«ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ διαρκή προνομιακή πρόσβαση σε οξυδερκείς διαπιστώσεις για το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης στον κόσμο», γράφει ο φιλόσοφος και λάτρης του ποδοσφαίρου Σάιμον Κρίτσλεϊ στο βιβλίο του «Τι σκεφτόμαστε, όταν σκεφτόμαστε το ποδόσφαιρο» (μτφρ. Αντώνης Καλοκύρης, εκδ. Πατάκη) κλείνοντας ουσιαστικά το μάτι σε έναν πνευματικό συγγενή του, τον Αλμπέρ Καμί. Ειδικά ως προς τη φιλοσοφική και υπαρξιακή θεώρηση του παιχνιδιού, οι δυο στοχαστές μοιάζουν να συναντιούνται στην ίδια γραμμή σκέψης. Όλα τα δεδομένα της αγωνίας της ύπαρξης –από την αμφιβολία μέχρι την πίστη– ισχύουν στην περίπτωση του ποδοσφαίρου, το οποίο, όπως υποστηρίζει ο Κρίτσλεϊ, «οφείλει την υπόστασή του στην αναπαραγωγή, στις αστείρευτα επινοητικές πράξεις μίμησης». Ακόμα, όμως, και αν η φαινομενολογική του μέθοδος ακούγεται σύνθετη, υπάρχουν τα απτά, βιωματικά παραδείγματα από τη διαδρομή του ίδιου ως οπαδού της Λίβερπουλ για να εξηγήσουν τι σημαίνει να παρακολουθείς ποδόσφαιρο: «Είναι σαν να βλέπεις την πιο αηδιαστική και τρομακτική εκδοχή του κόσμου μας». Το γνώριζε καλά και ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, όταν παρομοίαζε την περιήγηση στον κόσμο του ποδοσφαίρου με λογοτεχνική περιπλάνηση, αλλά και ο Χούλιο Κορτάσαρ, που στα περίτεχνα διηγήματά του έπαιζε ταυτόχρονα –και αριστουργηματικά– με τη στρογγυλή θεά και τη γλώσσα.
Τα βιβλία για το ποδόσφαιρο, π.χ. του Κρίτσλεϊ ή του Γκαλεάνο, ξεχωρίζουν όχι για τον όγκο των πληροφοριών τους αλλά επειδή το αντιμετωπίζουν ως την παγκόσμια γλώσσα των φτωχών, των αποκλεισμένων και όλων όσοι έμειναν στο περιθώριο της Ιστορίας.
Ειδικά οι συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής δύσκολα μπορούν να αποσπάσουν το έργο τους από το ποδόσφαιρο, καθώς εκεί συμπυκνώνονται οι πολιτικές συγκρούσεις, οι δοξασίες και τα όνειρα ενός κόσμου διαρκώς σε αναβρασμό. Για τον Ουρουγουανό συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο, το ποδόσφαιρο υπήρξε ταυτόχρονα κοινός τόπος αναφοράς, πεδίο ελευθερίας αλλά και κοινωνικός καθρέφτης. Το παιχνίδι δεν αναλύεται απλώς μέσα από ποδοσφαιρικούς αγώνες και σκορ αλλά με τους κανόνες της ομορφιάς και της ύπαρξης. Μετατρέπεται, εν τέλει, σε έναν ακόμα τρόπο για να μιλήσει κανείς για την αξιοπρέπεια, την αδικία, τη χαρά και την ελπίδα των ανθρώπων, σε μια άλλη μορφή ανάγνωσης του κόσμου, που ενίοτε φτάνει στο ύψος της αποκάλυψης: μη μπορώντας ο ίδιος να παίξει ποδόσφαιρο, ο Γκαλεάνο κατέληξε να παρατηρεί τα παιχνίδια, όπως ο Καμί και ο Μπόρχες, «πανευτυχής για το θαύμα», παρότι γνώριζε ότι το ποδόσφαιρο είναι «ένα θλιβερό παιχνίδι από το πηγαίο στο αναγκαίο».
