Καλησπέρα, κύριε Παπαστεφάνου

Καλησπέρα, κύριε Παπαστεφάνου Facebook Twitter
Ένα κερί ζωγραφισμένο σε ένα τοίχο σπιτιού στην Ύδρα, κοντά στο σημείο όπου ο κύριος Παπαστεφάνου γνώρισε την Αρλέτα.
0


ΚΑΤΑΡΧΑΣ, ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΑΠΟΛΟΓΗΘΩ
που χθες στο τηλέφωνο σε αποκαλούσα Στάθη. Βέβαια, πρέπει να παραδεχθούμε πως το Στάθης δεν είναι άσχημο όνομα. Το Ευθύμης είναι επίσης μια χαρά, αν και προτιμώ το Ευθύμιος. Το Θύμιος ή το Μάκης δεν θα τα σχολιάσω καν. Αυτήν τη λεμονάδα μην την αφήνεις μπροστά μου, πάρ’ την μπροστά σου για να ξεκινήσουμε. Λοιπόν. Γεννήθηκα στην Αθήνα στις 13 Μαΐου του 1941. Ο πατέρας μου ήταν εργοστασιάρχης. Μαζί με τον αδερφό του κι έναν ακόμα κύριο είχαν ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε μπαταρίες. Το λογότυπο είχε για σήμα έναν τίγρη και η επωνυμία ήταν Tiger. Ήταν ανθούσα η επιχείρηση κι αυτό για μένα ήταν ένας εφιάλτης, καθώς σήμαινε πως θα έπρεπε να διαδεχθώ τον πατέρα μου σ’ αυτήν τη δουλειά κι εγώ δεν ήθελα καθόλου. Δεν είχα ποτέ καμία σχέση ούτε με μαθηματικά, ούτε με φυσική, ούτε με χημεία. Σε αυτά τα μαθήματα ήμουν ο τελευταίος της τάξης. Σχολείο πήγα στο Βαρβάκειο. Η αδερφή μου πήγε στις καλόγριες, στο Σεν Ζοζέφ, οπότε δεν είχαμε κοινές παρέες. Εγώ διάβαζα πολύ, παρόλο που με ταλαιπωρούσε η μυωπία, αλλά διάβαζα μόνο πράγματα που θεωρούσα χρήσιμα. Λογοτεχνία για παράδειγμα. Οι γονείς μου ήταν και οι δυο εξαιρετικοί και πολιτισμένοι. Θα τους ευγνωμονώ για πάντα γιατί δεν επενέβησαν ποτέ στη ζωή μου. Ποτέ. Να φανταστείς, όταν ως έφηβος είχα αρχίσει να έχω την προσωπική μου αλληλογραφία, άφηνα πάντα τα γράμματα εκτεθειμένα πάνω στο γραφείο μου κι όταν με ρωτούσε ένας φίλος μου πώς και δεν φοβάμαι μήπως διαβάσει η μητέρα μου κάποιο γράμμα, εγώ του έλεγα πως δεν φοβάμαι γιατί αν τα διαβάσει, με αυτά που θα μάθει θα τιμωρηθεί για την περιέργειά της. Δεν χρειάστηκε ποτέ να κλειδώσω την πόρτα του δωματίου μου, ξέρεις. Ακόμα έχω στο αυτί μου τον ήχο του χτυπήματος της πόρτας του δωματίου μου – πάντα ο πατέρας κι η μητέρα μου χτύπαγαν την πόρτα προτού μπουν κι αυτό ήταν αυτονόητο. Μας είχαν μάθει πως πάντα πρέπει να ζητάμε την άδεια για να μπούμε στον προσωπικό χώρο κάποιου (παύση), κι αυτό είναι κανόνας. Αυτό το έμαθα από τόσο μικρός, που μου έγινε δεύτερη φύση. Φαντάσου, στην ΕΡΤ πολλά χρόνια αργότερα υπήρχαν φορές που ακόμα και βγαίνοντας από κάποιο γραφείο χτύπαγα την πόρτα από συνήθεια. Και γελούσα μόνος μου. Ναι, οι γονείς μου επίσης δεν με ρώτησαν ποτέ ποιοι ήταν οι φίλοι μου που μπαινόβγαιναν στο σπίτι ή ποια ήταν τα πολιτικά τους φρονήματα. Ήταν όλα τόσο ανεξίθρησκα μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Παίρναμε τρεις εφημερίδες κάθε μέρα και ρώτησα μια φορά τον πατέρα μου γιατί παίρνουμε τρεις εφημερίδες, αφού οι ειδήσεις είναι οι ίδιες, και μου απάντησε «για να δεις πως δεν είναι ίδιες». Και δεν χρειάστηκε να μου κάνουν πολλές νουθεσίες. Ό,τι πήρα απ’ αυτούς, το πήρα γιατί το έβλεπα να συμβαίνει και να υπάρχει μπροστά μου μέσα στο σπίτι. Και το βασικό που μου δίδαξαν αυτοί οι δυο άνθρωποι είναι το μέτρο (παύση), το πού να σταματάς προτού γίνεις γελοίος δηλαδή. Αυτό ήταν μεγάλο εφόδιο. Η μητέρα μου ήταν μια πάρα πολύ γοητευτική κυρία. Όταν τη ρωτούσα αν ήταν όμορφη στα νιάτα της, μου έλεγε πως δεν ήταν όμορφη αλλά ήταν κομψή. Ήταν ψηλή και καθόλου εύσωμη, αδύνατη έως το τέλος της ζωής της. Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ όμορφος άντρας, λεβέντης, πολύ ψηλός, ούτε αδύνατος ούτε παχύς. Κανονικός.

