Σ’ένα άχρονο, δυστοπικό μέλλον, σε μια πατριαρχική πόλη-κράτος που μαστίζεται από τη βία και την περιβαλλοντική μόλυνση, δύο γυναίκες επαναστατούν και αγωνίζονται για την ελευθερία και την ταυτότητά τους, μετατρέποντας εαυτόν σε σύμβολα αντίστασης και μεταμόρφωσης.
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Εύης Καλογηροπούλου, «Gorgonà», που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στην Εβδομάδα Κριτικής του 82ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και την πρώτη της προβολή επί ελληνικού εδάφους ως μέρος του Διεθνούς Διαγωνιστικού Προγράμματος του 66ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, βγαίνει στις αίθουσες στις 2 Απριλίου. Είναι μια ταινία «εκδίκησης εμποτισμένη με υπερφυσικά στοιχεία και φεμινιστική μανία», όπως λέει η σκηνοθέτιδα.
Απενοχοποιημένα πολιτική και έμφυλη, κραυγαλέα αταξινόμητη, καταιγιστική στην ενέργεια και την αισθητική της, η «Gorgonà» συνδέει την αγάπη της σκηνοθέτιδας για τις ταινίες πολεμικών τεχνών με τα γουέστερν.
«Ως γυναίκα δεν ένιωθα ποτέ να συμπεριλαμβάνομαι στις αφηγήσεις τους και φαντασιωνόμουν ταινίες δράσης που θα ανέτρεπαν τα στερεότυπα του είδους και θα εστίαζαν στη γυναικεία εμπειρία. Το “Gorgonà” είναι η εκπλήρωση αυτής της φαντασίωσης, το γράμμα αγάπης μου σε αυτό το είδος σινεμά. Στον πυρήνα του είναι μια ιστορία χειραφέτησης μέσω της επιθυμίας: η αγάπη μεταξύ δύο γυναικών πυροδοτεί την εσωτερική μεταμόρφωση και προκαλεί έναν κόσμο που έχει φτιαχτεί για να τις καταπιέζει», λέει.
«Ήθελα να δείξω πώς μεταφράζεται στον πατριαρχικό κόσμο η γυναίκα-τέρας, η επικίνδυνη γυναίκα που έχει δύναμη σε μια κοινότητα η οποία διέπεται από τους ανδρικούς νόμους και στην οποία οι γυναίκες δέχονται υποτίμηση συστηματικά».
«Στο “Gorgonà” παραλληλίζω την πατριαρχία με την περιβαλλοντική καταστροφή. Το έργο διαδραματίζεται στην Ελευσίνα, μια μολυσμένη βιομηχανική πόλη κοντά στην Αθήνα. Ωστόσο, αυτός ο τόπος φιλοξενούσε κάποτε τα Ελευσίνια Μυστήρια, που εξυμνούσαν τη γυναικεία δύναμη. Αυτό το παράδοξο ενέπνευσε τον κόσμο του “Gorgonà”, καθώς και ο μύθος της Μέδουσας, της απόλυτης μορφής της γυναικείας οργής και μεταμόρφωσης».
Σκηνοθέτιδα και εικαστική καλλιτέχνιδα, η Εύη Καλογηροπούλου διερευνά θεματικές που σχετίζονται με τον αποκλεισμό και τη συμπερίληψη, την πολυπολιτισμική ταυτότητα, τη γυναικεία παρουσία στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και τα μετα-αποκαλυπτικά περιβάλλοντα. Χαρακτηριστικές αυτών των αναζητήσεων είναι οι μικρού μήκους ταινίες της Motorway 65 και Στον θρόνο του Ξέρξη.
Οι γυναίκες και ο κεντρικός ή περιφερειακός τους ρόλος στην κοινωνική και οικονομική ζωή βρίσκονται πάντα στο επίκεντρο της δουλειάς της. Από τις πιο τολμηρά εξωστρεφείς και δυναμικές εικαστικούς της γενιάς της, δεν φοβάται να αποκαλυφθεί η ίδια, ψάχνοντας και αποκαλύπτοντας τις γειτονιές, τις υποκουλτούρες και τις κοινότητες.
Δεν διστάζει να δείξει έκπληξη και να ανατρέξει στην ιστορία για να συνδέσει εικόνες και να επιχειρήσει όχι να διαλύσει, αλλά να διαβάσει με έναν εντελώς προσωπικό τρόπο στερεότυπα που μπορεί να καθορίζουν την ενότητα κάθε μικροκοινωνίας, στην ουσία όμως αποκόπτουν και κάθε επικοινωνία μας μαζί τους.
Από τα εντυπωσιακά μαρμάρινα γλυπτά της που απεικονίζουν σύγχρονες αμαζόνες οι οποίες καβαλάνε μηχανές και κατακτούν τα σύμβολα της αρρενωπότητας και της ανδρικής ρώμης άφοβα και φυσικά, διαπερνώντας τις έννοιες του φύλου και της ανδρικής δύναμης, μέχρι τη «Gorgonà», αντλεί από τους μύθους και τους συνδέει με μια πόλη που αποτελεί σταθερό καμβά του έργου της, την Ελευσίνα, τον τόπο όπου εκτυλίσσεται και η δράση της ταινίας.
