ΒΡΙΚΟΛΑΚΑΣ, βορβόλακας, βουρδούλακας, όπως κι αν τον αποκαλέσεις, το σίγουρο είναι ότι η απόκοσμη μορφή του απέθαντου δεν ήταν τόσο ανοίκεια στον ελληνικό κόσμο: αντιθέτως, ήταν σαρξ εκ της σαρκός. Εντοπισμένη στις δοξασίες αλλά και στο έργο των ποιητών και λογοτεχνών πρώτης γραμμής, η παρουσία του βρικόλακα κατάφερε να «μολύνει» δημιουργικά τις αφηγήσεις, αποκαλύπτοντας πολλά στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο η τερατώδης εκδοχή του μετασχημάτισε τη νεοελληνική λογοτεχνία μέσα από το αναγνωρισμένο πλέον και όψιμα άκρως δημοφιλές είδος τού λαογραφικού τρόμου.
Η κυριαρχική όσο και περιθωριακή μορφή του βρικόλακα φαίνεται ότι υπέκλεψε τις οικείες μορφές της λαϊκής αφήγησης, φωλιάζοντας ως απέθαντος στο εσωτερικό της λαογραφικής αλλά και χριστιανικής παράδοσης, συνώνυμος με αυτό που η ίδια απέρριπτε ως δαιμόνιο και ως εωσφορική απειλή για τις χρηστές συνειδήσεις. Στις λογοτεχνικές, ωστόσο, εξιστορήσεις, ο βρικόλακας, με την τερατόμορφη εκδοχή του, μάλλον προκάλεσε αυτό που ο Φουκό, αναφερόμενος στα παράξενα πλάσματα του Μπόρχες, αποκαλούσε «σπινθηρισμό της ποιητικής συνάντησης». Δεν είναι τυχαίο ότι γεννήθηκε, όπως όλα δείχνουν, μέσα από μια ποιητική συνάντηση, όταν οι αποκλεισμένοι λόγω κακοκαιρίας στη βίλα Ντιοντάτι στην Ελβετία λογοτέχνες και ποιητές, όπως ο λόρδος Μπάιρον με την τότε σύντροφό του, Κλερ Κλερμόν, ετεροθαλή αδελφή της συγγραφέως του «Φρανκεστάιν», Μέρι Σέλεϊ, και ο Πέρσι Σέλεϊ άρχισαν να επιδίδονται σε έναν πρωτότυπο διαγωνισμό τρόμου. Έτσι μάλλον γεννήθηκε και ο «Βρυκόλακας» του λόρδου Βύρωνα, που κυκλοφόρησε τελικά με άλλο τίτλο και από άλλον συγγραφέα το 1816 και που όλοι θεωρούν ως την πρώτη μορφή τού σύγχρονου βρικόλακα (είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε μετάφραση Λίλιαν Stead-Δασκαλοπούλου, από τις εκδόσεις Άγρα, ενώ περιλαμβάνεται στον τόμο «Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια - Μορφές ελληνικού τρόμου στη δυτική λογοτεχνία»).
Η αναβίωση του ενδιαφέροντος για τις ιστορίες τρόμου, σε μια πιο εγγενή στις παραδοσιακές αφηγήσεις εκδοχή, είναι άμεσα συνδεδεμένη με τους ταραγμένους καιρούς που ζούμε, καθώς τέτοιες αφηγήσεις σχετίζονταν με τις έντονες πολιτικές ανακατατάξεις.
Παρότι ο λόρδος Μπάιρον εκ των υστέρων απέδωσε την πατρότητα της ιστορίας στον Άγγλο συγγραφέα Τζον Ουίλιαμ Πολιντόρι, χωρίς να αρνηθεί ότι ήταν δική του ιδέα, η ευγενική, αριστοκρατική μορφή του βρικόλακα καθαυτή δεν θα μπορούσε παρά να υποδηλώνει άμεση συγγένεια με τη φιγούρα του ποιητή – πάντως ήταν άκρως δηλωτική του μεγάλου ενδιαφέροντός του για τη μορφή του βρικόλακα στην ελληνική μυθοτοπία. Σε αυτό το περιστατικό της γέννησης του ελληνότροπου βρικόλακα στην καρδιά των φιλελληνικών σαλονιών της Δύσης αναφέρεται εκτενώς στην πληρέστατη εισαγωγή του στο βιβλίο «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια» ο Δημήτρης Λογοθέτης, ο οποίος έχει αναλάβει χρόνια τώρα να αναδείξει με τις μελέτες και τα σεμινάριά του, με πλήρως εμπεριστατωμένο τρόπο, την επιβλητική και διόλου μειονοτική παρουσία του λαογραφικού τρόμου στα ελληνικά γράμματα.
