Διαβόητος κροίσος, εύθυμος οικοδεσπότης, τρυφερός πρώην σύζυγος, αφοσιωμένος πατέρας, ο κεντρικός ήρωας της νέας ταινίας «Πάρτι Γενεθλίων, Μάρκος Τιμολέων», ενδεδυμένος με το σέβεντις λευκό κοστούμι του (βρισκόμαστε στο 1975), θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να ελέγξει τη μοίρα της περιουσίας και των απογόνων του – σήμερα, αύριο, πάντοτε.
Ο Γουίλεμ Νταφόε χαρίζει στον ρόλο όλη τη λάμψη, τον παλμό και το βάθος της μοναδικής υποκριτικής δεινότητάς του. Κάθε του έκφραση πλημμυρίζει την οθόνη, αναστατώνει το θυμικό, γεννάει αστραπές στον εγκέφαλο. Θλίψη, συμπόνια, αποδοκιμασία, θυμός, θαυμασμός... Είναι αδύνατο να καταλήξεις σε εύτακτα συμπεράσματα σχετικά με την προσωπικότητα του ήρωα, ο ηθοποιός εγείρει διαρκώς δημιουργικά εμπόδια ανάμεσα σε σένα και στις ευνόητες ετυμηγορίες. «Η οικογένειά μας δεν είναι σαν τις άλλες οικογένειες. Δεν θ’ αφήσω ένα χάος πίσω μου όταν πεθάνω», λέει εμφατικά στην 25χρονη κόρη του την ημέρα των γενεθλίων της, ενώ προσπαθεί με κάθε τρόπο να την πείσει να τερματίσει την ανεπιθύμητη –σε κείνον– εγκυμοσύνη της. Μια πικρή και επώδυνη σύγκρουση θα οδηγήσει πατέρα και κόρη σε ακραίες επιλογές που θα δοκιμάσουν τη σχέση τους.
Τα άκρα, όμως, ήταν ανέκαθεν το φυσικό περιβάλλον του Αμερικανού ηθοποιού. Ηρωικός λοχίας και οργισμένος βετεράνος, τυραννικός ψυχoθεραπευτής και αιμοδιψής βρικόλακας, βασανισμένος Ιησούς και σαδιστής δισεκατομμυριούχος, παθιασμένος Βαν Γκογκ και παγωμένος Τ.Σ. Έλιοτ, Μαλλιαρός Πίθηκος και Πράσινος Καλικάντζαρος: δεν είναι μόνον οι επιλογές του που αψηφούν κάθε κανονιστική λογική αλλά και οι ερμηνείες του που αρνούνται κάθε καθησυχαστική ομαλότητα. Το γωνιώδες πρόσωπό του, ικανό για τις πιο απίθανες συσπάσεις, έχει χαρακτηριστεί ως «rubber face» (λαστιχένιο πρόσωπο), χάρη στην ικανότητά του να παραμορφώνεται και να υιοθετεί υπερβολικές, «αφύσικες» εκφράσεις προκειμένου να εκφράσει τις πιο έντονες ψυχικές και σωματικές καταστάσεις.
«Πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε αυτό που πραγματικά βρίσκεται ενώπιόν μας: όχι το πλαίσιο του πράγματος αλλά το ίδιο το πράγμα. Αλλιώς δεν το βλέπεις. Και δεν βαθαίνει η όρασή σου, ούτε γίνεσαι πιο ευέλικτος, πιο ανοιχτός. Νομίζω ότι οι θεατές επιθυμούν την πρόκληση, καθώς αναζητούν τα "κλειδιά" για να έχουν μια πιο γεμάτη, αφυπνισμένη ζωή».
Σε ένα διάσημο αφιέρωμα των «New York Times», το πρόσωπο του Νταφόε περιγράφηκε με όρους καλλιτεχνικούς, σχεδόν λατρευτικούς: «Ο Γουίλεμ Νταφόε μοιάζει με μια θεότητα όπως θα την απέδιδε ένας κυβιστής καλλιτέχνης. Το πρόσωπό του έχει πολλές διαφορετικές όψεις: τα ζυγωματικά του προεξέχουν πάνω από βαθιές, βασανισμένες κοιλότητες... το στόμα του είναι τόσο πλατύ, ώστε το χαμόγελό του δημιουργεί οριζόντιες γραμμές στα μάγουλά του, σαν μουστάκια γάτας. Το πιγούνι του καταλαμβάνει σχεδόν το ένα τρίτο του προσώπου του». Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, η δομή του προσώπου του εκπέμπει κάτι το «μετα-ανθρώπινο και υπερφυσικό».