Η μοναδική στιγμή που θυμάμαι να τον ενθουσιάζει κάτι που συνέβαινε στη δική μου ζωή ήταν όταν του ανακοίνωσα ότι η πρεσβεία θα με έστελνε στην Αμερική για έναν μήνα. Είχε χαρεί πάρα πολύ. Σε εκείνο το ταξίδι στη Νέα (παύση) Ορλεάνη ένας πάστορας της εκκλησίας με παρουσίαζε στο πλήρωμα ως επίσημο καλεσμένο, όταν αισθάνθηκα ξαφνικά κάτι να πετάει, κάτι να φτερουγίζει δίπλα μου, κάτι περίεργο, και σκέφτηκα πως πέθανε ο πατέρας μου και κοίταξα το ρολόι μου για να θυμάμαι τι ώρα ήταν. Όταν αργότερα πήρα τηλέφωνο τη μητέρα μου, μου είπε ότι πράγματι είχε πεθάνει ο πατέρας μου τη συγκεκριμένη ώρα. Δεν κατάφερα να πάω στην κηδεία. Πόσο περίεργο· αυτό το ταξίδι που του είχε προσφέρει τόση χαρά συνέπεσε με τον θάνατό του. Η οικογένεια της μητέρας μου ήταν οι άνθρωποι που προσέφεραν στη Ρόδο τα δύο της γυμνάσια, το Καζούλλειο και το Βενετόκλειο, ενώ πρώτος ξάδερφος του πατέρα μου ήταν ο πατριάρχης Αλεξανδρείας και Κωνσταντινούπολης Μελέτιος Μεταξάκης, o οποίος ήταν εκείνος που εισήγαγε το σύγχρονο ημερολόγιο. Τον αποκαλούσαν «Βενιζέλο της Ορθοδοξίας», θυμάμαι. To σπίτι που μεγάλωσα ήταν σε μια τριώροφη πολυκατοικία ανάμεσα στην πλατεία Καραϊσκάκη και στην πλατεία Μεταξουργείου, στην οδό Κολωνού. Αριθμός 67. Το σπίτι ήταν 140 τ.μ., το σαλόνι και η καλή τραπεζαρία, εκεί δηλαδή που τρώγαμε όταν είχαμε καλεσμένους, έβλεπαν στην οδό Κολωνού. Το δικό μου δωμάτιο επίσης έβλεπε μπροστά στην Κολωνού. Το σπίτι είχε επίσης έναν μεγάλο διάδρομο που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιο των γονιών και της αδερφής μου και, θυμάμαι, ενδιάμεσα ήταν η κουζίνα. Μπροστά περνούσε το τραμ το 11, το οποίο έκανε πολύ θόρυβο, αλλά εμένα δεν με ενοχλούσε καθόλου γιατί το είχα συνηθίσει. Στο δωμάτιό μου στους τοίχους υπήρχαν κάδρα, όχι αφίσες, ποτέ αφίσες. Αλλά τι απεικόνιζαν τα κάδρα δεν θυμάμαι. Τα εικαστικά είναι από τις λίγες μορφές τέχνης που δεν με συγκινούσαν πότε ιδιαίτερα. Το 1969 φύγαμε από το σπίτι της οδού Κολωνού και ήρθαμε σε ένα άλλο σπίτι στην οδό Αντήνορος στον αριθμό 10. Στο Παγκράτι. Χρόνια μετά αγόρασα κι εγώ το δικό μου σπίτι στον ίδιο δρόμο. Σ’ αυτόν εδώ τον δρόμο δηλαδή ζω εδώ και 57 χρόνια.