Στη συγκεκριμένη έκδοση, μάλιστα, διαφαίνεται ότι η περίπτωση του Έλληνα βρικόλακα ήταν οικεία στους Δυτικούς συγγραφείς χρόνια νωρίτερα, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά και στις αρχές του 20ού υπήρξε πόλος έλξης για τους συγγραφείς, καθώς η φιγούρα του δέσποζε στις καθημερινές αφηγήσεις και στα αντίστοιχα διηγήματα. Αποτελεί πολύτιμο λογοτεχνικό πλούτο που αναφαίνεται εκ νέου, λόγω της μεγάλης επίδρασης που δείχνουν να έχουν αυτές οι αφηγήσεις στις σύγχρονες γενιές και τις νεότερες ηλικίες.
Μετάφραση, εισαγωγή, επιμέλεια: Δημήτρης Λογοθέτης
Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στα τέλη Απριλίου.
Ενδεικτικό για το διευρυμένο ενδιαφέρον που φαίνεται να υπάρχει για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου είναι το μεγάλο κύμα εκδόσεων με συναφές θέμα, όπως το αξιοσημείωτο «Άλιωτος και άλλες ιστορίες με βρυκόλακες», όπου και ο βαθύς γνώστης αυτής της παράδοσης Γιώργος Θάνος εντοπίζει τις απαρχές του είδους στην ενορχηστρωμένη συνάντηση των φιλελλήνων ρομαντικών, που πολύ γρήγορα φάνηκε να κατακτά όλες τις άκρες τής υπό διαμόρφωσης χώρας μας και των Βαλκανίων. Όπως φαίνεται μέσα από τις ιστορίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, αυτή είναι που έκανε τον Ιωάννη Κονδυλάκη να εμποτίσει τις ιστορίες τρόμου με γενναίες δόσεις χιούμορ, τον Αχιλλέα Παράσχο να φτιάξει μια ατμόσφαιρα που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα γοτθικά μυθιστορήματα και τον Δημήτρη Αινιάνο να φτιάξει τη μορφή που θα στοιχειώσει το λαϊκό ασυνείδητο των προφορικών ιστοριών, οι οποίες θα μετατρέψουν τη μορφή του βρικόλακα σε λαογραφικό σύμβολο.
Εμφανής, για παράδειγμα, είναι η πολλαπλή επιρροή στα δημοτικά τραγούδια, όπου οι κάθε λογής απέθαντοι αρνούνται να παραδοθούν στην οδυνηρή πραγματικότητα της τουρκοκρατίας, διατρανώνοντας την πανταχού παρούσα νίκη τους στα ασφυκτικά όρια του θανάτου, στοιχειώνοντας για πάντα τις συνειδήσεις των ζωντανών. Πολιτικοποιώντας ακόμα περισσότερο την τελεσφόρα, τελικά, παρουσία του βρικόλακα στην ελληνική ιστορική πραγματικότητα, ο Λογοθέτης αναλύει σε βάθος το ρομαντικό και άκρως ελληνικό πλαίσιο που διαμόρφωσε τον βρικόλακα, ο οποίος αρνιόταν να παραδοθεί στον ορθολογισμό του δυτικού διαφωτισμού που καθόρισε πνευματικά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Επρόκειτο όχι μόνο για μια ελληνική αλλά και για μια ευρέως βαλκανική αλλά και νησιωτική υπόθεση, διαμετρικά αντίθετη με τις εκλογικεύσεις της Δύσης, που θεωρούσε ότι η παραδομένη σε οριενταλιστικού τύπου δεισιδαιμονίες Ελλάδα πρέπει να αποποιηθεί τέτοιου είδους ανορθολογικές προσεγγίσεις για χάρη του δυτικού εκμοντερνισμού. Παρ’ όλα αυτά, ο καταχανάς και οι συγγενείς του ξεπέρασαν τα όρια του δοκιμιακού λόγου και έστρωσαν «τον δρόμο για τον σύγχρονο μύθο του βρικόλακα, τόσο στην υψηλή όσο και στην κυρίαρχη λογοτεχνία, καθιερώνοντας έναν ρητό δεσμό μεταξύ λογοτεχνικού βαμπιρισμού και ελληνικότητας», υπογραμμίζει ο Λογοθέτης παραπέμποντας άμεσα στον Γκαρσία Μαρίν. Αναλύοντας εκτενώς την παράδοση του λαογραφικού τρόμου, εξηγεί γιατί οι βουρδούλακες περιφέρονταν αδιακρίτως στον ελληνικό χώρο, από τα Βαλκάνια και τη Θεσσαλία έως τις Κυκλάδες, από όπου έχουμε πλήθος αφηγήσεων που συνένωναν δημιουργικά τις ρομαντικές ποιητικές ενορασιακές τάσεις της εποχής με τις λαϊκές δοξασίες.