Σε κάθε περίπτωση, ο Νταφόε, λάτρης του αντισυμβατικού, μεταπηδά αβίαστα από πανάκριβες εμπορικές παραγωγές σε μικρές, πειραματικές ταινίες, φέρνοντας σε αυτές την ίδια σοβαρότητα και ενέργεια, είτε παίζει σε ένα δράμα δωματίου με προϋπολογισμό λίγων χιλιάδων δολαρίων είτε σε μια ταινία δεκάδων εκατομμυρίων. Οι ερμηνείες του, έντονα σωματικές, καταφέρνουν πάντα να φανερώσουν το κρυμμένο τραύμα του ήρωα, είτε κινούνται προς την τραγικότητα, την πνευματικότητα και τη στοργή είτε προς την αδάμαστη τρέλα και την εκκεντρικότητα.
Τον συναντήσαμε την περασμένη Δευτέρα, στο κέντρο της Αθήνας, στο ξενοδοχείο Athens Capital Suites. Ζεστός, φιλικός, ενθουσιώδης, εντυπωσιακός και ταυτόχρονα σεμνός, ένας απόλυτα χαρισματικός και άφοβος συνομιλητής.
— Πώς αποφασίσατε να συμμετάσχετε στο «Πάρτι Γενεθλίων»;
(Εκρηκτικά και με χιούμορ) Χάρη σε αυτόν εκεί τον τύπο! (σ.σ. δείχνει τον παραγωγό της ταινίας Γιώργο Καρναβά που κάθεται σε ένα τραπέζι πίσω μας και γράφει στο λάπτοπ του). Κάναμε μαζί μια ταινία, το «Inside» (σ.σ. σε σκηνοθεσία Βασίλη Κατσούπη), και ο Γιώργος ήταν ο παραγωγός. Ήταν καταπληκτικός, τα πηγαίναμε πολύ καλά. Μια μέρα μού μίλησε για το βιβλίο του Πάνου Καρνέζη και μου είπε ότι είχε αγοράσει τα δικαιώματα και θα το έκανε ταινία. Μου παρουσίασε μερικές εικόνες, συζητήσαμε για τον σκηνοθέτη, κι εγώ νόμιζα ότι μου τα έλεγε ως φίλος, δεν πίστευα τότε ότι με αφορούσε. Σιγά σιγά, όσο περισσότερα μου έδειχνε, τόσο γοητευόμουν, και τελικά μού έκανε την πρόταση! Και παρόλο που αρχικά μου είχε φανεί ότι δεν υπήρχε ρόλος για μένα σ’ αυτή την ταινία, αισθάνθηκα το αντίθετο. Με την έννοια ότι, μερικές φορές, είναι καλό να κάνεις κάτι που δεν είναι «εσύ». Να δημιουργείς κάτι καινούργιο, με το οποίο, επιπλέον, δεν έχεις συνδέσει τ’ όνομά σου στο παρελθόν. Το ωραίο είναι να κάνεις τους ανθρώπους να δουν κάτι από την αρχή, να ξαναδούν, να δουν με έναν νέο τρόπο. Όχι να πουν «α, το ξέρω αυτό!» αλλά «τι είναι αυτό;». Θα μπορούσε η παραγωγή να είχε επιλέξει κάποιον που μοιάζει με τον Ωνάση –εφόσον ο Μάρκος Τιμολέων έχει κάποιες ομοιότητες μαζί του– και να το γυρίσουν στα ελληνικά, αλλά θα ήταν ένα άλλο είδος ταινίας, και ένας διαφορετικός χαρακτήρας. Οπότε, δέχτηκα αυτή την πρόκληση. Μου αρέσουν πολύ οι σχέσεις που αναπτύσσονται στην ταινία. Συνήθως δεν έλκομαι από οικογενειακά δράματα, αλλά το «Πάρτι Γενεθλίων» είναι κάτι περισσότερο από αυτό, η πολυπλοκότητα των σχέσεων είναι που το σώζει από το μελόδραμα ή ακόμη και από τον απλό κοινωνικό σχολιασμό. Ο Μάρκος Τιμολέων έχει σχέσεις με πολλούς ανθρώπους και επειδή είναι αυτός που είναι προκύπτει πάντα ένα ηθικό ζήτημα: να ενδώσει κανείς, να