Η καταγωγή του πατέρα μου, Κώστα Παπαστεφάνου, ήταν από το Ηράκλειο της Κρήτης και της μητέρας μου, Μαίρης Παπαστεφάνου, από τη Ρόδο. Αγαπώ και τα δυο αυτά νησιά, αλλά με τη Ρόδο συνδέθηκα περισσότερο από πολύ νωρίς, γιατί στην Ιαλυσό, που εμείς τη λέγαμε Τριάντα, υπάρχει ένα υπέροχο νεοκλασικό σπίτι στο οποίο πέρασα όλα τα παιδικά και αρκετά από τα μετέπειτα καλοκαίρια μου. Το σπίτι ανήκε στον παππού μου και χτίστηκε το 1909. Όχι, το 1911. Αυτό που σου λέω είναι περιττό, αλλά σ’ το λέω για να καταλάβεις περίπου την ατμόσφαιρα αυτού του σπιτιού. Ο κήπος του σπιτιού είχε πέντε τεράστιες κουκουναριές. Εκεί, σ’ αυτόν τον κήπο, ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά η μυωπία μου. Το έδαφος κάτω ήταν γεμάτο κουκουνάρια. Εγώ μαζί με κάτι άλλα παιδιά αποφασίσαμε να μαζέψουμε τα πεσμένα κουκουνάρια. Οι χούφτες των άλλων παιδιών ήταν συνέχεια γεμάτες, ενώ οι δικές μου πάντα άδειες. Μία από τις αδερφές της γιαγιάς μου, η Αγλαΐα Κάσδαγλη, μητέρα του συγγραφέα Νίκου Κάσδαγλη και του Μανώλη Κάσδαγλη, ιδρυτή του ΜΙΕΤ, παρακολουθούσε την (παύση) απέλπιδα προσπάθειά μου εκείνη τη μέρα και είπε στη μητέρα μου: «Το παιδί δεν βλέπει, να το πας στον οφθαλμίατρο». Γυρνώντας, λοιπόν, πίσω στην Αθήνα μετά τις διακοπές –όπου παρεμπιπτόντως επιστρέψαμε με ένα στρατιωτικό αεροπλάνο, καθώς είχε ξεσπάσει χολέρα στην Αλεξάνδρεια και καράβι δεν περνούσε απ’ τη Ρόδο–, με πήγαν στον γιατρό και μου βρήκε έξι βαθμούς μυωπία. Η οδηγία που δόθηκε στους γονείς μου ήταν να μη μου επιτρέπουν να διαβάζω, αλλά εγώ διάβαζα. Φόρεσα αμέσως γυαλιά. Αλλά ακόμα και με τα γυαλιά, ποτέ στη ζωή μου δεν έβλεπα 10/10. Χρόνια μετά, το 1962 νομίζω, ένας φίλος φίλου που είχε έρθει από το Παρίσι για να του δείξω την Αθήνα, με είδε με τα μυωπικά γυαλιά και με ρώτησε γιατί δεν φοράω φακούς. Εγώ τότε δεν ήξερα τι ακριβώς είναι οι φακοί επαφής. Έψαξα, ρώτησα και ανακάλυψα πως υπήρχαν μόνο δύο άνθρωποι που προμήθευαν στην Αθήνα φακούς. Η Βεατρίκη Μαγουλά και ο αδερφός της Διαμαντής Παπαδιαμαντόπουλος στην Ερμού. Πήγα στον Διαμαντή και πήρα. Όταν άρχισα να κάνω τηλεόραση, όμως, μου είπαν να φοράω γυαλιά, γιατί θεωρούσαν πως μου έφτιαχναν το τηλεοπτικό μου προφίλ κι έτσι αναγκαστικά έπρεπε να φοράω γυαλιά ενώ ταυτόχρονα φορούσα και φακούς. Τα γυαλιά δεν είχαν βαθμούς μυωπίας, ήταν απλά σκέτα τζάμια. Διακοσμητικά.  

