«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΑ ένα μέρος να μείνω στην Αθήνα το 2021, ήμουν τόσο απογοητευμένος από τις επιλογές που υπήρχαν στο Airbnb ώστε κάθισα κι έφτιαξα μια λίστα με τα κυρίαρχα "οπτικά" κλισέ που αρνιόμουν να δεχτώ, μια λίστα με τα πολιτιστικά μου "όχι" (δεν μένω σε ένα μέρος με καναπέ-κρεβάτι, δεν μένω σε ένα μέρος με μια στοίβα λευκωμάτων Taschen στο τραπεζάκι του σαλονιού, δεν μένω σε ένα μέρος με θιβετιανές σημαίες προσευχής, δεν μένω σε ένα μέρος με ποδήλατο γυμναστικής Peloton κ.λπ.). Περιττό να πω ότι αυτό δεν μου άφησε πολλές επιλογές. Τελικά, εγκατέλειψα την προοπτική του Airbnb και πέρασα τέσσερις εβδομάδες με 45 ευρώ τη βραδιά σε ένα ξενοδοχείο, ο διευθυντής του οποίου πρόσφερε δωρεάν σε κάθε επισκέπτη ένα ποτήρι ουίσκι στην αρχή κάθε βραδιάς. Δεν μετάνιωσα για την απόφασή μου…»
Το απόσπασμα είναι από ένα άρθρο στο «New Republic» με τίτλο «Η εποχή της στασιμότητας» («The Age of Stagnation»), γραμμένο από τον Άαρον Τιμς, εξαίρετο «millennial» αρθρογράφο με συνεργασίες υψηλού κύρους. Το κομμάτι έχει να κάνει με την ξεπατικωμένη ινσταγκραμική ταπετσαρία που περιτυλίγει τον κόσμο μας, και την αμφιθυμία μας απέναντί της «… αυτό το περίεργο μείγμα επίπληξης και εθισμού, αδιαφορίας και αφοσίωσης, ναυτίας και πρηξίματος μπροστά στον μπουφέ της σύγχρονης κουλτούρας».
Όσοι καταναλώνουμε και συμμετέχουμε στην κουλτούρα σήμερα –με τα πορτοφόλια μας, τα λόγια μας, τα βλέμματά μας, τον χλευασμό μας– είμαστε όλοι, σε κάποιο επίπεδο, υποκριτές.
Όπως, φέρ' ειπείν, να χτυπιέσαι για την επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης και μετά να δημοσιεύεις τις «ξεκαρδιστικές» αποκρίσεις του chat GPT στα ερωτήματά σου, να λες ότι δεν έχεις ή δεν βλέπεις τηλεόραση, ενώ βλέπεις τόνους τηλεόραση στο λάπτοπ και στο κινητό σου, να αποχωρείς με δραματικό τρόπο από ένα κοινωνικό μέσο και μερικούς μήνες μετά να επιστρέφεις για να προωθήσεις μια νέα δουλειά, μια νέα θέση, μια νέα ατζέντα, μια νέα σχέση. «Οι αντιφάσεις μας είναι πολλές», σημειώνει το άρθρο. «Όσοι καταναλώνουμε και συμμετέχουμε στην κουλτούρα σήμερα –με τα πορτοφόλια μας, τα λόγια μας, τα βλέμματά μας, τον χλευασμό μας– είμαστε όλοι, σε κάποιο επίπεδο, υποκριτές. Είμαστε συνεργοί στην οχύρωση της αισθητικής φυλακής μας... Οι μεγάλες πλατφόρμες επωφελήθηκαν από τις συγκυρίες, βάζοντας τις σημαίες τους στην terra cultura ακριβώς τη στιγμή που η οικονομική ανισότητα και η απόσταση μεταξύ των πολιτικών ελίτ και των ψηφοφόρων βρίσκονται στο αποκορύφωμά τους».
Παρότι όμως ο συγγραφέας αναγνωρίζει την πολιτισμική τυραννία που έχει επιβάλει το Big Tech και τους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς του αλγόριθμου (το άρθρο γράφτηκε με αφορμή το βιβλίο «Filterworld: Πώς ο αλγόριθμος ισοπέδωσε την κουλτούρα» ενός άλλου επιφανούς αρθρογράφου, του Kyle Chayka από το «New Yorker»), πιστεύει ότι τα social media και οι πλατφόρμες δεν είναι το παν. Μακάρι, γιατί αυτό μπορεί, εκτός των άλλων, να δικαιώνει αυτούς που ισχυρίζονται ότι οι ακροδεξιοί δεν είναι τόσο πολλοί εκεί έξω όσο δηλώνει η online παρουσία τους.
Υπάρχει, ευτυχώς, ακόμα ζωή και τέχνη και δημιουργία και έμπνευση «εκεί έξω» (αλλά και «εδώ μέσα», ενίοτε). «Η κουλτούρα σήμερα είναι κυκλική, σχεσιακή και συνεργατική, όχι τελεολογική ούτε όμηρος των οραμάτων μεγάλων ανδρών…» σημειώνει ο αρθρογράφος, ενώ σε άλλο σημείο γράφει: «Όποιος έχει περάσει τρεις ώρες διασχίζοντας μια μεγαλούπολη με τα πόδια, με τους ήχους να φτάνουν απευθείας στα αυτιά του, θα γνωρίζει ότι αυτή η εμπειρία συνιστά κάτι το απόλυτα ξεχωριστό για την εποχή μας».