Εκεί βρήκαν, άλλωστε, χώρο να φωλιάσουν κάθε λογής συμφέροντα: το ποδόσφαιρο της αλάνας και του θαύματος παραδόθηκε σταδιακά στο μεγάλο κεφάλαιο, στα πολιτικά συμφέροντα και στους τεχνοκράτες που το μετέτρεψαν σε ένα παιχνίδι «ταχύτητας και δύναμης που απαρνείται τη χαρά, σκοτώνει τη φαντασία και απαγορεύει την τόλμη». Στην εποχή της τεχνολογίας, των πολύπλοκων συστημάτων και της υπερανάλυσης, ο Γκαλεάνο είχε διαβλέψει πολύ προτού φύγει από τη ζωή ότι το παιχνίδι βασίζεται πρωτίστως στον παλμό και στο σώμα. Ότι καμία στατιστική και καμία καλοκουρδισμένη διάταξη δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το άγγιγμα της έμπνευσης τη στιγμή που εμφανίζεται απρόσκλητα και αλλάζει τον ρου ενός αγώνα και, για λίγο, της ίδιας της ζωής. Αυτές είναι οι στιγμές που το ποδόσφαιρο συνορεύει με τη μαγεία. Ο Κρίτσλεϊ, από την άλλη πλευρά, επιμένει ότι, παρά τις αλλαγές, το ποδόσφαιρο δεν απομακρύνθηκε ποτέ από τη μήτρα του, που είναι το αρχαίο θέατρο: παίζεται με τους ίδιους κανόνες και εμπεριέχει τα ίδια στάδια, λύτρωσης, πόνου, χαράς αλλά και τρόμου.
Γι’ αυτό λίγες μέρες πριν από την έναρξη του Μουντιάλ, στις 11 Ιουνίου στην αμερικανική ήπειρο –ΗΠΑ, Λατινική Αμερική και Καναδά–, μοιάζει επιβεβλημένη η επισκόπηση κομβικών βιβλίων γύρω από το ποδόσφαιρο στοχαστών που διέκριναν τη μεταφορική δύναμη του παιχνιδιού και προσέγγισαν τις πολλαπλές διαστάσεις τού πιο ανθεκτικού και γοητευτικού αθλήματος στον κόσμο. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επανέκδοση του εμβληματικού βιβλίου του Γκαλεάνο «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως», η οποία συνοδεύεται από το εξαιρετικά διαφωτιστικό επίμετρο –εκτός από τον πρόλογο– του Κώστα Αθανασίου, που αναλύει σε βάθος τη στενή σχέση του έργου του Γκαλεάνο με τον περιπετειώδη βίο του, φωτίζοντας παράλληλα την πολιτική και δημοσιογραφική του ταυτότητα. Παραθέτοντας τα λόγια της Ελένα Πονιατόφσκα, από το κείμενο που συνόδεψε την απονομή του βραβείου Θερβάντες το 2013, μιλάει για «έναν συγγραφέα γενναιόδωρο που ποτέ δεν φοβήθηκε να καταγγείλει τη διαφθορά και το ψέμα, και στη Λατινική Αμερική μας οι τίμιες και γενναίες φωνές είναι αυτές που λείπουν περισσότερο και που διατρέχουν τους μεγαλύτερους κινδύνους». Ο Γκαλεάνο συνομιλούσε με τους κορυφαίους ποιητές και λογοτέχνες της εποχής του, πήρε συνέντευξη από τον Τσε Γκεβάρα στα μέσα του 1964 αλλά και από τον Ραούλ Σεντίκ, ηγετική μορφή των Τουπαμάρος. Καθώς ο Κώστας Αθανασίου μάς υπενθυμίζει ότι ο Γκαλεάνο δεν ξέχασε ποτέ τη δημοσιογραφική του ιδιότητα, ούτε τις συμβουλές του κορυφαίου Μεξικανού λογοτέχνη Χουάν Ρούλφο, «του ανθρώπου που ήξερε να σωπαίνει», γίνεται σαφές πως το υβριδικό ύφος του Ουρουγουανού συγγραφέα κινείται ανάμεσα στην Ιστορία, τη μαρτυρία, τη δημοσιογραφία και τη μυθοπλασία. Ένα είδος γραφής που μοιάζει να συγγενεύει με τη μικροαφήγηση και τις προφορικές παραδόσεις της Λατινικής Αμερικής και έχει διαδόχους σπουδαίους συγγραφείς όπως ο Βιγιάρ. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Αθανασίου, «θα μπορούσε να πει κανείς ότι η λογοτεχνία του Γκαλεάνο, το κολάζ από μικρές και περιεκτικές ιστορίες του, το ψηφιδωτό από τις γεμάτες νόημα αφηγήσεις του, συνομιλούν με τη μακρά παράδοση της μικροαφήγησης αλλά και των προφορικών αφηγήσεων που έχει η Λατινική Αμερική και κουβαλάνε μέσα στα χρόνια τη συλλογική μνήμη, το απόσταγμα των γεγονότων, το αποτύπωμα των ανθρώπων».
