«Καποδίστριας»: Άλλο λαϊκό, άλλο λαϊκίστικο θέαμα

ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΣΜΑΡΑΓΔΗΣ Facebook Twitter
Tο σενάριο του Έλληνα δημιουργού κρίνει σοφό να συνδέει κάθε δεύτερη σκηνή τα έργα του ήρωα με τη θεία χάρη, πέφτοντας στην παγίδα της επανάληψης
0

Έχοντας το «προνόμιο» να γράφουμε το παρόν γνωρίζοντας τις αντιδράσεις των σοσιομιντιακών τιφόζι, θέλουμε πρώτα να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα. Πιστεύουμε πως είναι καλό να υπάρχουν δημιουργίες που να απευθύνονται στο συντηρητικό κοινό. Διασφαλίζεται έτσι μια κινηματογραφική ποικιλία και εκτιμούμε ότι πρέπει όλοι να έχουν τις ταινίες τους, αρκεί να μη συγχέουμε τον συντηρητισμό με τον αντιδραστισμό, φυσικά, γιατί εκεί περνάμε σε άλλη συζήτηση.

Σε πείσμα των εν λόγω τιφόζι, δε, που πιστεύουν πως σύσσωμη η κριτική έχει «αριστερόστροφα» αντανακλαστικά και πλήττει οργανωμένα και με σχέδιο οτιδήποτε τα πυροδοτήσει, η τελευταία έχει εκθειάσει ανά τις δεκαετίες ουκ ολίγες συντηρητικές ταινίες, από τη μισή φιλμογραφία του Φορντ και του Κάπρα ως τον «Εξορκιστή» του Γουίλιαμ Φρίντκιν, τη «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» του Στίβεν Σπίλμπεργκ ή το πρόσφατο «Top Gun: Μaverick» του Τζόζεφ Κοζίνσκι– ενδεικτικές οι αναφορές.

Και φυσικά, δεν αποστρέφεται οτιδήποτε πατριωτικό αυτή η «κακιά φάρα». Για να περάσουμε και σε εγχώρια παραδείγματα, πατριωτικές είναι και οι ταινίες του Κατσουρίδη με τον Βέγγο κι αν οποιοσδήποτε από αυτούς τους βροντόφωνους πατριώτες του Facebook υποστηρίξει το αντίθετο, με όλο τον σεβασμό, καλό θα ήταν να πάει να κοιταχτεί σε γιατρό. Δεν αναφερθήκαμε τυχαία σε αυτές τις δημιουργίες του Κατσουρίδη, γιατί θέλουμε να αγγίξουμε μια άλλη πτυχή της ταινίας του Σμαραγδή που, κατά τη γνώμη μας, είναι εξίσου προβληματική με εκείνη που ψέγουν τα περισσότερα –καλογραμμένα και διαφωτιστικά, για όποιον δεν έχει παρωπίδες‒ κείμενα των συναδέλφων κριτικών.

Οι εθνικές βιογραφίες του Σμαραγδή (θέλουν να) ανήκουν στο επονομαζόμενο λαϊκό θέαμα, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν την πλατωνική ιδέα της παρέκβασής του: υπάγονται στο λαϊκίστικο θέαμα. Και ποια η διαφορά μεταξύ των δύο; Το πρώτο ενέχει απαραιτήτως το στοιχείο της ενδοσκόπησης και της αυτοκριτικής. Μπορεί π.χ. να

φανταστεί κανείς παράσταση του Θεάτρου Σκιών, για να επικαλεστούμε ένα άλλο ελληνικό λαϊκό θέαμα, που δεν στηλιτεύει κατά ένα μέρος την κουτοπονηριά του Καραγκιόζη, ώστε ο θεατής να προχωρήσει στην αυτοκριτική του; Ας μην ξεχνάμε ότι στο τέλος της παράστασης, ειδικά στις κωμωδίες του Μεσοπολέμου, είθισται ο αγαπητός λαϊκός ήρωας να τις τρώει από τον Μπαρμπα-Γιώργο ή τον Βεληγκέκα, για να λάβει ένα απαραίτητο μάθημα.