«Στην Ελευσίνα έφτασα μια νύχτα», λέει, «για να κάνω το residency στο οποίο είχα επιλεγεί· θα έφτιαχνα ένα γλυπτό ή μια εγκατάσταση. Ήταν ξημερώματα όταν με άφησε το ταξί στην πόλη και έτσι βρέθηκα από το Πέκαμ, όπου ζούσα στο Λονδίνο, ένα μέρος πολύ ζωντανό, σε ένα μέρος έρημο, σαν σε μια απομακρυσμένη επαρχία.
Αυτή η εικόνα άλλαξε το πρωί, όταν περπάτησα μέσα στο φως, στην πόλη και στον αρχαιολογικό χώρο. Αυτή ήταν μόνο η αρχή. Κάνοντας βόλτα με το αυτοκίνητό μου, βλέποντας τις όψεις της πόλης, άρχισα να την ανακαλύπτω, μπαίνοντας σε ιστορίες, υποκουλτούρες και κοινότητες που συγκροτούν το ψηφιδωτό της σημερινής Ελευσίνας, μικρόκοσμους που δεν μπορείς να φανταστείς. Ούτε μπορείς να φανταστείς ότι όλα αυτά υπάρχουν σε απόσταση είκοσι λεπτών από την Αθήνα».
Η περιπέτειά της στον κόσμο της τέχνης άρχισε από τότε που θυμάται τον εαυτό της να ζωγραφίζει, από τότε που ήθελε να γίνει καλλιτέχνιδα, από τα μαθητικά της χρόνια.
«Από μικρή ήθελα να γίνω καλλιτέχνιδα, χωρίς να ξέρω τι θα γίνω ακριβώς, και οι γονείς μου με ενθάρρυναν. Ήταν άνθρωποι που πήγαιναν σε γκαλερί, στον κινηματογράφο και όλο αυτό μου ήταν οικείο. Οπότε μόλις τελείωσα τις σπουδές μου στην ΑΣΟΕΕ πήγα στην Καλών Τεχνών. Μπήκα πολύ πωρωμένη στη σχολή και το ότι έκανα τέχνη μετά τα Οικονομικά, π.χ. βίντεο, ήταν μια μεγάλη αλλαγή, εντυπωσιακή. Αυτό κρατάω από τη σχολή, το ότι ήμουν εκεί από το πρωί μέχρι το βράδυ, είχα μεγάλη δίψα και ανάγκη να το κάνω αυτό, το υποστήριξα πολύ. Πήρα την απόφαση στα 25 μου και ήθελα να το τερματίσω, να τα δώσω όλα. Αλλιώς τι;» λέει.
Τελειώνοντας την Καλών Τεχνών φεύγει για το Λονδίνο. Στο Royal College of Arts κάνει κινούμενη εικόνα, αλλά έχει πάντα στον νου της να ασχοληθεί με τη μεγάλη της αγάπη, την τέχνη που τη μαγεύει, το σινεμά. «Στο δικό μου μυαλό δεν υπάρχει κανένα μπέρδεμα», λέει. «Είμαι καλλιτέχνιδα είτε κάνω γλυπτική, είτε βίντεο-αρτ, είτε ταινίες. Ποτέ δεν προσπάθησα να τα διαχωρίσω και δεν καταλαβαίνω και τον διαχωρισμό. Δεν μετάνιωσα ποτέ γι’ αυτό».
Η ταινία ξεκινά με μια οργιώδη χορογραφία της φυλής των ανθρώπων που τρέφονται από τη βία και την επίδειξη δύναμης, που μόνο αγαθό τους είναι το πετρέλαιο, με φόντο τα διυλιστήρια, ένα καθοριστικό οπτικά και ακουστικά τοπίο.
«Με ενδιέφερε αυτό που καθορίζει τους ανθρώπους και κυρίως τις γυναίκες που ζουν εκεί απέναντι από αυτήν τη θέα, ακούγοντας τον ήχο των διυλιστηρίων σε ένα μέρος που μοιάζει με επαρχία. Κι εγώ έχω μεγαλώσει σε χωριό και κάπως ήθελα να το αποτυπώσω αυτό».
Οι γυναίκες της Καλογηροπούλου μοιάζουν με μυθολογικές ηρωίδες, πρωταγωνιστούν η Μέδουσα και η Σειρήνα, γοργόνες που έρχονται από τα βάθη των μύθων.
«Είναι μια ταινία φεμινιστική και περιστρέφεται γύρω από τις γυναίκες. Πάντα με ενδιέφεραν οι αφηγήσεις για τις μυθολογικές γυναίκες που ήταν θεωρητικές και πολύ συγκεκριμένες: η ζηλιάρα Ήρα, η κυνηγός Άρτεμις, η κακιά Μέδουσα. Πάντα υπήρχαν οι γυναίκες-τέρατα που ήταν επικίνδυνες για την εξουσία των ανδρών, τον πόλεμο, τη δύναμη, τα στερεότυπα που έχει ασπαστεί ο δυτικός πολιτισμός.