Από το τρομακτικό παιδί του Εωσφόρου που απειλεί τις χριστιανικές παραδόσεις μέχρι τον ανυπόκτακτο ήρωα του Τζέιμς Τένετ, ο οποίος γράφει, όπως μας εξηγεί ο Λογοθέτης, το 1829, την ιστορία του Δημητρίου Γκίκα, ενός βαμπίρ από τη Σαντορίνη, που είναι ένας παρεξηγημένος αντιήρωας, ο βρικόλακας δεν έπαψε να προκαλεί, να τρομάζει και να εμπνέει. Αναμφίβολα, η έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια» συμβάλλει τα μάλα στη γνωστοποίηση της εκτεταμένης –και όχι μόνο φασματικής– παρουσίας του βρικόλακα στα καθ’ ημάς, καθώς ήταν η ελληνική του εκδοχή που βγήκε εκτός συνόρων. Όπως επισημαίνει ο Λογοθέτης, «στη νουβέλα, για παράδειγμα, του Καρλ φον Βάκσμαν "Der Fremde" (1844), η οποία λαμβάνει χώρα στα Καρπάθια, ο πρωταγωνιστής ενημερώνεται από έναν ηλικιωμένο Σκλαβηνό που έχει ταξιδέψει εκτεταμένα σε Ελλάδα και Τουρκία, ενώ ο απέθαντος Κωστάκι της νουβέλας του Αλέξανδρου Δουμά "Η χλωμή κυρία" ήταν μόνο κατά το ένα τέταρτο ελληνικής καταγωγής».
Άκρως ενδιαφέρον το επίμετρο του Ογκούστους Μόνταγκιου Σάμερς, από όπου μαθαίνουμε πως η παράδοση του βρικόλακα έχει τις ρίζες της στην «Ιλιάδα», την «Οδύσσεια» και κυρίως στον Παυσανία, με τους κατοίκους του Ορχομενού να λένε στον «Ήρωα» της Τεμέσα πως θα έπρεπε να ορθώσουν ένα στοιχειό πάνω σε βράχο για να γλιτώσουν την περιοχή τους, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα πως η Μορμώ, η Έμπουσα και η Λάμια «κατείχαν την αιμοδιψή φήμη του βαμπίρ στις κυρίαρχες δεισιδαιμονίες της Αρχαιότητας». Αναφορικά με τη διαχρονική παρουσία διαφορετικών μορφών αποκρουστικών όντων, αξιοσημείωτο είναι επίσης το βιβλίο οι «Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας» (εκδόσεις Αντίποδες), όπου ο γνώστης των ιστοριών λαογραφικού τρόμου Χρυσόστομος Τσαπραΐλης καταγράφει διάφορα παραδείγματα ιστοριών που αναδεικνύουν την αιώνια μάχη του ελληνικού κόσμου με το επέκεινα. Από βοσκοπούλες που χάνονται σε καλύβες έως σκιές που περιβάλλουν ολόκληρα βουνά, αλλά και κορίτσια που κανένας σταυρός δεν μπορεί να κολλήσει πάνω τους, καθώς και διάφορα σκοτεινά μέρη που είναι έτοιμα κυριολεκτικά να καταπιούν τον άνθρωπο, είναι άπειρα τα παραδείγματα των λαϊκών παραμυθιών που εμπνέονταν από τις μορφές του υπερβατικού και του τρόμου. Σε μια ενιαία γραμμή που φέρει αρχαίους μύθους με την κυρίαρχη μορφή της Περσεφόνης ή της Εκάτης να επανέρχονται ως καθημερινή παρουσία αλλά και τη μαγική μορφή της Κίρκης να εκλαμβάνεται ως μεταφεμινιστική φωνή, όπως στο βιβλίο του «Το κατέβασμα του φεγγαριού» (εκδόσεις Ίκαρος), ο Τσαπραΐλης δείχνει να καλύπτει όλα τα ενδεχόμενα και όλες τις οπτικές αναφορικά με την αφειδώλευτη παρουσία των υπερφυσικών όντων στις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