— Γιώργο, υπάρχει κάποιος στίχος λαϊκού τραγουδιού που να σε συγκινεί ιδιαίτερα;
Όχι, δεν ξέρω, είναι πολλοί, δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος που μπορώ να αναφέρω. Ξέρεις, η πρώτη εκπομπή που ασχολήθηκε με το είδος της λαϊκής μουσικής ήταν της Φραγκίσκης Ψαχαροπούλου-Καρόρη με τίτλο «Τραγούδια που σας αρέσουν». Σήμα της εκπομπής ήταν η «Αρχόντισσα» από τις «Έξι λαϊκές ζωγραφιές» του Χατζιδάκι. Έτσι γνώρισα το λαϊκό τραγούδι και έτσι προσπάθησα να του συμπεριφερθώ σε όλη μου τη ζωή. Με κομψότητα. Αυτήν τη λέξη εγώ τη σέβομαι πολύ. Στα μπουζούκια άρχισα να πηγαίνω από το ’62 και μετά. Γνώρισα τον Μπάμπη και τον Σπύρο, παιδιά μεγαλωμένα στον Πειραιά, οι οποίοι πήγαιναν τακτικά στα μπουζούκια και πήγαινα κι εγώ μαζί τους. Ο Σπύρος με πήγε πρώτη φορά να ακούσω στα Δειλινά τη Μοσχολιού. Εκεί γνώρισα αυτό το μαγικό πλάσμα για πρώτη φορά. Και μετά αρχίσαμε να πηγαίνουμε στα σκυλάδικα. Υπήρχε στις Τζιτζιφιές ένα κέντρο που λεγόταν «Ο Γλάρος» και το είχε ένας ταβερνιάρης που δεν θυμάμαι το όνομά του, και εκεί τραγουδούσε ο Δημήτρης Ευσταθίου. Αυτός ήταν το αστέρι του κέντρου. Ο Σπύρος και ο Μπάμπης, κάθε φορά που πηγαίναμε, χορεύανε ένα υπέροχο χασάπικο οι δυο τους. Δεν μπορούσες να πάρεις το βλέμμα σου από πάνω τους όταν χόρευαν αυτοί οι δυο χασάπικο. Όλο το μαγαζί σάστιζε. Γίναμε τρόφιμοι στον Γλάρο, μια εποχή μας έβρισκε το ξημέρωμα πάντα εκεί. Και γενικώς τότε είχαμε ξαμοληθεί σε όλα τα μπουζουξίδικα στο Πέραμα, στα Πατήσια, στη Λιλή, μια υπέροχη ταβέρνα που μάζευε όλες τις λεσβίες. Και η Μπέλλου πήγαινε συχνά εκεί. Κι όταν χόρευε η Λιλή ζεϊμπέκικο, όλοι οι άντρες κάνανε στην άκρη. Τώρα πια, όπως φαντάζεσαι, δεν κάνω πια την κοινωνική ζωή που έκανα κι αυτό το ξέρουν κι οι φίλοι μου κι αποφεύγουν να με καλούν. Επίσης, πολλοί φίλοι μου έχουν πια πεθάνει. Ο Κώστας, ο Νίκος, η Αρλέτα, ο Σπανός μού λείπουν. Οι άνθρωποί μου, οι φίλοι μου. Δυο χαρακτηριστικά ζητούσα μόνο στους ανθρώπους όλη μου τη ζωή. Το ένα είναι το χιούμορ και το άλλο είναι η ευαισθησία.

