Κάποιοι τον θυμόμαστε να υποκλίνεται σεβαστικά πλάι στον μέντορά του, τον Ραφ Σίμονς, στα φινάλε των επιδείξεων της Jil Sander, του Dior και του Calvin Klein, σε μια συνεργασία είκοσι χρόνων. Oι περισσότεροι, όμως, τον γνώρισαν την τελευταία πενταετία στον Alaia, όπου κυριολεκτικά πέτυχε ένα ήσυχο θαύμα, επαναφέροντας στην κεντρική σκηνή της μόδας έναν παρισινό οίκο απόλυτα συνδεδεμένο με την αύρα του ιδρυτή του.
Στα τέσσερα χρόνια της θητείας του εκεί, ο Μούλιερ –ένας σχεδιαστής με καριέρα πολλών χρόνων σε δεύτερο ρόλο– αναδείχθηκε σε μια δημιουργική αυθεντία που προίκισε τον Alaia με ξεκάθαρη ταυτότητα και εμπορική απήχηση: οι συλλογές του βασίστηκαν σε τεχνικές αποφάσεις γύρω από τη σιλουέτα, τα υφάσματα και την ενέργεια του σώματος. Δουλεύοντας με αυτοσυγκράτηση, από σεζόν σε σεζόν o κώδικάς του γινόταν ολοένα πιο ευανάγνωστος, με ρούχα εφαρμοστά, ελεγχόμενα, γλυπτικά, ενώ τα αξεσουάρ του, από συνοδευτικά στοιχεία των looks, αναδείχθηκαν σε κύριο μοχλό της δεύτερης άνοιξης του οίκου, κερδίζοντας φανατικό –και νεανικό– κοινό εκτός πασαρέλας.
Κυρίως, ο Μούλιερ ξεχώρισε για τη σταθερότητά του, ένα σπάνιο αίσθημα συνέχειας που, σε συνδυασμό με ένα καθαρό όραμα, αποσαφήνισε τον χαρακτήρα του brand, μακριά από τις απομιμήσεις των αρχείων ή τους στυλιστικούς ακροβατισμούς.
Η μετακίνησή του στον Versace ήταν προδιαγεγραμμένη από τη στιγμή που ο όμιλος Prada απέκτησε το brand, με δεδομένη τη μακροχρόνια δημιουργική του σχέση του με τον Ραφ Σίμονς, που ως καλλιτεχνικός διευθυντής στην Prada, από κοινού με τη Μιούτσια, υποστήριξε τον Μούλιερ ως το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να απελευθερώσει την ορμή του brand που ίδρυσε ο Τζιάνι. «Ο Ραφ μού έμαθε ότι η ευαισθησία μπορεί να αποτελεί μια μορφή ισχύος», σχολίασε αυτές τις μέρες. «Αυτό που θαυμάζω στον Versace είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε τη δύναμη του αισθησιασμού», πρόσθεσε λίγο αφότου ανακοινώθηκε η νέα του θέση, όπου καλείται να συντονίσει τον δικό του εννοιολογικό αισθησιασμό με το ποτισμένο με σεξ, λάμψη και εκρηκτική δύναμη DNA του Versace.
«Πιστεύω στην πρόθεση, όχι στην υπερβολή. Αυτό που επιδιώκω είναι η ένταση μεταξύ χαλαρότητας και αυστηρής δομής. Δεν σχεδιάζω για μια εικόνα, έχω στον νου μου μια γυναίκα που κινείται στον κόσμο», έχει δηλώσει παλιότερα στο «Interview», θέση που επιβεβαιώνεται και από τις περιορισμένες σε κλίμακα επιδείξεις του, όπου αποφεύγει τις βαρύγδουπες αφηγήσεις και τις σκηνικές υπερβολές.
Ο Μούλιερ προσέγγισε το ready-to-wear με μια φροντίδα επιπέδου υψηλής ραπτικής, ενώ στο tailoring αποδείχθηκε εγκεφαλικός και αγέρωχος, περιοριζόμενος στις αναγκαίες μόνο χειρονομίες, με ρούχα και αξεσουάρ σε στενή γλυπτική σχέση με το σώμα, που μετέφεραν τη φιλοσοφία του Alaia στις νεότερες γενιές: τα δέρματα έγιναν πιο ρευστά και τα πλεκτά πιο δομημένα, ενώ η body-conscious οικειότητα (το σήμα κατατεθέν του Alaia) ευθυγραμμίστηκε με το τώρα.