Πίσω από τις γυναίκες αυτές υπήρχε ένας μύθος πόνου, π.χ. τη Μέδουσα την είχε βιάσει ο Ποσειδώνας. Και ήθελα αυτό να το αντιστρέψω. Οπότε στην ταινία ήθελα να δείξω πώς μεταφράζεται στον πατριαρχικό κόσμο η γυναίκα- τέρας, η επικίνδυνη γυναίκα που έχει δύναμη σε μια κοινότητα η οποία διέπεται από τους ανδρικούς νόμους, κυβερνιέται από άνδρες και στην οποία οι γυναίκες δέχονται υποτίμηση συστηματικά. Οι γυναίκες που παρουσιάζω είναι μεν δυναμικές, αλλά υπάρχουν και κάποιες λίγο χαμένες στην πατριαρχία, που οικειοποιούνται τα χαρακτηριστικά της».
Στη μελλοντολογική δυστοπία της Καλογηροπούλου, ο πόλεμος για το περιβάλλον μαίνεται. Η γη έχει καταστραφεί και το νερό είναι πιο σπάνιο από το πετρέλαιο. Η παράξενη, απομονωμένη κοινότητα των ανθρώπων που ζουν εκεί αναπαράγει στερεότυπα του παρελθόντος σε ένα μολυσμένο παρόν με έναν κρυφό τρόμο επιβίωσης. Η καθημερινότητά τους ωστόσο μοιάζει «φυσιολογική», οι άνθρωποι διασκεδάζουν όπως το έκαναν σε καιρό πολέμου και προσπαθούν να ζήσουν στο έπακρο.
«Προφανώς και με δυσκόλεψε η ταινία γιατί έπρεπε να συνδεθώ με πολλά πράγματα. Οι ταινίες δράσης, με όλες αυτές τις σκηνές μάχης και συγκρούσεων, έχουν δύσκολα γυρίσματα όταν δεν υπάρχουν τα απαραίτητα χρήματα. Την ταινία τη γυρίσαμε σε 27 ημέρες και ήταν για μένα μια πρόκληση, να περάσω από μια ταινία μικρού μήκους και ένα πιο προστατευμένο περιβάλλον σε έναν χώρο μεγαλύτερο. Ωστόσο δεν μπορούσα να μην το δοκιμάσω. Όπως πολλά πράγματα στην καλλιτεχνική μου πρακτική, υπάρχει πάντα η πρόκληση να κάνω κάτι αρκετά διαφορετικό.
Αφορά μια γυναικεία διεκδίκηση το να κάνω μια τέτοια ταινία, όχι μόνο σε επίπεδο περιεχομένου. Ξενίζει όταν μια γυναίκα κάνει ταινίες δράσης και ασχολείται με θεματικές όπως η βία, τα όπλα. Μας θέλουν να κάνουμε πιο art house θέματα, πιο κοινωνικά, με τη γυναίκα μετανάστρια, τη γυναίκα έγκυο, τη γυναίκα που τρώει ξύλο. Ανεξαρτήτως αποτελέσματος –άλλωστε, το αν είναι κάτι καλό ή κακό θα κριθεί–, θα προτιμούσα οι γυναίκες να μην πρέπει να απολογούμαστε, να μπορούμε να καταπιανόμαστε με όλα τα θέματα, κάτι που ακόμα είναι υπό διερεύνηση, ακόμα και η επιθυμία να κάνω κάτι τέτοιο ξενίζει. Ας σκεφτούμε και κάτι άλλο: πώς ζούμε οι γυναίκες σκηνοθέτιδες, που κάνουμε ταινίες κάθε τρία τέσσερα χρόνια; Οι άνδρες σκηνοθέτες κάνουν σειρές, διαφημιστικά· σε αυτά οι γυναίκες συμμετέχουμε στο 1%. Είναι δύσκολο να με αποδεχτούν, να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ κι εγώ, ως γυναίκα έχω πολύ περιορισμένες ή καθόλου ευκαιρίες. Αυτό θα ήθελα να αλλάξει, να δούμε τις γυναίκες αξιολογικά και να τους δοθούν ευκαιρίες χωρίς προκαταλήψεις».
Στην ταινία της η Εύη Καλογηροπούλου, μέσα από δύο γυναίκες που δεν φοβούνται να πουν την αλήθεια στην εξουσία, απελευθερώνει τη γυναικεία οργή, ξαναγράφοντας με δύναμη έναν μύθο μέσα στον σύγχρονο βίαιο κόσμο μας, θέλοντας να παραδώσει, όπως λέει η καλλιτεχνική διευθύντρια της Εβδομάδας Κριτικής, Μπεατρίς Φιορεντίνο, «μια ταινία σαρωτική, προκλητική και απίστευτα σέξι».
«Gorgonà» - Official Trailer
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.