ΜΕΣΑΙΕΣ ΤΑΞΕΙΣ του δημοτικού, αυγή της δεκαετίας του ’80. Τον καιρό εκείνο ο δάσκαλός μας – και συγχρόνως διευθυντής του σχολείου – σ’ ένα δημόσιο δημοτικό της Νέας Σμύρνης, ήταν ένας αυστηρός και βαθύτατα συντηρητικός υπερήλικας (ή έτσι έμοιαζε σ’ εμάς, θυμάμαι όμως και τους γονείς μου να παραξενεύονται από το γεγονός ότι δεν είχε ακόμα συνταξιοδοτηθεί ή «αποστρατευτεί», όπως θα προτιμούσε ίσως ο ίδιος) με το ανάλογο σκοτεινό ντύσιμο και ένα μονίμως συνοφρυωμένο ύφος, που σποραδικά έσπαγε μόνο με κάποιο σαρκαστικό μειδίαμα εις βάρος κάποιου μαθητή. Το μειδίαμα βέβαια ήταν το λιγότερο σε μια εποχή που ακόμα δούλευε αγρίως ο ξύλινος χάρακας ως μέσο συμμόρφωσης και τιμωρίας ακόμα και για το πιο ελαφρύ ατόπημα.
Όταν πήγα στο γυμνάσιο πίστευα ότι άφηνα πίσω μου όχι μόνο το δημοτικό αλλά και το τελευταίο χουντικό απομεινάρι στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πλάνη οικτρά προφανώς, αν αναλογιστεί κανείς τι θα έχουν «μεταλαμπαδεύσει» στους μικρούς μαθητές τις τελευταίες δεκαετίες ο κ. Νατσιός.
Δεν ήταν ο μόνος που βάραγε αδιακρίτως, ήταν όμως ο μόνος που με πηγαίο μετεμφυλιακό οίστρο μας έκανε καθημερινά κήρυγμα θρησκοληψίας, εθνικοφροσύνης και αντικομμουνισμού, υπερτονίζοντας διαρκώς τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και υποδηλώνοντας ότι όποιοι πήγαιναν τακτικά στο κατηχητικό θα τύχαιναν της αμέριστης εύνοιάς του. «Δεν πιστεύω να είναι κανείς από εσάς από αυτούς που σφίγγουν τη γροθιά» τον θυμάμαι χαρακτηριστικά να λέει απειλητικά σε μια τάξη εννιάχρονων που τον κοίταζαν με φόβο και απορία.
Τον θυμήθηκα ξανά με αφορμή τη νέα σκοταδιστική προβοκάτσια περί Δαρβίνου, Αδάμ και Εύας (έχει πει και πολύ χειρότερα) του αρχηγού της «Νίκης» κ. Νατσιού, ο οποίος ήταν επίσης δάσκαλος, όχι φυσικά στην εποχή που αναφέρθηκα (τότε ήταν ακόμα μαθητής), αλλά μέχρι και πολύ πρόσφατα. Όταν πήγα στο γυμνάσιο πίστευα ότι άφηνα πίσω μου όχι μόνο το δημοτικό αλλά και το τελευταίο χουντικό απομεινάρι στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πλάνη οικτρά προφανώς, αν αναλογιστεί κανείς τι θα έχουν «μεταλαμπαδεύσει» στους μικρούς μαθητές τις τελευταίες δεκαετίες ο κ. Νατσιός (ο οποίος από το βήμα της Βουλής είχε δηλώσει περιχαρής μετά την δεύτερη επικράτηση του Τραμπ ότι «νίκησε η αξιοπρέπεια, ηττήθηκε η παράνοια και η woke ατζέντα) και οι όμοιοί του. Και μόνο οι τίτλοι μερικών από τα βιβλία του είναι απολύτως ενδεικτικοί του περιεχομένου («Τα νεοταξικά βιβλία γλώσσας Δημοτικού και Γυμνασίου», εκδ. Ενωμένη Ρωμιοσύνη, «Τα άθεα γράμματα και η παιδεία του Γένους», εκδ. Ιερόν Κοινόβιον Οσίου Νικοδήμου», «Ρωμηοί και Γραικύλοι», εκδ. Αγαθός Λόγος). «Γιατί, του Άδωνη Γεωργιάδη τα βιβλία καλύτερα είναι;», μπορεί να αντιτείνει κανείς. Η απάντηση είναι «όχι», αλλά αυτή η διευκρίνιση μόνο μεγαλύτερη απελπισία προξενεί.
Οι αμβλώσεις, ο Δαρβίνος, η «μαύρη Ελένη» της Οδύσσειας του Νόλαν… Αυτά είναι τα καίρια ζητήματα που μας απασχολούν και ενδεχομένως χρήζουν επειγόντως «δημόσιας διαβούλευσης», όπως είχε πει η κ. Καρυστιανού για το πρώτο από αυτά, που η ίδια ανακίνησε. Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει. Μπορεί ως μαθήτρια να λουφάρει λίγο στην πρόοδο, στην οπισθοδρόμηση όμως – και στον λεγόμενο «θεοπολιτικό λαϊκισμό» – σηκώνει πρώτη το χέρι.