ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ σπουδαιότερες «γκανγκστερικές» ταινίες όλων των εποχών παραλίγο να εκτροχιαστεί εντελώς προτού ακόμα ξεκινήσει να γυρίζεται. Καθώς το αριστούργημα του Μάρτιν Σκορσέζε «Τα καλά παιδιά» («Goodfellas», 1990) έπαιρνε σάρκα και οστά, οι δύο ηθοποιοί που εξετάζονταν για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους του μαφιόζου Χένρι Χιλ και της συζύγου του Κάρεν ήταν ο Σον Πεν και η τότε σύντροφός του Μαντόνα. Τελικά, ο Σκορσέζε επέλεξε τους σχετικά άγνωστους Ρέι Λιότα και Λορέιν Μπράκο. Αυτό μαθαίνουμε στη σελίδα 210 του βιβλίου «Martin Scorsese: All the films», το οποίο εκτείνεται σε 501 σελίδες.
Οι συγγραφείς του – τρεις Γάλλοι κριτικοί κινηματογράφου, οι Ολιβιέ Μπουσκέ, Αρνό Ντεβιγιάρ και Νικολά Σαλέρ– θεωρούν το «New York, New York» (1977) με πρωταγωνιστές τη Λάιζα Μινέλι και τον Ρόμπερτ ντε Νίρο ως «ένα από τα κινηματογραφικά φιάσκα που επιτάχυναν το τέλος της εποχής του Νέου Χόλιγουντ, της παντοδυναμίας του σκηνοθέτη-δημιουργού και την αρχή της κυριαρχίας των μεγάλων εμπορικών επιτυχιών που θα αποσταθεροποιούσαν την πορεία του Σκορσέζε». Στην πραγματικότητα, αυτή η αποσταθεροποίηση είχε ήδη αρχίσει: ο σκηνοθέτης, όπως μαθαίνουμε, «είχε διαρκώς ξεσπάσματα θυμού, καλούσε τον ψυχαναλυτή του στο γύρισμα για μια αυθόρμητη συνεδρία ενώπιον 150 κομπάρσων που περίμεναν υπομονετικά, έκανε δεσμό με τη Μινέλι και χώρισε από την έγκυο σύζυγό του».
«Κερδίζοντας την αναγνώριση, πρέπει επίσης να αντέχεις και τις περιόδους απόρριψης», λέει o Σκορσέζε. «Πρέπει να συνεχίσεις να επιστρέφεις».
Μαθαίνουμε, επίσης, ότι στην ταινία «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» (2002) ο χαρακτήρας της Κάμερον Ντίαζ «δυσκολευόταν να βρει τη θέση του, ενώ η ψεύτικη ιρλανδική προφορά της ηθοποιού δεν ήταν απόλυτα πειστική». Για την ίδια ταινία, ο Σκορσέζε έπρεπε να πείσει τον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις –ο οποίος εκείνη την εποχή δούλευε ως μαθητευόμενος τσαγκάρης στη Φλωρεντία– να επιστρέψει στην υποκριτική.
Μόλις όμως αποδέχτηκε τον ρόλο, ο πολυβραβευμένος ηθοποιός ενσάρκωσε απόλυτα τον χαρακτήρα του «Μπιλ του Χασάπη», φορώντας μόνο ρούχα εποχής και εκτός γυρισμάτων. Μια σκηνή στην οποία ο Μπιλ χτυπά το γυάλινο μάτι του με ένα μαχαίρι δεν έγινε με κάποιο ειδικό εφέ. «Εξοπλισμένος μόνο με έναν φακό πάνω από την κόρη του», διαβάζουμε στο βιβλίο, ο Ντέι-Λιούις «εξασκήθηκε στο να το ακουμπά με την άκρη του μαχαιριού του χωρίς να κουνήσει καν τις βλεφαρίδες του».
