ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΡΑΣΕ από την πραγματικά μεγαλειώδη, οικουμενική, υπερκομματική και υπερβατική συγκέντρωση (συνάντηση) των πολιτών στο κέντρο της Αθήνας για τα Τέμπη, δύο χρόνια ακριβώς μετά από την τραγωδία που εξελίχθηκε σε ανοιχτή πληγή και σε συλλογικό τραύμα. Γύρω από το Σύνταγμα και πέρα απ’ όσο έφτανε το μάτι είχε μαζευτεί ένα ετερόκλητο πλήθος με ένα κοινό όραμα και με μια κοινή απαίτηση (για τα απολύτως στοιχειώδη). Μια αληθινή ηθική πλειοψηφία. Μια χαμηλόφωνη μαζική διαμαρτυρία. Μια οικουμενική εκδήλωση δυσαρέσκειας ενάντια στον κυνισμό, την ανικανότητα και την αναλγησία των κρατούντων.
Πώς μπορεί να ξαναπάει κανείς στο συλλαλητήριο χωρίς να αισθάνεται προδομένος, χειραγωγημένος, αδαής; Η στιγμή χάθηκε και η ελπίδα έδωσε (για πολλοστή φορά) τη θέση της στη ματαιότητα.
Η πληγή παραμένει ανοιχτή και τα αιτήματα φλέγοντα αλλά ένα χρόνο μετά, εκείνη η τόσο ελπιδοφόρα συναίνεση μοιάζει να έχει ανεπανόρθωτα υπονομευτεί από τις πολιτικές φιλοδοξίες της κ. Καρυστιανού, η οποία μας καλεί να ξαναδώσουμε το παρών στο Σύνταγμα αύριο μέσω ενός βίντεο που δημοσίευσε στον λογαριασμό της. Ενός βίντεο το οποίο χαρακτηρίστηκε «ανατριχιαστικό» ή «συγκλονιστικό» στις επικεφαλίδες των ενημερωτικών μέσων, και πράγματι ήταν, αλλά για τους λάθους λόγους.
«Για κάποιους ήταν δυστύχημα, για εμάς ένα διαχρονικό έγκλημα που πάγωσε τον χρόνο» λέει η ίδια στο – άγαρμπα πειραγμένο από το μακρύ χέρι της τεχνητής νοημοσύνης – βίντεο το οποίο μοιάζει μ’ ένα περίεργο υβρίδιο ταινίας τρόμου, true crime και προεκλογικού σποτ. Ποιους εννοεί όμως η πρώην πρόεδρος του Συλλόγου Θυμάτων Τεμπών με το «για εμάς»; Τους γονείς των θυμάτων ή τους πιθανούς ψηφοφόρους του αβάπτιστου ακόμα κομματικού της φορέα;
Το γυαλί πρώτα ράγισε και μετά έγινε κομμάτια με τις διάφορες δηλώσεις της που φάνηκαν να ασπάζονται ή να χαϊδεύουν τις σκοταδιστικές τάσεις ενός όλο και μεγαλύτερου κοινού. Πώς μπορεί να ξαναπάει κανείς στο συλλαλητήριο χωρίς να αισθάνεται προδομένος, χειραγωγημένος, αδαής; Η στιγμή χάθηκε και η ελπίδα έδωσε (για πολλοστή φορά) τη θέση της στη ματαιότητα. Κρίμα κι άδικο για όλους μας που ζητάμε να φύγει το ραδιενεργό νέφος της συγκάλυψης που μοιάζει να καλύπτει τα πάντα, αλλά κυρίως για τους γονείς και τους συγγενείς που ζητούν τα απολύτως στοιχειώδη (δικαιοσύνη και λογοδοσία) αντ’ αυτού όμως δέχονται την χλεύη και τον σαρκασμό. Γι’ αυτούς και μόνο αξίζει να δώσει κανείς το παρών ξανά στο Σύνταγμα, έστω και με την μελαγχολική συνειδητοποίηση ότι φέτος δεν θα είναι το ίδιο.