Να θυμηθούμε λίγο τα βασικά της πλοκής: η Κάθριν Έρνσο, αριστοκράτισσα μικρού βεληνεκούς και με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της, ξεπεσμένη λόγω του ασταθούς τζογαδόρου πατέρα της, βρίσκει την παρέα που λαχταρούσε, όταν ο αγαπημένος της μπαμπάς περιμαζεύει ένα αμίλητο και φοβισμένο αγόρι που δεν το ήθελε κανείς. Δεν είναι «σκουρόχρωμος» όπως τον έχει περιγράψει η Έμιλι Μπροντέ, αλλά αγροίκος και ανεπιθύμητος. Τον βαφτίζει Χίθκλιφ, με το όνομα του νεκρού αδελφού της, κάτι που δημιουργεί αμηχανία, καθώς γνωρίζουμε πως πρόκειται για την πιο ξακουστή ερωτική ιστορία από την εποχή του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας.
Η Κάθι φροντίζει και εκπαιδεύει τον Χιθ σαν να είναι το σκυλάκι της, όπως σωστά είχε προβλέψει ο πατέρας, και μεγαλώνοντας, δείχνει να αδιαφορεί για την ιδιαίτερη αγάπη που νιώθουν ο ένας για τον άλλο. Εκείνος είναι μονίμως θιγμένος, ένας χαϊδεμένος υπηρέτης που υποφέρει για το κορίτσι της ζωής του, ενώ αυτή ψάχνει την ευκαιρία να ξεφύγει από τη μιζέρια, και τη βρίσκει όταν ο ευειδής και απολύτως βαρετός Λίντον μετακομίζει κοντά της. Όταν η Κάθι ενδίδει στις προτάσεις γάμου, ο Χιθκλιφ κρυφακούει τις προθέσεις της, γιατί η γηραιά συνοδός της φροντίζει να ακουστούν οι σκέψεις της, το σκάει άρον άρον καβάλα στο άσπρο άλογό του κι εξαφανίζεται στο πορφυρό ηλιοβασίλεμα, αφήνοντας την Κάθι να κλαίει, σίγουρη πως δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ, και να τον περιμένει μάταια για έναν επώδυνο χρόνο.
Η ταινία επαναφέρει την ξεχασμένη τέχνη του κινηματογραφικού αναστεναγμού, της ερωτικής λαχτάρας, και ευτυχώς δεν γλιστράει στο σινεμά των social media.
Όταν επιστρέφει, ο Χίθκλιφ αγοράζει τα ρημαγμένα Ανεμοδαρμένα Ύψη για να κινείται σε απόσταση βολής, βρίσκει την αιώνια αγαπημένη του παντρεμένη και θλιμμένη στο πάλλευκο χρυσό κλουβί της, αλλά και έγκυο μετά από χρόνια. Μετά από σαδιστικές μικροδόσεις προκαταρκτικής εκδίκησης, ο έρωτάς τους θεριεύει, αλλά τη σπίθα της σάρκας αναστέλλει η αίσθηση της αμαρτίας, και μια λυπητερή συνειδητοποίηση πως ο χρόνος κέρδισε τη μεγάλη παρεξήγηση.
Πρόδηλα συνεπαρμένη με το αθεράπευτα ρομαντικό μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ, η βραβευμένη με Όσκαρ Σεναρίου Έμεραλντ Φενέλ ούτε θέλει να επαναλάβει τις κλασικές μεταφορές που έχουν προηγηθεί ούτε ωστόσο μπορεί να πλησιάσει τη γήινη αισθαντικότητα της Άντρεα Άρνολντ στη διασκευή του 2011. Έχει μείνει πιστή στον σκελετό του στόρι και των χαρακτήρων, θίγει μεν το ταξικό του θέματος, αλλά δεν την απασχολεί ιδιαίτερα το υπόβαθρο, όσο η προδοσία της καρδιάς σε μια σχέση που έμοιαζε άρρηκτη.
Η σκηνοθεσία της είναι αδρή όσο τα τέλεια χαρακτηριστικά του Τζέικομπ Ελόρντι και της Μάργκο Ρόμπι, γυαλιστερή σαν τα 51 κυρίως πλουμιστά φορέματα που φιλοτέχνησε η Τζάκλιν Ντουράντ και τα βαρύτιμα κολιέ που αλλάζει από ανία η Κάθριν. Αυτό που λειτουργεί είναι η χημεία των δυο πρωταγωνιστών: Ρόμπι και Ελόρντι γεμίζουν την οθόνη με την ομορφιά τους. Αυτός βράζει σαν σιωπηλό θηρίο που περιμένει επιτέλους τη λατρεία του να ομολογήσει το πάθος της, και μεταμορφώνεται για μια ακόμη φορά, μετά τον Φρανκενστάιν, σε ακαταμάχητο γόη, κάτι ανάμεσα στον Κόρτο Μαλτέζε από το κόμικ του Ούγκο Πρατ και σύγχρονο δανδή με βαριά προφορά.
Η Κάθι της Ρόμπι είναι μια υπεροπτική κούκλα, κατέχει τον λόγο που σαγηνεύει και μαστιγώνει και μετανιώνει πικρά όποτε τιμωρεί παρορμητικά. Τα Ανεμοδαρμένα Ύψη επαναφέρουν την ξεχασμένη τέχνη του κινηματογραφικού αναστεναγμού, της ερωτικής λαχτάρας. Και ευτυχώς δεν γλιστράνε στο σινεμά των social media, αυτό δηλαδή που είχε επινοήσει η Φενέλ με το αμέσως προηγούμενό της έργο, το Saltburn.