Στο τούβλινο μοναστήρι του δυτικού Λονδίνου, όλα μοιάζουν τακτοποιημένα με έναν τρόπο σχεδόν εκτός εποχής. Τουλίπες σε γυάλινα βάζα, σταυροί στους τοίχους, αντίγραφα του «Μυστικού Δείπνου» του Ντα Βίντσι και του «Angelus» του Μιλέ στην τραπεζαρία. Ένας κήπος γεμάτος ανοιξιάτικα λουλούδια εκτείνεται πίσω από τις μεγάλες τζαμαρίες. Είναι το τελευταίο μέρος όπου θα περίμενε κανείς να συναντήσει έναν άνθρωπο που ασκεί πίεση στη Citibank, τη Microsoft και την Palantir.
Κι όμως, εδώ κατοικεί η Σούζαν Φρανσουά, μια Αμερικανίδα Καθολική μοναχή που έχει αναδειχθεί σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες φιγούρες του σύγχρονου μετοχικού ακτιβισμού. Ως ταμίας των Sisters of St Joseph of Peace, μιας αδελφότητας με παρουσία σε ΗΠΑ και Βρετανία, διαχειρίζεται ένα χαρτοφυλάκιο που δεν αποσκοπεί στον απλό πολλαπλασιασμό κεφαλαίων. Υπάρχει για να συντηρεί ηλικιωμένες μοναχές, να στηρίζει κοινωνικές δράσεις και όλο και πιο συχνά να θέτει δύσκολα ερωτήματα σε εταιρείες που θα προτιμούσαν τη σιωπή.
Η αντίφαση είναι σχεδόν υποδειγματική: μια γυναίκα με όρκο φτώχειας μιλά ως επενδύτρια. Μια μοναχή χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο των μετόχων για να αναδείξει τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κλιματική ευθύνη και την εταιρική λογοδοσία. Μια θρησκευτική κοινότητα που κατέχει μετοχές από τον 19ο αιώνα επιλέγει να μην αποσυρθεί από την αγορά για να κρατήσει «καθαρά τα χέρια της», αλλά να εισχωρήσει σε αυτήν, χρησιμοποιώντας τους κανόνες της ως ένα επίμονο εργαλείο πίεσης.
Το πλέον πρόσφατο μέτωπο είναι η Palantir, η εταιρεία ανάλυσης δεδομένων που βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο των συζητήσεων για την επιτήρηση, τη μετανάστευση και τον πόλεμο. Οι Sisters of St Joseph of Peace απαίτησαν από την εταιρεία τη διενέργεια και δημοσιοποίηση μιας Αξιολόγησης Επιπτώσεων στα Ανθρώπινα Δικαιώματα (Human Rights Impact Assessment). Δεν επιδιώκουν την κατάρρευση της εταιρείας· ζητούν απαντήσεις για το τι μπορεί να προκαλέσει η τεχνολογία της όταν περνά στα χέρια κυβερνήσεων με τεράστια ισχύ πάνω στις ζωές των ανθρώπων.
Η Σούζαν Φρανσουά δεν καταγγέλλει τον καπιταλισμό από την εξωτερική του πλευρά, κρατώντας απλώς ένα πλακάτ. Στέκεται εντός της δομής του, ως μέτοχος, και χρησιμοποιεί τα ίδια τα εργαλεία του συστήματος για να το αναγκάσει να ακούσει ερωτήματα που δεν χωρούν εύκολα σε ισολογισμούς. Τι σημαίνει «κέρδος» όταν μια τεχνολογία διευκολύνει την παρακολούθηση; Τι σημαίνει «ρίσκο» όταν αυτό παύει να είναι οικονομικό και γίνεται ανθρώπινο;.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η αδελφότητα αναλαμβάνει δράση. Στο παρελθόν πίεσαν τη Citigroup για τη χρηματοδότηση έργων ορυκτών καυσίμων και τις επιπτώσεις τους σε ιθαγενείς κοινότητες. Η δουλειά αυτή δεν απαιτεί τεράστια μετοχική ισχύ, αλλά επιμονή. Μέσα από ψηφίσματα και ερωτήσεις στην ημερήσια διάταξη, αναγκάζουν τους κολοσσούς να απαντήσουν, έστω και αμυντικά. Ακόμη και όταν οι προτάσεις δεν υπερψηφίζονται, το ποσοστό που συγκεντρώνουν αρκεί για να δείξει ότι η «ηθική ενόχληση» έχει εισβάλει στην αίθουσα συνεδριάσεων.
Στη συνέντευξή της στους Financial Times, η Φρανσουά διευκρινίζει ότι δεν θεωρεί τη δράση της «μάχη», αλλά μια ενεργή μορφή μη βίας και έναν τρόπο συμμετοχής ως υπεύθυνος εταιρικός πολίτης. Δεν χρησιμοποιεί την ηθική ως κραυγή, αλλά ως εργαλείο επιμονής. Μια μοναχή που υποβάλλει την ίδια ερώτηση μέχρι να γίνει αδύνατο να αγνοηθεί.