κάνει αυτό που του ζητάει, να διαπραγματευτεί μαζί του και να χάσει την ψυχή του ή, μήπως, να τον τιμωρήσει, επειδή τον αποδοκιμάζει; Όλες αυτές οι στρατηγικές πρέπει να τεθούν υπό εξέταση, εφόσον, όταν ένας αυτοδημιούργητος και τόσο ισχυρός άνδρας όπως ο Τιμολέων, κατακυριεύεται από αλαζονεία και αγωνία για την κληρονομιά που θα αφήσει πίσω του, μοιραία προξενεί πολλή καταστροφή στο διάβα του. Μπορεί να έχει καλές προθέσεις, μπορεί να προσπαθεί να εξασφαλίσει την οικογένειά του, ίσως και τον ευρύτερο κύκλο του, αλλά η πορεία που ακολουθεί προκειμένου να το επιτύχει καταστρέφει όλες του τις σχέσεις.
— Πορεία προς τα πού; Πού προσπαθεί να φτάσει;
Σε αυτό το επίπεδο απόλυτης εξουσίας κι ελέγχου, έναν μυθικό τόπο όπου θα έχει τόσο πολλά ώστε δεν θα μπορεί ποτέ να πεθάνει.
— Δεν επιβαρύνετε τον χαρακτήρα σας με καμία ηθική ετυμηγορία. Τον παρακολουθούμε με ανάμεικτα συναισθήματα για να δούμε πού θα πάει.
Λοιπόν, πρέπει ν’ αφήνουμε όλους τους ανθρώπους να δούμε πού το πάνε έτσι ώστε να μαθαίνουμε τι να προσέχουμε. Μερικοί άνθρωποι με ρωτάνε: μα γιατί κάνεις μια ταινία για τους πλούσιους; Μα, δεν είναι μια ταινία για τους πλούσιους, είναι μια ταινία για τις σχέσεις. Από τη δική μου θέση, προσπαθώ να δώσω στον Μάρκο τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να τον αφήσω ν’ ακουστεί. Είναι ένα ανθρώπινο ον, προσπαθώ, λοιπόν, να είμαι αυτό και όχι να τον ερμηνεύσω απλώς ως «κακό». Είμαστε πολύπλοκα όντα, εξού και το αιώνιο ανθρώπινο πρόβλημα: στο δικό του το μυαλό έχει καλές προθέσεις.
— Πότε αρχίζετε να παίρνετε αποφάσεις για τον ήρωά σας;
Δεν παίρνω αποφάσεις. Οι σκηνές σού το φανερώνουν αυτό. Μπορεί να προσδοκούμε κάποια πράγματα από κάθε σκηνή, αλλά δεν ξέρουμε επί της ουσίας περί τίνος πρόκειται μέχρι να τις γυρίσουμε. Κάθε σκηνή ζητά αφοσίωση. Κι όταν τη γυρίσουμε, τότε δημιουργούμε ιστορία, δημιουργούμε σχέσεις, φτιάχνουμε κάτι. Κι όταν αρχίζουμε να φτιάχνουμε πράγματα, τότε αποκαλύπτονται σχέδια, μοτίβα που μας οδηγούν. Τότε γινόμαστε. Δεν σχεδιάζω τα πράγματα. Είναι πολύ ωραίο όταν μπορείς να δουλεύεις τις σκηνές μιας ταινίας με χρονολογική σειρά, επειδή το ένα πράγμα σε φέρνει στο άλλο, κι αυτό σε διευκολύνει. Άλλες φορές, όμως, όταν δεν τηρείται η χρονολογική σειρά, όπως έγινε κι εδώ, πρέπει να φαντάζεσαι την επίδραση των προηγούμενων σκηνών, αυτών που δεν έχουν γυριστεί ακόμη. Αλλά έχω εξασκηθεί πολύ στο να το καταπολεμάω αυτό, δηλαδή στο να μην προαποφασίζω, στο να μη λέω «α, σε αυτήν τη σκηνή θα είμαι καλός μαζί της και στην επόμενη θα είμαι ωμός». Όχι, πρέπει να παίζεις μία σκηνή κάθε φορά. Κι όταν αυτή ολοκληρωθεί, θα σε ωθήσει στην επόμενη.