Οι συμπαγείς τσάντες ώμου (περιζήτητες στη resale αγορά) και οι φλατ μπαλαρίνες Alaia του έγιναν η καρδιά του οικοσυστήματος του οίκου, διευρύνοντάς τον εμπορικά και πολιτιστικά. Κυρίως, όμως, ο Μούλιερ ξεχώρισε για τη σταθερότητά του, ένα σπάνιο αίσθημα συνέχειας που, σε συνδυασμό με ένα καθαρό όραμα, αποσαφήνισε τον χαρακτήρα του brand, μακριά από τις απομιμήσεις των αρχείων ή τους στυλιστικούς ακροβατισμούς.
Η ίδια κοφτερή ματιά διαφαίνεται και στον χώρο και τον τρόπο που έχει επιλέξει να ζει τα τελευταία δέκα χρόνια, μακριά από το Παρίσι, στην αγαπημένη του Αμβέρσα, παρέα με το μαύρο του λαμπραντόρ.
Ένα τσιμεντένιο σπίτι στα σύννεφα
Η εποχή που προτιμά είναι ο χειμώνας, όταν η ομίχλη σχηματίζει λευκούς τοίχους γύρω από τον κήπο του, σε ένα penthouse από μπετόν στην κορφή ενός πύργου είκοσι ορόφων. Αυτή η βίλα των τριών επιπέδων μέσα στα σύννεφα, σχεδιασμένη το 1968 από τους Λεόν Στάινεν και Πολ ντε Μέγιερ, υπήρξε μεταγενέστερη προσθήκη στο κτίριο για να στεγάσει την οικογένεια του Ντε Μέγιερ, που λέγεται ότι φθόνησε μια ανάλογη κατασκευή του Λε Κορμπιζιέ στο σπίτι τού φαντεζί εκατομμυριούχου Σαρλ ντε Μπεστεγί στα Ηλύσια Πεδία.
Όταν ο Μούλιερ το πρωτοεπισκέφθηκε, ζούσε ακόμα η χήρα του αρχιτέκτονα, η Γενεβιέβη, σε μια ατμόσφαιρα σταματημένη στα ’70s. Η υπερήλικη γυναίκα δίσταζε πολύ να πουλήσει το διαμέρισμα, φοβούμενη ότι οι νέοι ιδιοκτήτες θα το τεμάχιζαν. «Πήγα τρεις φορές, προσπαθώντας να την πείσω». Τα κατάφερε το 2015, παίρνοντας μαζί τον τότε σύντροφό του, Ματιέ Μπλαζί. «Στην κουβέντα προέκυψε ότι η Γενεβιέβη έπαιζε μπριτζ με τον παππού του Ματιέ κάθε βδομάδα!» έλεγε ο Μούλιερ στο «World of Interiors» τo 2023.
Με τις ευλογίες της γηραιάς κυρίας, ο σχεδιαστής ξεκίνησε να απογυμνώνει το διαμέρισμα, σε συνεργασία με τον Βέλγο αρχιτέκτονα Γκλεν Σέστιχ. Οι δυο τους αφαίρεσαν μάρμαρα, λάκες, ξύλινα πάνελ και χαλιά, κάθε στοιχείο που τους φαινόταν μπουρζουά, με στόχο να διατηρηθεί μονάχα ένα υλικό – το μπετόν. Τότε επανασχεδιάστηκε και ο κήπος, με ανθεκτικά θαμνώδη φυτά και τσιμεντένιους όγκους (από την αρχική του μορφή διατηρήθηκε μόνο μια τεράστια κουκουναριά) και συνενώθηκαν τα υπνοδωμάτια του κάτω ορόφου για να δημιουργηθεί ένα ατελιέ πλάι στο master bedroom.
