ΙΣΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΤΙ ΟΙ περισσότερες σειρές – ακόμα και οι αξιόλογες – μοιάζουν πλέον αρκετά προβλέψιμες σε σχέση με το υπο-είδος ή το υβρίδιο που εκπροσωπούν, εκείνο που κάνει αυτή τη νέα σειρά του ΗΒΟ να φαίνεται τόσο ιδιαίτερη, στο ύφος, το πνεύμα, το χιούμορ, την συναισθηματική της προσέγγιση, την δραματική της υπόσταση, την εμπνευσμένη σκηνοθεσία και τους πολυδιάστατους χαρακτήρες της. Και μόνο οι τίτλοι – υπό τους απελευθερωτικούς ήχους του “Aquarius/Let the Sunshine” των Fifth Dimension, σε προδιαθέτουν για κάτι ξεχωριστό, αινιγματικό, αποκαλυπτικό. Όσο για το «DTF» στο όνομα της σειράς, είναι ένα ακρωνύμιο από τα αρχικά των λέξεων «Down to Fuck». Είναι επίσης το όνομα μιας εφαρμογής γνωριμιών που απευθύνεται κυρίως σε παντρεμένους που αναζητούν μια εφήμερη σεξουαλική περιπέτεια (ή διέξοδο). Με αφετηρία αυτή την εφαρμογή ξεκινά η μοιραία κατάληξη της ήδη πολύπλοκης φιλίας που συνδέει δύο μεσήλικες άνδρες, ο ένας εκ των οποίων μάλιστα έχει συνάψει ερωτική σχέση με την σύζυγο του άλλου.
Παρότι η σειρά μοιάζει να αλλάζει είδος στη μέση του πρώτου επεισοδίου, η αρχική αίσθηση ότι πρόκειται για μια cringe κομεντί ηθών που ανακαλεί το βάθος και την υφή της χρυσής εποχής των σειρών του ΗΒΟ, δεν αλλάζει.
Σε μια σειρά που ανάμεσα στα άλλα υψηλά της χαρίσματα επιδεικνύει και ένα εξαιρετικό καστ, οι ερμηνείες των ηθοποιών (Τζέισον Μπέιτμαν, Ντέιβιντ Χάρμπορ, Λίντα Καρντελίνι) που ερμηνεύουν αυτό το «ιψενικό», όπως λέγανε παλιά, τρίγωνο, είναι υποδειγματικές και απολαυστικές. Μετά τα δύο πρώτα επεισόδια που έχουν βγει στο HBO Max (ακολουθούν άλλα πέντε μέχρι το φινάλε), και παρότι ακόμα δεν είναι διόλου προβλέψιμη η προοπτική της υπόθεσης, η οποία βασίζεται, πολύ χαλαρά, σε πραγματικά περιστατικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι πάνω απ’ όλα, το “DTF St. Louis” είναι μια περίεργη αλλά διεισδυτική (και κατά τόπους σαρκαστική, σαγηνευτική, αλλά και πολύ τρυφερή επίσης) σπουδή χαρακτήρων. Ο απόλυτος δημιουργός της σειράς (έγραψε και σκηνοθέτησε και τα επτά επεισόδια), ο Στίβεν Κόνραντ, συνέλαβε και ανέπτυξε έναν φιλόδοξο συνδυασμό δράματος, bromance, μαύρης κωμωδίας και αστυνομικού μυστηρίου («προαστιακό νουάρ» θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς), που μοιάζει να επικεντρώνεται στη ζημιά που προκαλούν οι καταπιεσμένες επιθυμίες, αλλά και στις παράξενες ατραπούς που μπορεί να οδηγήσει η απελευθέρωσή τους.
Ο διάβολος βρίσκεται στις λεπτομέρειες, αλλά εκεί – σε κάποια πλάνα που δείχνουν το λυκόφως να μπαίνει από τις γρίλιες ή την καφετιά υφή ενός παραμελημένου γκαζόν – βρίσκεται και το μυστικό φίλτρο της σειράς, ο τρόπος που οι χαρακτήρες πλαισιώνονται με τον μυστικισμό της καθημερινότητας αλλά και με τις συνδέσεις και τις αποστάσεις που δημιουργούν μεταξύ τους. Παρότι η σειρά μοιάζει να αλλάζει είδος στη μέση του πρώτου επεισοδίου, η αρχική αίσθηση ότι πρόκειται για μια cringe κομεντί ηθών που ανακαλεί το βάθος και την υφή της χρυσής εποχής των σειρών του ΗΒΟ, δεν αλλάζει. Όπως δεν αλλάζει (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) και η ενσυναίσθηση που προκαλούν αυτοί οι γεμάτοι αδυναμίες, προσμονές και επιθυμίες χαρακτήρες, που όσο περισσότερο τους παρακολουθούμε τόσο περισσότερο τους νιώθουμε, ακόμα κι αν δεν γνωρίζουμε (ακόμα) τα βαθύτερα κίνητρά τους.