— Να είσαι, δηλαδή, αληθινά παρών στην κάθε σκηνή;
Νομίζω πως ναι. Και να βλέπεις τι υπάρχει εκεί. Πολλοί άνθρωποι προβλέπουν. Δεν επιτρέπουν ούτε στο δωμάτιο, ούτε στους ανθρώπους, ούτε στο φως ή στα ρούχα να τους μιλήσουν! Όλα αυτά, αν τα αφουγκραστούν, θα τους πουν τι να κάνουν. Όπως και στη ζωή: κάνουμε ό,τι κάνουμε, όχι επειδή είμαστε ιδιοφυΐες στις διαπραγματεύσεις αλλά επειδή έρχονται τα πράγματα κατά πάνω μας. Γιατί αποφασίσατε εσείς να φορέσετε αυτό το φόρεμα σήμερα; Γιατί εγώ αποφάσισα να βάλω αυτό το σακάκι; Γιατί αποφασίσατε να είστε ευχάριστη; Δεν το κάνετε στην πραγματικότητα, δεν αποφασίζετε, αντιδράτε σε καταστάσεις. Κι αυτό το εμπιστεύομαι πολύ περισσότερο από το να πεις «ερμηνεύω». Βλέπετε, νομίζω ότι η τέχνη της υποκριτικής αφορά πολύ περισσότερο την έκφραση από την επικοινωνία. Ακούγεται περίεργο, αλλά εννοώ το πώς, με ποια μέσα, αντιμετωπίζεις μια κατάσταση, χωρίς να τηλεγραφείς στους ανθρώπους τι θέλεις εσύ να εισπράξουν από την κατάσταση. Πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε αυτό που πραγματικά βρίσκεται ενώπιόν μας: όχι το πλαίσιο του πράγματος αλλά το ίδιο το πράγμα. Αλλιώς δεν το βλέπεις. Και δεν βαθαίνει η όρασή σου, ούτε γίνεσαι πιο ευέλικτος, πιο ανοιχτός. Νομίζω ότι οι θεατές επιθυμούν την πρόκληση, καθώς αναζητούν τα «κλειδιά» για να έχουν μια πιο γεμάτη, αφυπνισμένη ζωή.
— Τι ωραίο αυτό που είπατε για την επίδραση που ασκούν επάνω μας το φως, η θερμοκρασία, τα ρούχα, η ατμόσφαιρα...
Ναι, μερικές από τις καλύτερες εμπειρίες μου στο σινεμά γεννιούνται όποτε συνεργάζομαι μ’ έναν συγγραφέα ή έναν σκηνοθέτη που γνωρίζει τον κόσμο που θέλει να δημιουργήσει, και τον δημιουργεί. Δεν τον υποδεικνύει· τον υλοποιεί. Φτιάχνει κάτι καινούργιο και εμπνέει όλους τους συντελεστές ώστε να συνεισφέρουν σε αυτό. Και ο κόσμος που φτιάχνουν είναι τόσο συγκεκριμένος, τόσο πλήρης, ώστε, όταν τον διασχίζεις, το ίδιο το δωμάτιο σού λέει τι να κάνεις. Όχι λόγω μιας στρατηγικής αλλά επειδή το σώμα σου, η καρδιά σου συνδέεται με το μαξιλάρι που είναι μαλακό ή τη σκληρότητα του μετάλλου: αυτά σου λένε τι να κάνεις!