Πώς, όμως, θα ήταν αυτές οι αφηγήσεις αν δεν είχαν προηγηθεί τα «Σκοτεινά Παραμύθια» (κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο οποίος είχε αναλάβει, να μεταφράσει στα ελληνικά τον «Δράκουλα» του Στόκερ, και μάλιστα πέντε μόλις χρόνια μετά την αρχική του έκδοση, που ήταν το 1897; Παρότι ο ίδιος δεν θέλησε ποτέ να βάλει το όνομά του σε ένα έργο που ενδεχομένως θα απαγόρευε η Εκκλησία, είχε προφανώς συλλάβει την ύψιστη σημασία που είχε αυτή η υπερβατική παρουσία στις δημιουργικές αφηγήσεις, τις οποίες ανέκαθεν εμπότιζε με αυτή την οικεία, σκοτεινή ατμόσφαιρα των απόκοσμων παραμυθιών. Ακόμα και οι «Παραδόσεις» του Νικολάου Πολίτη εντοπίζονται σε αυτήν ακριβώς την αφηγηματική συνέχεια, όπως και στο εμβληματικό «Καράβι του θανάτου και άλλες ιστορίες» του Δημοσθένη Βουτυρά (εκδόσεις Τόπος), ο οποίος προήγαγε το ιδιαίτερο αυτό είδος. Όσον αφορά τον τεράστιο ίσκιο που άπλωσαν τα αρχαία τέρατα και οι αρχαιοελληνικοί μύθοι της Περσεφόνης στα εκσυγχρονισμένα, αρκετά πιο πανκ σύμπαντα του βαλκανικού horror, πολύ χαρακτηριστικό είναι το βιβλίο της Δήμητρας Λουκά «Η Περσεφόνη στο στόμα του λύκου», με συναφή διηγήματα (εκδόσεις Κίχλη), αλλά και η εξαιρετική συλλογή διηγημάτων της Αταλάντης Ευριπίδου, «Εκείνοι που δεν έφυγαν» (εκδόσεις Πόλις), για τους βρικολακιασμένους απέθαντους που ξέρουν να παίρνουν εκδίκηση από τους εχθρούς αλλά και από τους ανθρώπους που δεν τους αγάπησαν (όπως οι πρωταγωνιστές της «Ανθολογίας του Σπουν Ρίβερ» του Έντγκαρ Λι Μαστερς).
Καίρια πάντα, όσον αφορά τις σύγχρονες εκδόσεις, η παρουσία του Κωνσταντίνου Δομηνίκ με το «Κακό ανήλιο» (εκδόσεις Ίκαρος) που περιέχει αντίστοιχες ιστορίες από τον τόπο καταγωγής του, την ευρύτερη περιοχή της Πιερίας, μαζί και τη διαρκή παρουσία των διαφόρων απόκοσμων μορφών στις προφορικές παραδόσεις των Βαλκανίων (βλέπε τη μορφή της Μανιά-Γιάγκα που εμφανίζεται και ως Μπάμπα-Γιάγκα, δηλαδή η κυρά του δάσους). Σε κάθε περίπτωση, η αναβίωση του ενδιαφέροντος για τις ιστορίες τρόμου, σε μια πιο εγγενή στις παραδοσιακές αφηγήσεις εκδοχή, είναι άμεσα συνδεδεμένη με τους ταραγμένους καιρούς που ζούμε. Είναι, άλλωστε, διαπιστωμένο ότι τέτοιες αφηγήσεις σχετίζονταν με τις έντονες πολιτικές ανακατατάξεις, τις πολεμικές συγκρούσεις αλλά και τις επαναστάσεις που επικράτησαν στον ελλαδικό χώρο και όχι μόνο, καθώς ήταν σύμφυτες με το πένθιμο βογγητό και την οιμωγή των απέθαντων που ζητούσαν, για διαφορετικούς λόγους, δικαίωση.