ΠΩΣ ΠΕΙΘΕΙΣ ΜΙΑ ΣΧΕΔΟΝ αγοραφοβική συγγραφέα σαν τη νομπελίστα Χέρτα Μίλερ να σου παραχωρήσει συνέντευξη και δη τηλεοπτική; Πώς την προσεγγίζεις όταν σου ομολογεί πως κάτι τέτοιο θα την αναστάτωνε, ότι θα ξυπνούσε μέσα της ζοφερές μνήμες; Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης (1952-2015), έπειτα από τριών ετών προσπάθειες που στάθηκαν άκαρπες, έγραψε στη Μίλερ πάνω κάτω τα εξής:
«Ναι, μπορώ να φανταστώ ότι μια δημοσιογραφική “ανάκριση” μπροστά σ’ ένα άγνωστο πρόσωπο, με τους προβολείς να στέλνουν το έντονο φως πάνω σας και μ’ ένα μικρόφωνο στο τραπέζι, δεν είναι ό,τι καλύτερο για έναν άνθρωπο που πέρασε πολλές φορές από τα ανακριτικά γραφεία ενός δικτατορικού καθεστώτος. Και μπορώ να το καταλάβω διότι μεγάλωσα κι εγώ σε μια δικτατορία και, μικρό παιδί, αναγκαζόμουν να πηγαίνω κάθε τόσο στην Ασφάλεια και να δέχομαι τις νουθεσίες των αστυνομικών διευθυντών, που δεν καταλάβαιναν πώς και ο πατέρας μου, κρατούμενος στη Γυάρο και τη Λέρο, δεν υπογράφει μια δήλωση μετανοίας για να επιστρέψει στο σπίτι του και τα παιδιά του».
Να λοιπόν πώς λύγισε η Ρουμανογερμανίδα δημιουργός του «Αγγέλου της πείνας» και αποφάσισε να μιλήσει στον Χρυσοστομίδη, δίνοντάς του την πιο «σπαρακτική», όπως θα ομολογούσε, συνέντευξη της καριέρας του. Μια συνέντευξη που ο τελευταίος αξιοποίησε δεόντως στη συνέχεια, φιλοτεχνώντας το συγγραφικό πορτρέτο αυτής της «πάντα μαυροντυμένης, με τη μαραμένη ομορφιά» γυναίκα – ένα από τα πορτρέτα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Οι κεραίες της εποχής μου» (Καστανιώτης).
Με εφαλτήριο την ξένη σειρά του «Καστανιώτη» –την οποία ανέλαβε το 1998 και γρήγορα την απογείωσε–, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης είχε την ευκαιρία να συνδυάσει την αγάπη του για τα ταξίδια και την αγάπη του για τη λογοτεχνία μέσω της τηλεοπτικής εκπομπής.
Δημοσιευμένα σταδιακά, σε δύο τόμους, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, και από τα τέλη του 2025 απλωμένα σ’ ένα βιβλίο των χιλίων διακοσίων σελίδων, τα κείμενα του Χρυσοστομίδη αποτελούν κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή μεταγραφή της τηλεοπτικής περιπέτειας που μοιράστηκε με τη Μικέλα Χαρτουλάρη, καθώς αναζητούσαν στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη μερικούς από τους πιο καταξιωμένους σύγχρονους συγγραφείς. Όπως σημειώνει η τελευταία στην εισαγωγή της πρόσφατης αυτής έκδοσης, ο Χρυσοστομίδης, χάρη στην ευρύτερη παιδεία του, μπόλιασε τα πορτρέτα των συγγραφέων με σχόλια, κρίσιμες λεπτομέρειες και ενδιαφέρουσες πληροφορίες, βάζοντας έτσι τις συνομιλίες μαζί τους στον μεγάλο χάρτη, επεκτείνοντας τις θεματικές τους, αναδεικνύοντας την πολιτική τους διάσταση και εστιάζοντας στην ανθρώπινη περιπέτεια που τους ταλάνιζε ως δημιουργούς.
Γιος του δημοσιογράφου Σοφιανού Χρυσοστομίδη, γεννημένος στο Κάιρο το 1952, ο Ανταίος Χρυστοστομίδης προσγειώθηκε στην Ελλάδα στα δώδεκα και με το που τελείωσε, το ’69, το Γυμνάσιο, έφυγε στη Ρώμη για να σπουδάσει αρχιτέκτονας. «Σινεμά ήθελα να κάνω, αλλά δεν υπήρχαν λεφτά. Από συντρόφους του ΙΚΚ φιλοξενούμουν, αυτοί με χαρτζιλίκωναν». Την πρώτη βδομάδα κιόλας που πάτησε το πόδι του στην Ιταλία, οργανώθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού. «Δέκα χρόνια έμεινα έξω, αλλά έπρεπε να πέσει η χούντα για να τρέξω να πάρω το πτυχίο μου. Με την αρχιτεκτονική, πάντως, ελάχιστα ασχολήθηκα».
Μεταφραστής πάνω από 80 βιβλίων –των Καλβίνο, Ταμπούκι, Πιραντέλο, Μπουτζάτι, Πρίμο Λέβι, Μοράβια, Αμανίτι κ.ά.– και βραβευμένος και από το ελληνικό και από το ιταλικό κράτος γι’ αυτό, ο Χρυσοστομίδης στράφηκε προς τη μετάφραση παρακινημένος από τον Μίμη Δεσποτίδη: «Η αρχική ιδέα ήταν να βοηθήσουμε να γίνει γνωστή η ανανεωτική αριστερή σκέψη στην Ελλάδα. Έτσι ξεκίνησα, με κείμενα των θεωρητικών του ΙΚΚ. Μόλις, όμως, έμαθα ότι η “Αστάρτη” ετοιμαζόταν να εκδώσει τους “Δύσκολους έρωτες” του Καλβίνο, εμφανίστηκα μόνος μου και είπα “θέλω να το μεταφράσω εγώ”». Από τον ίδιο ιδεολογικό χώρο, από το νεολαιίστικο περιοδικό «Θούριος», ξεκίνησε και τη δημοσιογραφική του καριέρα, που συνεχίστηκε στο «΄Ενα» επί Παύλου Μπακογιάννη, στο «Playboy», υπό το υψωμένο φρύδι κάμποσων παλιών συντρόφων, και στην «Αυγή».
Με εφαλτήριο την ξένη σειρά του «Καστανιώτη» –την οποία ανέλαβε το 1998 και γρήγορα την απογείωσε–, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης είχε την ευκαιρία να συνδυάσει την αγάπη του για τα ταξίδια και την αγάπη του για τη λογοτεχνία μέσω της τηλεοπτικής εκπομπής. Και με ποιους δεν συναντήθηκε – από τον Ουμπέρτο Έκο, τον Τζον Λε Καρέ, τον Ιαν Μακγιούαν και τον Τζον Μπάνβιλ ως τον Παμούκ, τον Πελεκάνος, τον Μωρίς Ατιά, και από τη Μάργκαρετ Άντγουντ, την Π. Ντ. Τζέιμς και την Άννυ Πρου, ως τον Γιάλομ, τον Άμος Οζ, τον Αντρέι Κουρκόφ.
«Πίσω από τους καλούς συγγραφείς, κρύβεται συνήθως ένα βάσανο», έλεγε ο ίδιος. «Πάρτε για παράδειγμα τον Νταβίντ Γκρόσμαν. Μ’ έναν τρόπο, ο θάνατος του γιου του μόνο σ’ εκείνον θα συνέβαινε... Βασανίζεται από τα είκοσί του, από τότε που συνειδητοποίησε ότι οι Εβραίοι της Διασποράς είναι εντελώς διαφορετικοί από τους Εβραίους του Ισραήλ, όπου του ’λαχε να ζει. Αισθάνομαι μεγάλη πολιτική συγγένεια μαζί του. Αν ήμουν Ισραηλινός, σαν τον Γκρόσμαν θα σκεφτόμουν. Σ’ ένα ακροδεξιό κράτος, όπως το Ισραήλ, αυτός επιμένει να δίνει την προσωπική του μάχη, ακόμα και σε βάρος της καριέρας του. Ξέρω κόσμο, μου έλεγε, που δεν με διαβάζει επειδή διαφωνεί μαζί μου πολιτικά».
Το μεγαλύτερο τραύμα, ωστόσο, το κουβαλά η Χέρτα Μίλερ: «Γεννημένη σε γερμανόφωνο χωριό της Ρουμανίας, μεγάλωσε ανάμεσα σε αμόρφωτους αγρότες, στιγματισμένη από το παρελθόν του πατέρα της που στον πόλεμο ήταν μέλος των SS. Ως τα δώδεκά της δεν μιλούσε ρουμανικά. Κι όταν αυτοεξορίστηκε στη Γερμανία, συνειδητοποίησε ότι τη χλεύαζαν για τα φρικτά γερμανικά της, το μόνο πράγμα για το οποίο καμάρωνε. Δεν είναι τυχαίο πως η σχέση της με τις λέξεις είναι συγκλονιστική».
Ο Χρυσοστομίδης ανακαλούσε επίσης με συγκίνηση τη συνάντησή του με τον Αντόνιο Λόμπο Αντούνες που, μετά τον θάνατο του Σαραμάνγκου, πήρε τη θέση του σπουδαιότερου και γνωστότερου συγγραφέα της Πορτογαλίας. «Τον επισκεφτήκαμε τη μέρα που περίμενε τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων της πενταετίας, που θα τον απελευθέρωναν από τον βραχνά του καρκίνου, και μας διηγήθηκε τη ζωή του υπό τη σκιά του θανάτου, καθώς και τις αναμνήσεις του από τον πόλεμο της Αγκόλα, όπου τον είχαν στείλει οι δικοί του έφηβο, για να γίνει άντρας, όπως του είχαν πει».
Ο Λεονάρντο Παδούρα από την Κούβα, ο πιο φτωχός από τους συγγραφείς που συνάντησε ο Χρυσοστομίδης, έμοιαζε ο πιο συμφιλιωμένος με τον εαυτό του από όλους τους. «Ο Παδούρα περπατάει στην κόψη του ξυραφιού. Η επανάστασή του είναι διαρκής. Εκφράζει δεξιοτεχνικά όσα ακριβώς σκέφτεται χωρίς να κινδυνεύει να μπει φυλακή. Είναι πολύ ικανοποιημένος που μπορεί ν’ ασκεί κριτική στη χώρα του παραμένοντας Κουβανός». Ευτυχής και ολοκληρωμένος όμως, του φάνηκε και ο Σουηδός Χένινγκ Μάνκελ, «ένας τυπικός αριστεριστής της δεκαετίας του ’70 που αντί να βάζει βόμβες στη Στοκχόλμη, αποφάσισε να πάει στην Αφρική να βοηθήσει τα παιδιά με AIDS, να στήσει θεατρικούς οργανισμούς, να κάνει χρήσιμα πράγματα».
Ο Μάνκελ δεν ζει πια. Ούτε ο Γεοσούα, ο Όστερ, ο Φουέντες, ο Ταμπούκι, ο Ντάριο Φο, ο Σέργιο Πιτόλ ή ο Χάρι Μούλις, για ν’ αναφέρουμε λίγες από τις «κεραίες» που έχουν σιγήσει στο μεταξύ. Δέκα χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατο και του ίδιου του Χρυσοστομίδη, καρπωνόμαστε τα δικά του «χρήσιμα πράγματα» και του υποκλινόμαστε ξανά.