Σε αντίθεση με το αγνό λαϊκό θέαμα, λοιπόν, το λαϊκίστικο θέλει αποκλειστικά να χαϊδέψει τα αυτιά του μέσου θεατή του – ή έστω εκείνου που λογαριάζει για τέτοιον. Παρά τις εξαγγελίες του, δεν θέλει να τον «εξυψώσει», συνειδητά θέλει να βεβαιώσει το status quo μέσα στο κεφάλι του. Του δίνει ακριβώς εκείνο που θέλει να ακούσει, με στόχο να εκμαιεύσει την υποστήριξη και τον ενθουσιασμό του. Εν προκειμένω, ο κατά Σμαραγδή Καποδίστριας συμμορφώνεται πλήρως με το εθνικό μας σύνδρομο – κάθε εθνική φαντασιακή κοινότητα έχει από ένα τέτοιο, οι Αμερικανοί π.χ. έχουν το σύνδρομο του Σωτήρα.

Και σε τι συνίσταται το εθνικό μας σύνδρομο; Σε ένα διπολικό μείγμα κατωτερότητας και ανωτερότητας. Η πρώτη εντοπίζεται στη διαχρονική πεποίθηση περί δίωξης του ελληνισμού από σκοτεινές δυνάμεις, η έτερη στη βεβαιότητα της ηθικής και διανοητικής ανωτερότητας της ελληνικής ψυχής, σε εκείνο το περίφημο δαιμόνιο που θα έλυνε όλα τα προβλήματα του σύμπαντος, αν οι εν λόγω σκοτεινές δυνάμεις δεν πάσχιζαν με τα γαμψά τους νύχια και τα σουβλερά τους δόντια να καλύψουν το φως του. Ε, ο κινηματογραφικός Καποδίστριας, όπως τον εμπνεύστηκε ο Σμαραγδής, είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένας Έλληνας υπερήρωας.

Ένας ακατάβλητος πρεσβευτής του ελληνικού δαιμονίου, στο πρόσωπο του οποίου συμπυκνώνονται όλα τα παραπάνω, με τον ίδιο τρόπο που ο Σούπερμαν αποτελεί τον ιδεώδη εκφραστή του αντίστοιχου αμερικανικού συνδρόμου. Ας μην ξεχνάμε ότι στην αμερικανική κουλτούρα οι υπερήρωες σταδιακά αντικατέστησαν θεούς και αγίους. Κι επειδή εδώ δεν έχουμε περάσει (ακόμα) σε αυτό το στάδιο, όσον αφορά την κινηματογραφική εκδοχή του Έλληνα πολιτικού, όπου διαβάζετε «υπερήρωας», βάλτε «άγιος».

Περιγράψαμε, λοιπόν, τι πρεσβεύει η ταινία, τώρα οφείλουμε να διαγνώσουμε πώς το πρεσβεύει, πώς εξυπηρετεί κινηματογραφικά αυτό το όραμά της ‒ το άλλο, βασικότερο σκέλος μιας κινηματογραφικής κριτικής. Το πρόβλημα, λοιπόν, του κατά Σμαραγδή Καποδίστρια –του κινηματογραφικού Καποδίστρια, το διευκρινίζουμε, γιατί δεν είναι σαφής η διάκριση στον σοσιομιντιακό όχλο‒ ξεκινά από το σενάριο. Καταρχάς, αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει θέση του δημιουργού πάνω στον βιογραφούμενο, τον προσεγγίζει χριστιανικά – είπαμε, ως άγιο, με τον προσηλωμένο Αντώνη Μυριαγκό να φέρει τη δέουσα πραότητα.