— Φυσικά, φέρει κανείς και τις αναμνήσεις, τις εμπειρίες του.
Ναι, και δεν μπορείς να τις σταματήσεις, ακόμη κι αν το θέλεις. Οι συνειρμοί, οι σκέψεις σου, η ζωή που έχεις ζήσει μέχρι αυτό το σημείο επηρεάζει όλα όσα κάνεις. Αλλά πρέπει να καταστήσεις τον εαυτό σου διαθέσιμο. Αυτό είναι το βασικό.
— Εδώ και δύο χρόνια είσαστε ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Μπιενάλε Θεάτρου της Βενετίας. Στο μήνυμα που στείλατε στις 27 Μαρτίου για την Παγκόσμια Hμέρα Θεάτρου δηλώσατε ότι, παρόλο που έχετε γίνει γνωστός ως κινηματογραφικός ηθοποιός, οι ρίζες σας βρίσκονται στο θέατρο. Και ότι τόσο η τωρινή θητεία σας όσο και όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο σήμερα έχουν ενισχύσει ακόμη περισσότερο την πεποίθησή σας σχετικά με τη δύναμη και τη σημασία του θεάτρου.
Το θέατρο είναι σημαντικό, επειδή συνιστά μια συλλογική κοινωνική συνάντηση εκείνου που κινδυνεύει να χαθεί στις μέρες μας, επειδή όλοι οι άνθρωποι βιώνουν τον «κόσμο» μέσα στα σπίτια τους, διαμέσου οθονών και συσκευών – δηλαδή από διαμεσολαβημένες εμπειρίες. Πρέπει, λοιπόν, να τιμούμε όλα τα μέρη όπου οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρώνονται, να μυρίζουν ο ένας τον άλλον, να κοιτάζονται... αυτά χάνονται. Το θέατρο είναι μια συνολική τέχνη (total art), που επιστρατεύει όψεις και στοιχεία όλων των τεχνών, έτσι ώστε να συγκεντρωθεί το κοινό και να παρακολουθήσει κάτι ζωντανό. Βρίσκονται όλοι εκεί μαζί, ταυτόχρονα, για να μοιραστούν μια κοινή εμπειρία. Και αυτή η εμπειρία είναι δική τους: δεν είναι ένα μαζικό προϊόν, δεν είναι ένα εργαλείο χειραγώγησης, ενώ το γεγονός ότι πρόκειται για κάτι εφήμερο είναι αυτό που το καθιστά τόσο όμορφο. Είναι κάτι που συμβαίνει κι εμείς το αισθανόμαστε. Κι αυτό σου φανερώνει το ουσιώδες, σε αφυπνίζει, σε «αναγκάζει» να δώσεις προσοχή. Ναι, προφανώς, μπορείς ν’ αποκοιμηθείς αν θέλεις, αλλά αυτό είναι δική σου επιλογή. (γελάει)
— Και ίσως όχι δική σου ευθύνη... (γέλια)
Ναι, ναι! Υπάρχει και πολύ κακό θέατρο εκεί έξω. Είναι απογοητευτικό να βλέπεις τους ανθρώπους να μην αξιοποιούν αυτήν την ευκαιρία που τους δίνεται.
— Αυτό που περιγράφετε, αυτή η συλλογική και δημιουργική συνάντηση, διαθέτει πολιτική διάσταση;
Φυσικά! Μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και τον τρόπο που βλέπουμε. Κι αν μπορεί να το κάνει αυτό, τότε μπορεί να μας βοηθήσει να φανταστούμε έναν καλύτερο κόσμο, έναν άλλο τρόπο να υπάρχουμε. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος έχει μια συγκεκριμένη άποψη για μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων. Ας υποθέσουμε ότι είναι ομοφοβικός και παρακολουθεί μια παράσταση που του φανερώνει κάτι το οποίο τον οδηγεί σε μια διαφορετική σχέση με τους ανθρώπους: τον απελευθερώνει, τον καθιστά πιο ανοιχτό σε διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης. Αν το νιώσει αυτό, τότε μπορεί και να βρει τρόπους να το κάνει πράξη, όχι διά της βίας αλλά μέσω της κατανόησης. Αυτό είναι εγγενώς πολιτικό. Η τέχνη μπορεί να το καταφέρει αυτό, να φέρει ενώπιόν μας εμπειρίες διαφορετικές από τις δικές μας, που βρίσκονται πέρα από το οικείο. Μπορεί να μας εμπνεύσει ώστε να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο, καινούργιες σχέσεις ή καινούργιους τρόπους σύναψης σχέσεων.