Ως «κακός ποδοσφαιριστής και καλός θεατής», όπως αυτοσαρκαζόταν, ο Γκαλεάνο επιστρέφει διαρκώς στον απλό φίλαθλο, στην αυτοσχέδια μπάλα και στο χωμάτινο γήπεδο όπου η φαντασία ισοπεδώνει τις ανισότητες. Υπό αυτό το πρίσμα καταγγέλλει την εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου και την απρόσωπη τεχνοκρατική του διάσταση, εξηγώντας βήμα βήμα πώς η κορυφαία διοργάνωση του Μουντιάλ πέρασε από τις λίγες ομάδες στη σταδιακή διεύρυνση, στη βιομηχανία των χορηγών, των διαφημιστικών κολοσσών και των ύποπτων παρασκηνίων: «Όταν ένας αστέρας καθυστερεί δένοντας τα κορδόνια του, δεν είναι από αδεξιότητα αλλά από υπολογισμό: επιδεικνύει τη μάρκα Adidas, Nike ή Reebok στα πόδια του», γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο. Όλοι όσοι θέλουν να κατανοήσουν τι σημαίνει πραγματικά Μουντιάλ και γιατί δεν πρόκειται για μια απλή ποδοσφαιρική διοργάνωση, αρκεί να διαβάσουν τα απολαυστικά κείμενα του Γκαλεάνο στο «Ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως». Κάθε κεφάλαιο ξεκινά με μια ιστορική, πολιτιστική και κοινωνική επισκόπηση της χρονιάς στην οποία αναφέρεται και στη συνέχεια υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες που κάνουν το ποδόσφαιρο να μοιάζει με ζωντανό αρχείο του 20ού αιώνα. Έτσι, μαθαίνουμε, για παράδειγμα, ότι η χαρακτηριστική φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας με τον πράσινο γιακά καθιερώθηκε μόλις το 1954, επειδή η προηγούμενη θεωρήθηκε γρουσούζικη μετά την τραυματική ήττα μέσα στο Μαρακανά. Ή ότι στο ίδιο Μουντιάλ, στο οποίο επετράπη για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο η συμμετοχή της Γερμανίας, ο σπίκερ Τσίμερμαν πανηγύρισε το πρώτο εκείνο γκολ με λατινομερικανικό πάθος – το ίδιο γκολ που, όπως σημειώνει ο Γκαλεάνο, ακούστηκε αργότερα στην ταινία του Φασμπίντερ «Ο γάμος της Μαρία Μπράουν». Σε άλλο σημείο πληροφορούμαστε ότι η κίτρινη κάρτα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον τελικό του Μουντιάλ στο Μεξικό το 1970, ενώ το αυθεντικό τρόπαιο της διοργάνωσης εκλάπη το 1983 και πουλήθηκε ως καθαρός χρυσός. «Ένα αντίγραφο βρίσκεται στη θέση του στη βιτρίνα», γράφει με πικρή ειρωνεία στο βιβλίο.