Για να υπηρετήσει αυτήν τη θέση, το σενάριο του Έλληνα δημιουργού κρίνει σοφό να συνδέει κάθε δεύτερη σκηνή τα έργα του ήρωα με τη θεία χάρη, πέφτοντας στην παγίδα της επανάληψης και υποτιμώντας ταυτόχρονα τη νοημοσύνη του θεατή, βάζοντας τους άλλους χαρακτήρες να αναφέρονται διαρκώς σε αυτήν τη χάρη και να εξυμνούν την ιδιοφυΐα του Καποδίστρια. Αλήθεια, χωρίς να βάλουμε στην εξίσωση την απουσία της διαλεκτικής –εκεί η ταινία ηττάται ολοκληρωτικά‒, τα παραπάνω δεν προκύπτουν με σαφήνεια από τα έργα του; Θεωρεί ο δημιουργός πως τα τελευταία είναι τόσο αδύναμα ή πως οι θεατές στην αίθουσα είναι τόσο αδαείς, που χρειάζονται έναν κομπέρ –ο χαρακτήρας του Νικόδημου‒ για να τους υπενθυμίζει διαρκώς πόσο τεράστιος είναι ο Καποδίστριας και πόσο μεγάλη έχει τη χάρη της Μεγαλόχαρης;

Και έστω ότι δεχόμαστε πως, λόγω της ένδειας της παραγωγής, που δεν δικαιολογεί πάντως τη μνημειώδη προχειρότητα της mise en scène, με τα αντικείμενα να παραμένουν στην ίδια θέση και με την ίδια όψη σε σκηνές που (υποτιθέμενα) απέχουν πολλά έτη μεταξύ τους, ο Σμαραγδής εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να δείξει τα έργα του ήρωα κι έπρεπε να τα αφηγηθεί με λόγια. Δεν θα έπρεπε, τότε, να πλάσει μια άλλου τύπου δραματουργία, αντί να προσφύγει στη συστηματική παράταξη σημαντικών γεγονότων που ως επί το πλείστον μένουν εκτός κάδρου; Δεν όφειλε να επινοήσει κάτι διαφορετικό από μια κινηματογραφική καταχώριση στη Wikipedia με λιγότερες λεπτομέρειες και καλλωπισμένη, ώστε να εξυπηρετεί το κινηματογραφικό (και, κατά τον σκηνοθέτη, εθνικό) αφήγημα; Δεν είναι σαν να είχε βάλει τρικλοποδιά στο εγχείρημα του πριν καν αυτό περάσει στο στάδιο της παραγωγής;

Με ένα σενάριο κατακερματισμένο, που λογαριάζει τη δοξολογία για δράμα, επόμενο είναι το αφηγηματικό momentum να μην κατακτάται ποτέ. Και αν προστεθεί η απουσία φίλτρου και μέτρου, με αναχρονιστικές παραθέσεις του Εθνικού Ύμνου και τον αρχικακό Μέτερνιχ να σπάει τον χαρακτήρα τρεις φορές και να παραδέχεται την

ανωτερότητα του αντιπάλου του και τη μελλοντική «ηθική» ήττα του, αν συνυπολογίσουμε και την έλλειψη γούστου σε ορισμένες περιπτώσεις–ενδεικτικά, το γράμμα του Βαγγελάκη, οι εμφανίσεις της «άυλης μορφής», η σκηνή με τον Πούσκιν, ο οποίος, σαν άλλος Ζέλιγκ, «ανάμεσα στους Έλληνες μιλάει ελληνικά»‒ και τη χρήση της μουσικής με λογική telenovela, ο «Καποδίστριας» είναι μια ταινία που μάλλον δεν αντέχει σε κριτική, τουλάχιστον για όσους βλέπουν σινεμά και δεν βρίσκονται εκεί μία φορά τον χρόνο.