Ο Σπανός έλεγε πάντα για μένα, που δεν είχα σχέση με το αλκοόλ, ότι πατούσα ένα κουμπί και πέρναγα καλά, ενώ ο Γιαννάκης ήθελε το ουισκάκι του για να περάσει καλά. Εγώ το ουίσκι το σιχαινόμουν. Βερμούτ μπορεί να έπινα ή κρασάκι, αλλά πάντα σε δόσεις ελεγχόμενες. Χασίς δοκίμασα μια φορά, αλλά δεν μου άρεσε. Με το φαγητό επίσης δεν έχω ιδιαίτερη σχέση. Δεν ξέρω να μαγειρεύω. Κι από φαγητά, τρώω τα πάντα. Ίσως το μόνο που αποφεύγω είναι τα πουλιά, τα λυπάμαι, είναι ωραίο το κυνήγι, αλλά τα λυπάμαι τα πουλιά. Τα σαλιγκάρια μ’ αρέσει να τα τρώω – μ’ αρέσει πιο πολύ όμως η διαδικασία παρά η γεύση τους. Αν ήμουν εκατομμυριούχος, δεν ξέρω σε τι θα ξόδευα τα λεφτά μου. Δεν έχω ακριβά γούστα ούτε απωθημένα. Δεν με ενδιαφέρει να πηγαίνω Σαββατοκύριακα στη Νέα Υόρκη. Ούτε σινιέ ρούχα ήθελα να αγοράζω. Τίποτε απ’ όλα αυτά. Ο τρόπος ζωής των νεόπλουτων μού φαίνεται απεχθής. Η επιδειξιομανία των ανθρώπων με απωθεί. Γι’ αυτό κατέληξα στα πουλόβερ και στα πουκάμισα. Γιατί βαριόμουν πάντα πάρα πολύ τα μαγαζιά, τα δοκιμαστήρια, όλα αυτά. Αφού χρειάζεται για τη δουλειά μου να έχω πέντε πουλόβερ, ήθελα να έχω πέντε πουλόβερ, αλλά μέχρι εκεί. Φοβάμαι το μέλλον, φοβάμαι αυτό που έρχεται και δεν το ξέρω. Φοβάμαι αυτό που δεν εξαρτάται από μένα, αυτά τα μικρά πράγματα που μπορεί να αλλάξουν τα πάντα, να αλλάξουν τη ζωή μου. Πολλές φορές περπατάς, αλλάζεις πεζοδρόμιο κι αλλάζει τη ζωή σου. Αυτό είναι τρομακτικό. Και με τη θάλασσα δεν τα έχω πολύ καλά. Κολυμπούσα πάντα για λόγους υγείας, αλλά τη θάλασσα δεν την αγαπώ, τη φοβάμαι. Το άγριο του βυθού με τρομάζει πάρα πολύ. Τώρα πια, λόγω της μειωμένης όρασης και επειδή έχω χορτάσει εξόδους, δεν πολυβγαίνω και δεν ταξιδεύω. Με καλύπτει το Ξυλόκαστρο που είναι κοντά και που το αγαπώ πολύ. Όταν δεν γίνεται αλλιώς, γυρνάω σελίδες. Αυτό κάνω. Δεν τσακώνομαι με τους ανθρώπους και δεν είμαι εριστικός, μόνο αμύνομαι. Τότε μόνο μπορεί να υψώσω τον τόνο της φωνής μου, αν και πια η φωνή μου δεν με βοηθάει. Τώρα πια δεν βρίζω καθόλου. Δεν αντέχω την ασυνέπεια και δεν αντέχω τους ανθρώπους που είναι φανατικοί. Δεν έχω υπάρξει ποτέ στη ζωή μου ανταγωνιστικός. Κι αυτό γιατί η προσπάθεια να εξέχεις απ’ τους άλλους ή να τους προσπερνάς μού φαίνεται πολύ κουραστική. Επίσης, εξαιτίας της μυωπίας μου, πολλές φορές ανθρώπους με τους οποίους έχω συγκρουστεί μπορεί να μην τους γνωρίσω και να τους αγκαλιάσω, οπότε αυτό περιπλέκει τα πράγματα. Γελάω και γελάνε κι εκείνοι. Το μόνο που πάντα ήθελα ήταν να μην ντρέπομαι γι’ αυτό που έχω κάνει. Ξυπνάω κάθε μέρα στις 6 το πρωί κι άμα ξυπνήσω πρέπει να σηκωθώ. Δεν μπορώ να κάθομαι ξύπνιος στο κρεβάτι. Κι υστέρα, θα πιω γάλα και νεσκαφέ. Και δυο φρυγανιές – αυτό είναι το πρωινό μου. Η μόνη σοβαρή κατάχρηση που έκανα στη ζωή μου ήταν το τσιγάρο. Γι’ αυτό έπαθα καρκίνο του λάρυγγα. Κάπνιζα 4 πακέτα τη μέρα από το 1959 έως το 2001. Το έκοψα πάρα πολύ εύκολα. Κάποια στιγμή, σίγουρος πια ότι το έχω κόψει, άρχισα να ανάβω τσιγάρα αλλωνών. Για έναν φίλο που οδηγούσε το αυτοκίνητο, για παράδειγμα. Και ξεκίνησα ξανά να καπνίζω. Όταν πια το συνειδητοποίησα πως είχα εθιστεί ξανά, το έκοψα οριστικά. Και τώρα πια το ξέρω καλά. Δεν θα δοκίμαζα ποτέ ξανά να ανάψω τσιγάρο αλλουνού. Ποτέ.