Όσο κι αν το ποδόσφαιρο έχει εξελιχθεί σε υπερθέαμα υψηλής τεχνολογίας, οι προλήψεις εξακολουθούν να παίζουν καθοριστικό λόγο: από τα ξόρκια και τις τελετουργίες στη Βραζιλία μέχρι τις εμμονές των ευρωπαϊκών συλλόγων, το άθλημα εξακολουθεί να κινείται μεταξύ ορθολογισμού και δεισιδαιμονίας. Ο Γκαλεάνο θυμάται, για παράδειγμα, ότι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, τότε ιδιοκτήτης της Μίλαν, είχε απαγορεύσει τον παραδοσιακό ύμνο «Milan, Milan» επειδή θεωρούσε «ότι μετέδιδε νοσηρά κύματα που παρέλυαν τα πόδια των παικτών»(!). Δεν παραλείπει, βέβαια, ούτε τον πολιτικό ρόλο των ομάδων και των ποδοσφαιρικών συμβόλων. Η Νάπολη μετέτρεψε τον Μαραντόνα σε λαϊκό άγιο, ενώ ο ίδιος με το περίφημο «χέρι του Θεού» μεταμορφώθηκε σε σύμβολο αντίστασης απέναντι στους Βρετανούς, λίγα μόλις χρόνια μετά τον Πόλεμο των Φόκλαντς. Η πολιτική, άλλωστε, δεν έλειψε ποτέ από το ποδόσφαιρο, με το οποίο ήταν ανέκαθεν άμεσα συνυφασμένη: ποιος θυμάται σήμερα ότι στο Μουντιάλ του 1974 η Σοβιετική Ένωση αρνήθηκε να αγωνιστεί στο εθνικό στάδιο της Χιλής, επειδή λίγους μήνες νωρίτερα είχε γίνει στρατόπεδο συγκέντρωσης και τόπος εκτελέσεων; Κι όμως, ο Γκαλεάνο δεν χάνει ποτέ το χιούμορ του. Ειρωνεύεται τόσο τη μυθολογία γύρω από τους υπεραθλητές όσο και τις θεωρίες περί ιδανικής αγωνιστικής κατάστασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι κεφάτοι «Δανοί τουρίστες», όπως αποκαλεί την Εθνική Δανίας του 1992, που κατέκτησε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα απέναντι στους άψογα προετοιμασμένους Γερμανούς, παίζοντας σχεδόν ανέμελα και πίνοντας μπίρες. Ο τίτλος του σχετικού κεφαλαίου είναι απολαυστικός: «Ο τζίτζικας και το μυρμήγκι». Και δύσκολα μπορεί κανείς να του φέρει αντίρρηση.
Γενικότερα, βιβλία για το ποδόσφαιρο όπως εκείνα του Κρίτσλεϊ ή του Γκαλεάνο ξεχωρίζουν όχι για τον όγκο των πληροφοριών τους αλλά επειδή αντιμετωπίζουν το ποδόσφαιρο ως την παγκόσμια γλώσσα των φτωχών, των αποκλεισμένων και όλων όσοι έμειναν στο περιθώριο της Ιστορίας. Το γήπεδο μετατρέπεται έτσι σε έναν ζωντανό χάρτη που εκτείνεται από τις αλάνες του Μοντεβιδέο μέχρι τα εργατικά γήπεδα του Λίβερπουλ, τις φαβέλες του Ρίο και τις αυλές της Ανδαλουσίας. Γιατί, όπως επισημαίνει ο Αθανασίου, αναφερόμενος στον Γκαλεάνο, «οι μύθοι και τα ιστορικά γεγονότα ανακατεύονται και δένουν, συνθέτοντας μια νέα πολιτική και κοινωνική ιστορία γραμμένη με λογοτεχνικό τρόπο. Μια ιστορία όμως διαφορετική από αυτή που έχουν γράψει οι νικητές».
ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΤΙ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ ΟΤΑΝ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ» ΕΔΩ
ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ» ΕΔΩ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO.