρός όλο το χρόνο αφιλόξενος. Οι τιμές άρχισαν να ανεβαίνουν μέχρι που έφτασαν σε εξωφρενικά ύψη. Το χειμώνα του 1886 ένα αβγό, σε σημερινές τιμές, έφτασε τα 30€. Την ίδια τιμή είχε και ένα καρβέλι ψωμί. Ένα δείπνο με μία μπριζόλα, πατάτες και ψωμί έκανε 1200€. Αρκετοί έδιναν το χρυσάφι της ημέρας σε αντάλλαγμα για φαγητό. Ειδικά οι πατάτες, λόγω της μεγάλης τους θρεπτικότητας, άξιζαν το βάρος τους σε χρυσάφι. Στην κυριολεξία.


Η Καναδική κυβέρνηση αποφάσισε να επιτρέπει την είσοδο στη χώρα μόνο σ’ αυτούς που ήταν σε θέση να εισάγουν μαζί τους και τις προμήθειες ενός χρόνου. Σύντομα, ο κάθε εξερευνητής έπρεπε να έχει μαζί του γύρω στον ένα τόνο σε φαγητό. Επιπλέον έπρεπε να αγοράσει άλογα και να νοικιάσει Ινδιάνους για την μεταφορά. Στις ανηφόρες όμως των βουνών τα άλογα ψοφούσαν το ένα μετά το άλλο. Λίγο πριν την κορυφή των βουνών, ο καθένας έπρεπε να μεταφέρει 65 κιλά σε αλλεπάλληλες διαδρομές.


Όσοι κατάφεραν να περάσουν στην άλλη πλευρά και να φτάσουν στο Dawson, συνήθως έπιαναν δουλειά ως υπάλληλοι αυτών που ήδη είχαν βρει χρυσό. Άλλοι βρήκαν δουλειά στα διάφορα εμπορικά μαγαζιά, υπηρεσίες, καζίνο, οίκους ανοχής και τράπεζες που συντηρούσαν μία πόλη που βρισκόταν σε ξέφρενη κατάσταση πάρτι. Το 1899 μία φωτιά κατέστρεψε ολοσχερώς τα πάντα αλλά η συνέχεια δε μοιάζει με τα Σόδομα και Γόμορρα. Μέσα σε λίγους μήνες η πόλη ξαναχτίστηκε ακόμα πιο μεγαλοπρεπής.

Υποθέτω ότι ο Σκρουτζ ήταν από τους τυχερούς της εποχής. Ίσως να είχε συνεργαστεί και με τους γκάνγκστερ που έγδυναν με τη βία τους χρυσοθήρες από τα κέρδη της ημέρας. Ίσως ήταν ο ίδιος ένας από τους γκάνγκστερ; Αχ, το ενήλικο μυαλό δηλητηριάζει τις παιδικές αναμνήσεις.


Η λίστα με τα τρόφιμα μιας χρονιάς ήταν η εξής:

70 κιλά μπέικον

180 κιλά αλεύρι

10 κιλά βρώμη

55 κιλά φασόλια

5 κιλά τσάι

5 κιλά καφές

10 κιλά ζάχαρη

10 κιλά αποξηραμένες πατάτες

1 κιλό αποξηραμένα κρεμμύδια

7 κιλά αλάτι

Μισό κιλό πιπέρι

35 κιλά αποξηραμένα φρούτα

4 κιλά μπέικιν πάουντερ

2 κιλά σόδα

200 γρμ ξίδι

Μισό κιλό σούπα σε σκόνη

1 βάζο μουστάρδας

Σύνολο: 400 κιλά

 

Γεύση
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Από το ψητό της Κυριακής στο ντελίβερι: Η ιστορία της αθηναϊκής κουζίνας

Ιστορία μιας πόλης / Από το ψητό της Κυριακής στο ντελίβερι: Αυτή ειναι η ιστορία της αθηναϊκής κουζίνας

Η αθηναϊκή κουζίνα αλλάζει καθημερινά, ανάλογα με τις ορέξεις και τα γούστα των κατοίκων της. Είναι ο καθρέφτης της κοινωνικής και πολιτισμικής εξέλιξης της πόλης. Στο νέο του βιβλίο, ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, καταγράφει αυτήν τη συναρπαστική ιστορία.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
CHECK Milos

Γεύση / Milos: Εκεί που η ελληνική πρώτη ύλη γίνεται τέχνη

Στο εστιατόριό του στο κέντρο της Αθήνας ο Κώστας Σπηλιάδης διατηρεί όλα όσα τον έφεραν στην κορυφή της παγκόσμιας εστίασης, παρέχοντας μια ολοκληρωμένη εμπειρία με καθαρές γεύσεις και άριστες πρώτες ύλες, συνδυάζοντας παράδοση και εκλεπτυσμένη αισθητική.
ΝΙΚΗ ΜΗΤΑΡΕΑ
«Έφτιαξα οινοποιείο σε έναν τόπο που δεν είχε καν αγορά για κρασί»

Το κρασί με απλά λόγια / «Έφτιαξα οινοποιείο σε έναν τόπο που δεν είχε αγορά για κρασί»

Σε μια γωνιά της Ελλάδας που δεν είχε ούτε παράδοση σύγχρονης οινοποίησης ούτε αγορά για να τη στηρίξει, μια γυναίκα αποφάσισε να ξεκινήσει από το μηδέν. Η Μελίνα Τάσσου δημιούργησε ουσιαστικά το πρώτο σύγχρονο οινοποιείο στη Θράκη και παραμένει η μοναδική οινολόγος της περιοχής.
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
Ποια κρασιά θα απογειώσουν τον παραδοσιακό μπακαλιάρο σκορδαλιά της 25ης Μαρτίου

Γεύση / 25η Μαρτίου: Τα καλύτερα κρασιά για μπακαλιάρο σκορδαλιά

Κάθε γιορτή και σχόλη για μένα είναι μια ευκαιρία χαράς και απόλαυσης. Όχι ότι τις άλλες μέρες πρέπει να μιζεριάζουμε, απλώς οι γιορτές είναι μια υπενθύμιση να απολαύσουμε ακόμη περισσότερο.
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ
Από Άγιο Όρος στην Κρήτη: Πώς μαγειρεύει η Ελλάδα τον μπακαλιάρο

Γεύση / Από το Άγιο Όρος στην Κρήτη: Πώς μαγειρεύει η Ελλάδα τον μπακαλιάρο

Σε μακαρονάδα ή παστός με ρεβίθια, ή λεμονάτος με ολόκληρα κρεμμύδια: Από το ένα πέλαγος στο άλλο, το τελετουργικό μας πιάτο παίρνει διαφορετικές μορφές, αποτελώντας ένα εκλεκτό έδεσμα της ελληνικής cucina povera.
ΝΙΚΟΣ Γ. ΜΑΣΤΡΟΠΑΥΛΟΣ
Το Καφενείο στη Λουκιανού είναι κομμάτι της αθηναϊκής ιστορίας

Γεύση / Άνοιξε ξανά το Καφενείο στη Λουκιανού, ένα κομμάτι της αθηναϊκής ιστορίας

Με νέους ιδιοκτήτες, αλλά την ίδια αγάπη για την ελληνική κουζίνα, το θρυλικό στέκι του Κολωνακίου μπαίνει στη σύγχρονη φάση του, κρατώντας όμως όλα εκείνα τα στοιχεία που έφτιαξαν τον μύθο του.
ΛΙΝΑ ΙΝΤΖΕΓΙΑΝΝΗ