«Είμαι υλίστρια, έχω τον φόβο ότι θα πεθάνω στην ψάθα»

Τι σημαίνει να γίνεσαι από κορίτσι γυναίκα; Facebook Twitter
Το πλάσμα της «Συνθετικής Ορμόνης» της Κατερίνας Παπαντωνίου μεγαλώνει. Μπαίνει σ’ έναν άλλο κόσμο. Της λένε «είσαι κορίτσι». Και, ενήλικη πλέον, μιλάει για το σήμερα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
0


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΑΓΜΑ που πρόσεξα στο τελευταίο βιβλίο της δικηγόρου και συγγραφέως Κατερίνας Παπαντωνίου είναι η επιθυμία για γλωσσική ακρίβεια. «Αυτό που δουλεύω πάρα πολύ, αυτό που με ιντριγκάρει, είναι η γλώσσα. Η πρόταση, το πόσες φορές θα την αλλάξω. Επειδή η γλώσσα είναι αυτή που με ερεθίζει και με προκαλεί να γράψω, γι’ αυτό διαβάζω πολλή ποίηση. Εκεί βρίσκεται η γλώσσα», θα μου πει η ίδια στη συνάντησή μας.

Η «Συνθετική Ορμόνη» είναι ένα μυθιστόρημα σε 22 επεισόδια που αφηγείται το ταξίδι ενηλικίωσης μιας γυναίκας. Διαβάζουμε για τη δύσκολη μετάβαση από μια ελεύθερη παιδική ηλικία σε μια περιοριστική ενηλικίωση που γίνεται απότομα «έμφυλη», για το σώμα που αλλάζει, φαρδαίνει και περιέχει τον προηγούμενο εαυτό του, για τον έρωτα ως μέρος και όχι ως σκοπό της ζωής. Η γυναίκα που πρωταγωνιστεί μοιάζει πολύ οικεία, κι αυτό γιατί ζει και κινείται στην Αθήνα και οι διαδρομές της ζωής της είναι διαδρομές δικές μας.

Η Κατερίνα Παπαντωνίου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Η «Συνθετική Ορμόνη», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, είναι το τρίτο της βιβλίο. Συναντιόμαστε σ’ ένα καφέ του κέντρου και γίνεται αμέσως σαφές ότι πρόκειται για μια συγγραφέα που είναι βαθιά πολιτικό ον. Η αφήγηση της προσωπικής της πορείας είναι επίσης αφήγηση σημαντικών πολιτικών στιγμών της Ελλάδας, από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.

«Πριν από την καταγραφή, η πραγματικότητα δεν υφίσταται. Πριν από την αίσθηση, δεν μπορείς καν να τη συλλάβεις. Υπάρχει με συγκεκριμένο τρόπο μόνο όταν ανιχνεύεται, ζει σ’ έναν κόσμο δυνατοτήτων».

— Κατερίνα Παπαντωνίου, Συνθετική Ορμόνη

«Είναι θέμα οπτικής η γυναικεία γραφή. Είναι το να γράφεις με συνείδηση του φύλου σου και της θέσης σου στον κόσμο. Είναι το να γράφεις με συνείδηση ότι στατιστικά είσαι πλειοψηφία, ενώ είσαι ταυτόχρονα μειονότητα».

― Γιατί, λοιπόν, «Συνθετική Ορμόνη»;
Το βιβλίο εμπεριέχει, ως σύνθεση και ως υλικό, το θέμα της κατασκευής. Πώς το όμορφο αλλά σκληρό παιδικό φόρεμα με πιέζει στον λαιμό κι εγώ θέλω να το σκίσω και να πάω να κάνω τραμπάλα. Πώς τα τακούνια μού καταστρέφουν τον σκελετό αλλά παρά ταύτα τα φοράω. Καταπιάνεται με την έννοια της κοινωνικής κατασκευής: τι σημαίνει «είμαι γυναίκα», τι σημαίνει «είμαι δικηγόρος», τι σημαίνει «στρέιτ». Τι περιμένω από το αρσενικό που έχω απέναντί μου, είτε είναι ο άντρας μου, είτε ο γκόμενός μου, ο πατέρας μου, ο γιος μου. Περιμένω κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που περιμένω από μια γυναίκα; Αυτό είναι κοινωνική κατασκευή. Επίσης, με τη «Συνθετική Ορμόνη» ένα στοίχημα ήταν αν μπορώ να γράψω μια ευχάριστη ερωτική ιστορία, έστω και μίνι. Για μένα είναι τεράστια επιτυχία ότι την έγραψα.

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ:
Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου, 
Συνθετική ορμόνη, 
εκδόσεις Καστανιώτη

― Το βιβλίο είναι γραμμένο σε επεισόδια. Αφήνεται και σ’ εμάς, το αναγνωστικό κοινό, η ερμηνεία της αφήγησης. Πώς πήρες αυτή την απόφαση για τη δομή;
Σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα βιβλία μου, στη «Συνθετική Ορμόνη» δεν είχα κάποιο πρόγραμμα για το τι θα γράψω. Έγραφα επεισόδια προσηλωμένη στην ενσώματη νοημοσύνη. Γι’ αυτό και ξεκινάω με το οχτάχρονο. Είναι ένα παιδί ελεύθερο, που τρέχει, παίζει. Τα όρια που έχει είναι μόνο το τι ώρα θα γυρίσει η μαμά στο σπίτι για να μαζευτεί. Σιγά-σιγά, το πλάσμα αυτό μεγαλώνει. Μπαίνει σ’ έναν άλλο κόσμο. Της λένε «είσαι κορίτσι». Και, ενήλικη πλέον, μιλάει για το σήμερα.