Επειδή, όμως, βρισκόμαστε σε μια εποχή που, ανεξαρτήτως ιδεολογικών καταβολών, δεν μας νοιάζει το «πώς» αλλά το «τι», επειδή ο όσιος αλγόριθμος μάς έχει διδάξει να αποθεώνουμε όποιον συμφωνεί μαζί μας και επειδή σε δύο και πλέον αιώνες νεοελληνικής ιστορίας, αντί να αποτινάξουμε τα σύνδρομά μας, γαντζωνόμαστε πάνω τους, σαγηνευμένοι από έναν μεγαλοϊδεατισμό δίχως το παραμικρό έρεισμα στη σύγχρονη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, ο «Καποδίστριας» μπορεί να μην είναι το λαϊκό θέαμα που χρειαζόμαστε, ίσως, όμως, είναι εκείνο που μας αξίζει.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Τόνι Λιούνγκ δεν παίζει τη μελαγχολία· την αφήνει να τον κοιτάζει

Πολιτισμός / Ο Τόνι Λιούνγκ δεν παίζει τη μελαγχολία· την αφήνει να τον κοιτάζει

Με αφορμή το Silent Friend της Ίλντικο Ενιέντι, ο Τόνι Λιούνγκ μιλά για την παιδική εγκατάλειψη, τη σιωπή που έγινε κινηματογραφική γλώσσα, το In the Mood for Love και τη συνεργασία με τον Γουόνγκ Καρ Γουάι που τον έσωσε από την υπαρξιακή πλήξη.
THE LIFO TEAM
Ο Χρυσός Φοίνικας θα προκαλέσει μεγάλες συζητήσεις στο κοινό

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Ο Χρυσός Φοίνικας θα προκαλέσει μεγάλες συζητήσεις στο κοινό

Το είχαμε γράψει πως η επιλογή στο φετινό Φεστιβάλ Καννών επικεντρώνεται στον πόλεμο, και τώρα έρχονται οι τιμητικές διακρίσεις και σχεδόν όλες επιβραβεύουν συρράξεις και αναταραχές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Αυτό το καλοκαίρι θα θυμηθούμε τον Γιώργο Λούκο. Επιτέλους, για το καλό που έκανε

Οθόνες / Αυτό το καλοκαίρι θα θυμηθούμε τον Γιώργο Λούκο. Επιτέλους, για το καλό που έκανε

Το αποτύπωμα μιας εποχής μάς παραδίδει στο ντοκιμαντέρ «2005-2015: Στα χρόνια του Λούκου» ο σκηνοθέτης Ηλίας Γιαννακάκης, σε μια απόπειρα να αποκατασταθεί η φήμη ενός ανθρώπου με σπουδαίο έργο που πολεμήθηκε όσο λίγοι.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Kάννες 2026: Gay έρωτες που επιβιώνουν σε καιρούς πολέμου

Aνταπόκριση από τις Κάννες / Kάννες 2026: Gay έρωτες που επιβιώνουν σε καιρούς πολέμου

Το Coward, το Bola Negra και το The Man I Love είναι τρεις ταινίες του επίσημου διαγωνιστικού του Φεστιβάλ Καννών για τον έρωτα και τον πόλεμο, που αναδεικνύουν ιστορικά διλήμματα και απαγορευμένα μυστικά από το παρελθόν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Τιτανικός Ωκεανός: Ένα πολυεπίπεδο στοίχημα pop φαντασίας και ευάλωτου ψυχισμού

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Τιτανικός Ωκεανός: Ένα πολυεπίπεδο στοίχημα pop φαντασίας και ευάλωτου ψυχισμού

Στο ντεμπούτο της στη μεγάλου μήκους μυθοπλασία η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη μας προσκαλεί  στο σαγηνευτκό σύμπαν της, δραπετεύει με χάρη και δύναμη, οργανώνει τα σύμβολα, οργώνει τις θάλασσες και βουτά στην υπέρβαση, απνευστί. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας «Μινώταυρος» για Χρυσό Φοίνικα

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Ένας «Μινώταυρος» για Χρυσό Φοίνικα