— Ποιες αρετές θεωρείτε πως διαθέτει ένας καλός ηθοποιός του θεάτρου;
(Γελά δυνατά) Δεν ξέρω! Υπάρχουν πολλά και διαφορετικά είδη θεάματος. Εγώ επιστρέφω πάντα στην ευελιξία, σε ένα είδος απώλειας του εγώ. Μοιάζει αδύνατον, αλλά αυτό που περιγράφω είναι μια κατάσταση που οι ηθοποιοί δεν νοιάζονται για το τι θα πουν οι άλλοι και αφοσιώνονται στις πράξεις που επιτελούν. Που το κάνουν για να μάθουν, για να διευρύνουν τον τρόπο σκέψης τους και όχι για να σαγηνεύσουν το κοινό και να το κάνουν να τους αγαπήσει, επιδεικνύοντας τη δεξιοτεχνία τους.
— Γνωρίζετε ότι οι «New York Times» σάς χαρακτηρίζουν ως «έναν από τους πιο προβλέψιμα απρόβλεπτους ηθοποιούς της Αμερικής»;
Ουάου! Αυτό είναι πολύ κολακευτικό.
— Νιώθετε απρόβλεπτος; Πώς γίνεται κανείς απρόβλεπτος;
Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι συμμετέχω με χαρά στα πρότζεκτ που επιλέγω και ότι αυτά καλύπτουν μια ευρεία γκάμα. Πολλοί Αμερικανοί ηθοποιοί, αν γίνουν επιτυχημένοι, θα κάνουν ταινίες συγκεκριμένου επιπέδου, που προέρχονται από αναγνωρίσιμα στούντιο, που πληρώνουν συγκεκριμένες αμοιβές, που έχουν μεγάλη διανομή, εγκεκριμένο σκηνοθέτη κ.ο.κ. Εγώ δεν θα μπορούσα να επιβιώσω ψυχικά αν το έκανα αυτό. Θα έκανα οτιδήποτε για να επιβιώσω, αλλά δεν θα ήταν αυτή φιλοδοξία μου, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Το να έχω τη δυνατότητα να συμμετέχω σε ποικιλία πραγμάτων, να γνωρίζω διαφορετικές κουλτούρες και διαφορετικούς ανθρώπους, να δουλεύω σε «μικρές» ταινίες που δεν έχουν αρκετούς πόρους γεννά διαφορετικές παρορμήσεις μέσα μου και διαφορετικά αποτελέσματα. Μια τέτοια στάση σε κάνει να είσαι πάντα λίγο στον αέρα, και αταξινόμητος. Και μου αρέσει αυτό. Μπορεί να μην είναι ακριβώς ελευθερία, αλλά την πλησιάζει πολύ! (γελάει). Μπορείς να δοκιμάζεις πράγματα και να βρίσκεις ενδιαφέρον και να αφοσιώνεσαι σε πολλά μέρη: αν «ξεραθεί» το ένα, για παράδειγμα, τότε θα πας στο άλλο κ.ο.κ. Αναζητάς χώρο, αναζητάς ευκαιρία για να δημιουργήσεις κάτι. Αυτό ψάχνω, κι αυτή την ευρεία γκάμα ετερόκλητων πραγμάτων. Ανέκαθεν δυσκολευόμουν να συνδεθώ με τη συμβατική αντίληψη της έννοιας «καριέρα». Μάλιστα, τώρα, που ασκώ αυτό το επάγγελμα εδώ και λίγο καιρό, δεν συνδέομαι καθόλου.
— Άρα το ρίσκο είναι που σας κάνει καλύτερο ηθοποιό;
Το να μην παίρνεις ρίσκα, αυτό είναι το ρίσκο.