― Κάθε φορά που μια γυναίκα γράφει ένα βιβλίο, αρχίζει η κουβέντα για τη γυναικεία γραφή, είτε σε κριτικές, είτε σε βιβλιοπαρουσιάσεις, είτε στο προωθητικό υλικό του βιβλίου. Πώς ορίζεις εσύ τη «γυναικεία γραφή»;
Ως γυναίκα, παράγεις ένα σημαντικό κομμάτι του εθνικού πλούτου κι αυτό δεν καταγράφεται πουθενά, δεν έχεις εισόδημα απ’ αυτό, δεν έχεις ένσημα. Άλλο η αγάπη κι άλλο η φροντίδα ως υπηρεσία. Μπορεί να σ’ αγαπάω ως φίλη μου, αλλά αν αρρωστήσεις και έρθω να σε περιποιηθώ, αυτό είναι μεν αγάπη, αλλά είναι και χρόνος. Σκέψου τώρα πόσες δομές δεν υπάρχουν. Δομές για να μεγαλώσουν τα παιδιά μας, για περίθαλψη, για φροντίδα στους ηλικιωμένους ή σε ανθρώπους με βαριά προβλήματα υγείας. Επομένως, το θέμα του τι είναι η «γυναικεία γραφή» για μένα είναι ένα θέμα που υπάρχει εδώ, στο μικρό μας γαλατικό χωριό, στο εξωτερικό αυτά τα έχουν λύσει. Είναι θέμα οπτικής η γυναικεία γραφή. Είναι το να γράφεις με συνείδηση του φύλου σου και της θέσης σου στον κόσμο. Είναι το να γράφεις με συνείδηση ότι στατιστικά είσαι πλειοψηφία, ενώ είσαι ταυτόχρονα μειονότητα.

― Οι συγγραφείς πλέον δεν είναι απλώς ονόματα στα βιβλιοπωλεία. Είναι πρόσωπα που ακολουθούμε στα social media, μπορεί να γινόμαστε φίλοι, μπορούμε να πιάνουμε συζήτηση. Η πρόσβαση που έχουμε σ’ αυτούς μάς κάνει ν’ αναρωτιόμαστε μονίμως αν μπορούμε να διαχωρίσουμε τις απόψεις τους απ’ το έργο τους. Εσύ τι γνώμη έχεις;
Αυτό το ερώτημα είναι δύσκολο όταν είμαστε σύγχρονοι. Γιατί μπορεί ο συγγραφέας να είναι και δημόσιο πρόσωπο με επιρροή. Η λογοτεχνία εγγράφεται στη δημόσια Ιστορία. Είναι πηγή της Ιστορίας που πρόκειται να ακολουθήσει. Εάν ο σύγχρονος συγγραφέας, λοιπόν, έχει απόψεις που για μένα είναι αποκρουστικές, βάλλει εναντίον του ανθρώπου, είναι «εντεταλμένος» διανοούμενος, για μένα είναι δύσκολο να βρω την ψυχραιμία. Όμως η χρονική απόσταση βοηθάει. Μας βοηθάει ίσως και το να μη γνωρίζουμε τον συγγραφέα. Κάτι που έμαθα πρόσφατα και στενοχωρήθηκα πάρα πολύ ήταν για τον Πάμπλο Νερούδα, ότι ήταν ένας κακός άνθρωπος, ότι μισούσε το παιδί του. Εκεί απογοητεύτηκα.

― Eίσαι ένας άνθρωπος που όχι μόνο γράφει το 2025, αλλά είναι και δικηγόρος το 2025. Με αυτά τα δεδομένα, ποια είναι η στάση σου απέναντι στην κουλτούρα της ακύρωσης;
Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να την καταλάβω καλά. Δεν την έχω χωνέψει καλά. Γεννήθηκα το 1965 και οι αλλαγές της τελευταίας δεκαετίας υπερβαίνουν την ταχύτητα του φωτός, οπότε όλα αυτά καλούμαστε σε μεγάλη ηλικία να τα επεξεργαστούμε. Λες «παιδιά, τι γίνεται τώρα εδώ;». Διάβασα, για παράδειγμα, πρόσφατα ένα άρθρο για το περίφημο βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι, το «Δέκα μικροί νέγροι». Έγραφε ότι ο διαχειριστής των δικαιωμάτων θα αλλάξει τον τίτλο και θα αλλάξει ό,τι ενοχλεί. Εδώ, ας πούμε, τι να σου πω; Πρώτα-πρώτα, είναι θέμα πρόσληψης. Δεν πιστεύω ότι το να διαβάσω το βιβλίο θα μου αναμοχλεύσει ρατσιστικά αισθήματα, γιατί νομίζω ότι δεν έχω. Σίγουρα, η cancel culture θα θίξει τους αδύναμους.