Κατά τη διάρκεια του μοντάζ του «Last Waltz» (1978), του πολυβραβευμένου ντοκιμαντέρ για την τελευταία συναυλία του συγκροτήματος The Band, ο μάνατζερ του Neil Young, ο οποίος εμφανίζεται στην ταινία, «απείλησε να αποσύρει τον πελάτη του από την ταινία λόγω ενός εμφανέστατου κόκκου κοκαΐνης στο ρουθούνι του καλλιτέχνη». Αυτή η διαδικασία αφαίρεσης του επίμαχου «ίχνους» καρέ-καρέ κόστισε επιπλέον 10.000 δολάρια (ή περίπου 52.000 δολάρια σήμερα). Το βιβλίο περιέχει επίσης διάφορα διασκεδαστικά στοιχεία, όπως ο αριθμός των παράγωγων της λέξης «fuck» που ακούστηκαν στην ταινία «Καζίνο» του 1995: ακριβώς 422, ένα ρεκόρ για την εποχή, το οποίο όμως καταρρίφθηκε το 2013 από μια άλλη ταινία του Σκορσέζε, τον «Λύκο της Γουόλ Στριτ», όπου το νούμερο έφτασε τις 506 φορές. Εκτός από αυτή την πληθώρα βωμολοχιών, κάποιες ταινίες του Σκορσέζε είναι γνωστές για την ωμή και, όπως θα έλεγαν ορισμένοι, αδικαιολόγητη βία.
«Conversations on faith»
Φυσικά, ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν συμφωνεί με την άποψη αυτή. Είναι ένα από τα πολλά ζητήματα που εξετάζονται στο βιβλίο «Conversations on faith» («Συζητήσεις για την πίστη»), που γράφτηκε από τον Σκορσέζε και τον Αντόνιο Σπαντάρο, έναν Ιταλό Ιησουίτη, θεολόγο και δοκιμιογράφο. «Η βία προέρχεται από μέσα μας, είναι μέρος της ανθρώπινης κατάστασης», λέει ο Σκορσέζε στο βιβλίο. «Το να το αρνούμαστε αυτό απλώς παρατείνει την κατάσταση και αναβάλλει κάθε τρόπο αντιμετώπισής της. Πρέπει να την αντιμετωπίσουμε για να καταλάβουμε ότι είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης μας».
Η συζήτηση μεταξύ του σκηνοθέτη και του Ιταλού ιερωμένου ξεκίνησε το 2016. Ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο οποίος θα γίνει 84 ετών φέτος, εξηγεί πώς, μετά από αμέτρητες δοκιμασίες και ταλαιπωρίες (βαρύς εθισμός στα ναρκωτικά, πέντε γάμοι, η περιπέτεια της ταινίας «Ο τελευταίος πειρασμός του Χριστού»), εξακολουθεί να διατηρεί ακέραιη την καθολική του πίστη – μάλιστα αυτή είναι που τον κρατάει όρθιο, όπως ο ίδιος δηλώνει. Το βιβλίο αγγίζει το θέμα του οίκτου και της φιλευσπλαχνίας, κάνοντας αναφορά στον Τζέικ Λαμότα, τον κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας «Οργισμένο Είδωλο» («Raging Bull», 1980). Ο πυγμάχος «τιμωρεί τους πάντες γύρω του», λέει ο Σκορσέζε, «αλλά στην πραγματικότητα τιμωρεί τον εαυτό του. Έτσι, στο τέλος, όταν κοιτάζει στον καθρέφτη, βλέπει ότι πρέπει να είναι ελεήμων με τον εαυτό του κυρίως... Πρέπει να τον αποδεχτεί, να ζήσει μαζί του. Και τότε, ίσως θα είναι πιο εύκολο γι' αυτόν να ζήσει με τους άλλους ανθρώπους και να δεχτεί την καλοσύνη τους».
Για κάθε μεγάλη του επιτυχία στο box-office («Το χρώμα του χρήματος», «Ο Λύκος της Γουόλ Στριτ») ο Σκορσέζε έχει υποστεί πολλαπλές απογοητεύσεις («Ο βασιλιάς της κωμωδίας» του 1982 ή το «Kundun» του 1997). «Το αντίτιμο είναι πάντα το ίδιο», λέει. «Κερδίζοντας την αναγνώριση, πρέπει επίσης να αντέχεις και τις περιόδους απόρριψης», λέει. «Πρέπει να μαθεις να επιστρέφεις. Έτσι, εξαιτίας της απόρριψης και της περιφρόνησης που δέχτηκα, κέρδισα τη χάρη, έλαβα το δώρο τού να λέω: “Εντάξει, τώρα θα ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή”».
Με στοιχεία από τη «Wall Street Journal»