— Δηλαδή;
Όταν δεν παίρνεις ρίσκα, γίνεσαι άκαμπτος. Κάνεις συνέχεια το ίδιο, και γίνεσαι ευάλωτος. Αν αφιερωθείς σε έναν μόνον τρόπο εργασίας, αποκτάς μια συγκεκριμένη μέθοδο, αναπτύσσεις συγκεκριμένες προτιμήσεις, περιορίζεσαι. Ένα ευέλικτο δέντρο, όμως, δεν κινδυνεύει να σπάσει.
— Περάσατε μεγάλο μέρος της ζωής σας, για την ακρίβεια είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια, ως μέλος της πρωτοποριακής θεατρικής ομάδας The Wooster Group στη Νέα Υόρκη. Τι θεωρείτε ότι έκανε τη δουλειά τους τόσο αντισυμβατική και ενδιαφέρουσα;
Η Λιζ Λεκόντ (σ.σ. η σκηνοθέτις και σύντροφός του εκείνη την περίοδο) είναι η καρδιά της ομάδας. Και φυσικά οι συνεργάτες της, όπως η Kέιτ Βαλκ, που ήρθε λίγο μετά από μένα – αυτές οι δύο ήταν τα «κορίτσια» μου. Έκαναν τη δουλειά τους με ευχαρίστηση και περιέργεια, κι αυτό ήταν σημαντικό. Επίσης, δεν ανησυχούσαν για την «επιτυχία». Έτσι συνεχίζουν ακόμη και σήμερα. Είναι επίμονες, δουλεύουν καθημερινά. Όταν ήμουν στην ομάδα, δουλεύαμε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ζούσα μαζί με τη Λιζ, μέναμε απέναντι από το θέατρο, πηγαίναμε το πρωί και σχολούσαμε το βράδυ. Τι να πω; Δεν είναι για όλους αυτού του είδους η δουλειά. Αλλά εκείνες έχουν φτιάξει μια γλώσσα που τους ανήκει, είναι δική τους. Πειραματίζονται και δεν τις ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Θέατρο κοινότητας, θέατρο βαθιά πολιτικό, όχι με τη συμβατική έννοια, αλλά μέσω του τρόπου που λειτουργούν και παράγουν. Κάθε φορά που υπονομεύεις το status quo, κάνεις μια πολιτική πράξη. Η επιλογή και η διερεύνηση ενός κειμένου δεν αφορούσε το τι έλεγε αλλά τον λόγο που νιώθαμε να μας ελκύει: αναζητούσαμε αυτούς τους λόγους και φτιάχναμε μια παράσταση που αποκάλυπτε τι υπήρχε στο DNA του κειμένου με το οποίο εμείς συνδεόμασταν.
— Ποιο είναι το μεγαλύτερο «μάθημα» που αποκομίσατε ως ηθοποιός από το Wooster Group;
Αυτό που με έχει καθορίσει είναι η σημασία της πράξης: να εφαρμόζεις αυτό που σκέφτεσαι, να το δοκιμάζεις στην πραγματικότητα. Η ποιότητα της αφοσίωσής σου σε μια εργασία είναι το παν. Είτε πρόκειται για το πιο απλό πράγμα, ένα περπάτημα από εδώ μέχρι εκεί, είτε πρόκειται για την απαγγελία ενός λόγου, η επιτέλεση αφορά πάντοτε τη σχέση του ηθοποιού με τη σωματικότητα – τουλάχιστον έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ. Ένας συνδυασμός πρακτικότητας, ευχαρίστησης και περιέργειας.
Η ταινία «Πάρτι Γενεθλίων» («The Birthday Party», 2025) βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες στις 2/7. Η σκηνοθεσία είναι του Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ και το σενάριο συνυπογράφουν οι Γιώργος Καρναβάς, Νίκος Παναγιωτόπουλος και ο σκηνοθέτης. Πρωταγωνιστούν οι Γουίλεμ Νταφόε, Βικ Κάρμεν Σόνε, Τζο Κόουλ και Έμα Σουάρεθ. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε επιλεγμένες τοποθεσίες της Κέρκυρας και της Αττικής.
«The Birthday Party» - Official Trailer (2026)
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.