Αυτή η μέθοδος εντάσσεται σε μια ευρύτερη μετατόπιση. Για δεκαετίες, ο μετοχικός ακτιβισμός ήταν προνόμιο των hedge funds που πίεζαν για περικοπές και υψηλότερες αποδόσεις. Σήμερα, μικρομέτοχοι, θρησκευτικές κοινότητες και περιβαλλοντικές οργανώσεις χρησιμοποιούν τον ίδιο μηχανισμό για να ρωτήσουν: «Τι καταστρέφετε ενώ παράγετε κέρδη;».
Αυτή η τάση προκαλεί εκνευρισμό, ειδικά στις ΗΠΑ όπου οι πρωτοβουλίες ESG (Περιβάλλον, Κοινωνία, Διακυβέρνηση) δέχονται πολιτικές επιθέσεις. Για τη Φρανσουά, όμως, το ζήτημα είναι θεμελιώδες: αν είσαι μέτοχος, έχεις δικαίωμα να ρωτάς. Και αν οι ερωτήσεις αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιωσιμότητα, αυτές δεν είναι ξένες προς την εταιρεία· είναι μέρος της υπεύθυνης διοίκησης.
Στο ερώτημα «γιατί δεν πουλάτε τις μετοχές σας;», η απάντηση της μοναχής είναι αφοπλιστική: η αποχώρηση καθαρίζει τη συνείδηση, αλλά δεν αλλάζει τη συμπεριφορά της εταιρείας. Αν και έχουν αποεπενδύσει από τα ορυκτά καύσιμα, επιλέγουν να παραμείνουν σε εταιρείες όπου πιστεύουν ότι μπορούν να πιέσουν για αλλαγή. Αν φύγουν, χάνουν τη φωνή τους.
Η παρουσία της Φρανσουά στο δωμάτιο έχει και κάτι το σχεδόν κωμικό. Στελέχη ζητούν συγγνώμη για τη γλώσσα τους, θυμούνται το καθολικό τους σχολείο ή μια θεία που ήταν μοναχή. Είναι μια μικρή «παράσταση αρετής» που αποκαλύπτει ότι ακόμη και οι πιο ισχυροί έχουν μια κρυφή μνήμη ενοχής.
Η Φρανσουά δεν ταιριάζει στο στερεότυπο της «αγίας ακτιβίστριας». Έχει επίγνωση των περιορισμών της Εκκλησίας και δουλεύει μέσα σε θεσμούς που αγαπά, επιδιώκοντας ταυτόχρονα την αλλαγή τους. Αυτή η προσέγγιση μεταφέρεται και στις εταιρείες: τις διαβάζει από μέσα, αναζητώντας τη ρωγμή.
Στην περίπτωση της Palantir, η ρωγμή είναι αιχμηρή. Η εταιρεία πουλά υποδομές ανάλυσης σε κυβερνήσεις. Η βλάβη εκεί δεν είναι πάντα ορατή, όπως μια πετρελαιοκηλίδα· είναι δεδομένα, ταξινομήσεις και επιτήρηση που μετατρέπονται σε πράξη πάνω σε ανθρώπινα σώματα. Η απαίτηση για αξιολόγηση επιπτώσεων στα ανθρώπινα δικαιώματα είναι μια απαίτηση να κοιτάξει η εταιρεία τη «σκιά» των προϊόντων της.
Η Φρανσουά γνωρίζει το θέμα της μετανάστευσης από πρώτο χέρι, κάνοντας εθελοντισμό έξω από κέντρα κράτησης στο Νιου Τζέρσεϊ. Για εκείνη, το ζήτημα δεν είναι αφηρημένη εταιρική γλώσσα, αλλά πρόσωπα και οικογένειες που στοχοποιήθηκαν από κάποιο λογισμικό.
Σε μια εποχή που η «επένδυση» ακούγεται σαν αποστειρωμένος μηχανισμός, η Αδελφή Σούζαν Φρανσουά υπενθυμίζει ότι τα χρήματα δεν είναι ουδέτερα· κουβαλούν κατεύθυνση, χρηματοδοτούν κάτι, σιωπούν για κάτι. Η μοναχή που κάθεται ανάμεσα σε τουλίπες και σταυρούς είναι βαθιά μέσα στον κόσμο.
Ξέρει ότι οι κολοσσοί δεν αλλάζουν σε μια μέρα, αλλά μπορούν να αλλάξουν —ή να αποκαλυφθούν— αν κάποιος τους ρωτά επίμονα τι κάνουν με τη δύναμή τους. Είναι μια άσκηση συνείδησης σε έναν κόσμο που έχει μάθει να τη θεωρεί απλώς «κόστος».
Με στοιχεία από: Financial Times, Sisters of St Joseph of Peace, Global Sisters Report.