Με την αισθητική σιγουριά που τον χαρακτηρίζει, ο Μούλιερ ζέστανε αυτό το τραχύ περιβάλλον με τα έπιπλα και τα έργα τέχνης που συλλέγει: ένα κεραμικό γλυπτό με μεταλλικό γυάλωμα του Στέρλινγκ Ρούμπι, ένα βάζο του Ζορζ Ζουβ, ένα αρ ντεκό ανάκλιντρο του Ζαν Ντουνάντ, το αγαπημένο του φωτιστικό «Taccia» του Καστιλιόνι, ένα κάθισμα του Γκαετάνο Πέσε σε ανθρώπινη φόρμα (ένα από τα δύο μοναδικά κομμάτια στον κόσμο, δώρο του Σίμονς σε κάποια του γενέθλια)…
Σε αυτόν τον χώρο, ενώ είχε προκύψει η πανδημία, ο Μούλιερ βίωσε τη μεγαλύτερη επαγγελματική του παύση στη μόδα, τα χρόνια που μεσολάβησαν από το τέλος της συνεργασίας του με τον Calvin Klein ως την ανάληψη της διεύθυνσης του Alaia, το 2021. «Κυριολεκτικά δεν έκανα τίποτα για δυο χρόνια – έφτιαχνα τα βιβλία μου, δούλευα σε διαφημιστικές καμπάνιες, μελετούσα vintage αρχεία. Μετά τον Calvin Klein, νόμιζα ότι δεν θα ξανασχοληθώ με τη μόδα, ότι θα γίνω αρχιτέκτονας ή διακοσμητής. Στο εξάμηνο, όμως, αισθάνθηκα την έλλειψή της».
Στο διαμέρισμα της Αμβέρσας, με το βόρειο φως «που είναι πιο λευκό, ομορφότερο απ’ ό,τι στο Παρίσι», γεννήθηκαν τα αισθησιακά, γλυπτικά του σχέδια για τον Alaia, με την ομορφιά τους να έρχεται σε αντίθεση με τη γεωμετρία του χώρου. «Σχεδιάζω στην κουζίνα, αποφασίζω για τα υφάσματα στο στούντιο, καπνίζω με την ομάδα στο μπαλκόνι»: εξηγεί γιατί η καρδιά του ζει στο Βέλγιο, σ’ αυτόν τον μονόλιθο στον ουρανό.
Στον ίδιο χώρο στέγασε το 2023 την πρώτη του επίδειξη για τον Alaia. Εκατόν εξηντα τυχεροί δημοσιογράφοι, editors, αγοραστές και φίλοι προσκλήθηκαν σε αυτό το σπίτι-ατελιέ, σε μια χειρονομία σύνδεσης με την παράδοση του Αζεντίν Αλάια, που συνήθιζε να δείχνει τις δημιουργίες του στο σπίτι του. «Το σκηνικό των επιδείξεων κρατά 10 λεπτά, μετά όλα ξηλώνονται. Θεώρησα ότι είναι η υπέρτατη πολυτέλεια να ανοίξεις το σπίτι σου. Σερβίραμε κρασί στην κουζίνα, οι καλεσμένοι κάθισαν σε καρέκλες, στους τσιμεντένιους πάγκους με τα δερμάτινα μαξιλάρια, ακόμα και στο κρεβάτι μου. Τα μοντέλα έμπαιναν στο μπάνιο, στη βιβλιοθήκη, στην κουζίνα μου», θυμάται.
«Δουλεύουμε σε μια βιομηχανία που δεν είναι και τόσο σημαντική. Απλώς η μόδα άλλαξε με τα social media, έγινε το νέο ποδόσφαιρο, και οι σχεδιαστές, παίκτες σε συνεχή μεταγραφή», εξομολογήθηκε στον φίλο του, Μελ Ότενμπεργκ, στυλίστα και διευθυντή του περιοδικού «Interview». Στον ίδιο απάντησε στην ενοχλητική ερώτηση «τι σημαίνει στις μέρες μας το να είσαι ελκυστικός;». «Καταρχάς εξαρτάται από το κορίτσι», είπε. «Στη βάση της, όμως, η σύγχρονη γοητεία σχετίζεται με την απλότητα. Είναι ο τρόπος που φοράς κάτι. Κάποιος με τζιν και λευκό μπλουζάκι μπορεί να είναι γοητευτικός (αυτή είναι η δική του στολή, απλά όλα του τα τζιν είναι vintage Hedi Slimane). Μας μπουκώνει, όμως, το Instagram όλη μέρα με το glamour κάθε διάσημου, που ούτε στο 1% δεν το βρίσκω ελκυστικό».
Ο Πίτερ Μούλιερ έφυγε από τον Alaïa θριαμβευτικά, έχοντας προσφέρει στον κόσμο της μόδας ένα χειροπιαστό παράδειγμα για την ισχύ της προσήλωσης και της τεχνικής. Ετοιμαστείτε για ένα νέο θαύμα στον Versace από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.