— Γιώργο, υπάρχει κάποιος στίχος λαϊκού τραγουδιού που να σε συγκινεί ιδιαίτερα;
Ναι, υπάρχει. «Όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή, σαν λουλούδι, κάποιο χέρι, θα μας κόψει (παύση) μιαν αυγή». 

Μουσική
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι πρώτες ελληνικές AI περσόνες στην trap και το hip hop

Μουσική / Οι πρώτες ελληνικές AI περσόνες στην trap και το hip hop

Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τον ήχο και την αισθητική της ελληνικής μουσικής σκηνής. Η Alina (4LINA) και η Roselune Everly είναι οι πρώτες ελληνικές AI περσόνες στην trap και το hip hop, που δημιουργούν μουσική με συναίσθημα και αναδεικνύουν πώς η τεχνολογία μπορεί να συνυπάρξει με την ανθρώπινη έκφραση.
ΜΙΝΑ ΚΑΛΟΓΕΡΑ
ENRICO SANGIULIANO INTERVIEW

Μουσική / Enrico Sangiuliano: «Μπορώ να διαμορφώσω ήχους που δεν υπάρχουν»

O μουσικός παραγωγός που έχει βραβευτεί τρεις συνεχόμενες χρονιές ως best-selling techno artist, με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του, μιλάει για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη μουσική, σαν να βάζει «τάξη στο χάος».
ΦΩΦΗ ΤΣΕΣΜΕΛΗ
O Πασχάλης Τερζής δεν προκάλεσε ποτέ, ούτε έβλαψε κανένα

Μουσική / O Πασχάλης Τερζής δεν προκάλεσε ποτέ, ούτε έβλαψε κανένα

Ένας από τους σημαντικότερους λαϊκούς τραγουδιστές μίλησε στη LiFO λίγο πριν αποσυρθεί από το τραγούδι. Με αφορμή τις ανακοινώσεις για την επιστροφή του αναδημοσιεύουμε μια σπάνια συνέντευξη.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΪ́ΤΗΣ
Οι Hume Assine έφτιαξαν ένα dance κομμάτι που το διαμορφώνεις όπως θες!

Μουσική / Οι Hume Assine έφτιαξαν ένα dance κομμάτι που το διαμορφώνεις όπως θες!

Το «For those dancing alone in their apartment» είναι ένα μουσικό πείραμα για όσα άτομα ψάχνουν ευκαιρία να ξεφύγουν, χορεύοντας μόνα στο σαλόνι, στην κουζίνα, στο υπνοδωμάτιο, ανάλογα με τη διάθεσή τους και για όσο το επιθυμούν.
M. HULOT