Ο σπουδαίος Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ επιστρέφει με ένα υπαινικτικό αριστούργημα για τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, ενσωματώνοντας σε αυτό ιδιοφυώς την «Άπιστη Σύζυγο» του Κλοντ Σαμπρόλ.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Πικρές Γιορτές»: Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ αμφισβητεί τις προθέσεις του

Ανταπόκριση από τις Κάννες / «Πικρές Γιορτές»: Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ αμφισβητεί τις προθέσεις του

Ο σπουδαίος Ισπανός σκηνοθέτης επιστρέφει για 7η φορά στο Φεστιβάλ Καννών με έναν αυτοαναφορικό στοχασμό πάνω στα λανθασμένα κίνητρα και στη δεύτερη ευκαιρία μέσα από την καλλιτεχνική δημιουργία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Paper Tiger»: Μυστικά και ψέματα στις γειτονιές της Νέας Υόρκης

Ανταπόκριση από τις Κάννες / «Paper Tiger»: Μυστικά και ψέματα στις γειτονιές της Νέας Υόρκης

Μια σειρά από τραύματα κρύβει η ήσυχη καθημερινότητα μιας οικογένειας Αμερικανών εβραϊκής καταγωγής που μέχρι να μετακομίσει από το Κουίνς θα υποχρεωθεί να υποστεί σκληρή δοκιμασία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
PARALLEL TALES

Ανταπόκριση από τις Κάννες / «Παράλληλες Ιστορίες»: Η Ιζαμπέλ Ιπέρ σε ένα σοφιστικέ ψυχολογικό δράμα

Ο Ασγκάρ Φαραντί εμπνέεται από τον Κισλόφσκι φτιάχνοντας μια διεισδυτική, αν και αργοκίνητη ταινία παράλληλων ιστοριών πάνω στο αγαπημένο του θέμα της δυαδικότητας.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
TEENAGE SEX AND DEATH IN CAMP MIASMA ΟΡΓΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΙΝΕΦΙΛ HORROR ΜΕ ΤΗΝ ΤΖΙΛΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΟΝ

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Οργασμός και σινεφίλ horror με την Τζίλιαν Άντερσον

Μετά το «I saw the TV Glow», το Τζέιν Σέμπρουν έρχεται στις Κάννες με το «Teenage sex and death at Camp Miasma», ένα δοκίμιο πάνω στο slasher από τη σκοπιά του fan του είδους και με την προοπτική της queer ανατροπής.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πίτερ Τζάκσον, Το “Κακό Γούστο” δικαιώνεται στις Κάννες

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Πίτερ Τζάκσον: Το «Κακό Γούστο» δικαιώνεται στις Κάννες

O Aμερικανός κινηματογραφιστής έλαβε τον τιμητικό Χρυσό Φοίνικα για το σύνολο της καριέρας του, μια διάκριση που, όπως είπε ο ίδιος χαριτολογώντας, δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα έπαιρνε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Τζένη Τζένη»: Σαν να μην πέρασε μια μέρα

The Review / «Τζένη Τζένη»: Σαν να μην πέρασε μια μέρα

Αναμενόμενη και δικαιολογημένη η μεγάλη επιτυχία της παράστασης που ανεβάζει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ο Νίκος Καραθάνος. Η Βένα Γεωργακοπούλου κουβεντιάζει με τον Χρήστο Παρίδη για το δύσκολο σκηνικό εγχείρημα, θυμούνται το παλιό ελληνικό σινεμά αλλά και το θρυλικό συγγραφικό δίδυμο Γιαλαμά-Πρετεντέρη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Οθόνες / «Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το βραβευμένο λογοτεχνικό έργο γίνεται ταινία από τον Αλέξανδρο Βούλγαρη. Η LiFO βρέθηκε στα γυρίσματα και στην κοινή τους συνέντευξη, μητέρα και γιος, μιλούν για τη συνεργασία τους και τη μεταφορά του στον κινηματογράφο.
M. HULOT