― Πώς το εννοείς;
Θα θίξει έναν άνθρωπο που δεν έχει κυρίαρχη θέση στον ψηφιακό μας κόσμο. Θα σου πω τι μου θυμίζει. Τον χειμώνα δεν είχε βγει μια φανταστική ταινία για έναν Μεξικανό μαφιόζο που έκανε φυλομετάβαση, το «Emilia Perez»; Eγώ αυτό το πρόσωπο το ερωτεύτηκα. Η συγκεκριμένη πρωταγωνίστρια, που εκτιμώ ότι δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία, έπρεπε να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι βγήκαν στην επιφάνεια παλιά της tweets για ένα σωρό πράγματα. Ε, δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο. Δεν ήθελαν ένας άνθρωπος που έχει κάνει φυλομετάβαση να πάρει Όσκαρ, γιατί ήταν οσκαρική ερμηνεία. Θες και Όσκαρ; Κάτσε, καλή μου.

― Τι πιστεύεις πως έχει αλλάξει με ταχύτητα φωτός;
Αναφέρομαι στην ψηφιοποίηση της ζωής μας. Ως δικηγόρος, δουλεύω από το 1991. Μέχρι το 2019, το 70% της δουλειάς μου ήταν η επαφή με τον πελάτη και το γράψιμο και το 30% ήταν η γραφειοκρατία, να καταθέσω, να πάω στα δικαστήρια, να πάω στη γραμματεία, να πλακωθούμε λίγο. Εγώ, λοιπόν, όταν ξεκίνησε η ψηφιοποίηση και η τεχνολογία ξεκίνησε να είναι μέρος της δουλειάς, ενθουσιάστηκα. Όμως, σύντομα άρχισα να κοιτάω το επαγγελματικό μου mail στις διακοπές, να με παίρνουν τηλέφωνο και να το σηκώνω εκτός ωρών εργασίας. Μια διάσπαση. Το σημαντικότερο όμως είναι η υπόσχεση ψηφιοποίησης των διαδικασιών. Μας έκαναν ψηφιακούς γραφειοκράτες σε πλατφόρμες που δεν λειτουργούν, με αποτέλεσμα να χάνει κανείς άπειρο χρόνο. Σου λέει, για παράδειγμα, ότι μπορείς να καταθέσεις την αγωγή σου ψηφιακά. Πουθενά δεν λέει όμως ποιες αγωγές μπορούν να κατατεθούν. Το παίζεις στο καζίνο, και δεν ξέρω κι από τζόγο.

― Ξεκίνησες να γράφεις μετά τα 40. Πώς συνέβη να επιδιώξεις τη συγγραφή;
Γύρω στα 15-16, καθόμουν μ’ έναν φιλαράκο μου στον περιφερειακό του Λυκαβηττού και μου λέει «τι θα κάνεις στη ζωή σου;». Λέω «θα γίνω συγγραφέας». «Α, δύσκολο, ωραίο, κάν’ το» μου λέει. «Ναι, θα το κάνω», του λέω. Συνέχισα να γράφω, αλλά μετά έπρεπε να σπουδάσω, να δουλέψω, οπότε τ’ άφησα όλα αυτά στην άκρη. Όταν ήμουν λίγο μετά τα 40, μια πολύ αγαπημένη φίλη μού λέει «γιατί δεν γράφεις;». Της λέω «πώς σου ’ρθε τώρα αυτό;», ήταν και μικρότερή μου, σκέφτηκα «τι λέει τώρα». Με πίεσε λοιπόν να παρακολουθήσω ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής κι όταν λέω «πίεσε», εννοώ ότι μου έκατσε στον σβέρκο. Κι έτσι ξεκίνησα. Οι γονείς μου μού είχαν απαγορεύσει σχετικές φιλοδοξίες. Μου έλεγαν ότι θα πεθάνω στην ψάθα. Είμαι υλίστρια, έχω τον φόβο ότι θα πεθάνω στην ψάθα, τον οποίο μου τον έσπειραν.

― Νοσταλγείς;
Όχι. Νοσταλγός δεν είμαι. Είμαι σκληρά αισιόδοξη. Η νοσταλγία όμως είναι χρυσό εργαλείο για να επιδιώκουμε έναν καλύτερο κόσμο. Πάρε για παράδειγμα την αναβίωση των πανηγυριών. Γιατί έχουν ξεκινήσει τόσοι άνθρωποι να κάνουν μαθήματα παραδοσιακών χορών και να πηγαίνουν σε πανηγύρια; Επειδή έχουν ανάγκη να είναι μέλη μιας κοινότητας. Η ψηφιοποίηση και η πανδημία μάς απομάκρυναν. Στη δε πανδημία, ζήσαμε αδιανόητα πράγματα, να μην αγγίζει ο γονιός το παιδί. Θυμάμαι, μια φίλη ήρθε σπίτι μου κλαίγοντας και μου είπε «πάρε με αγκαλιά, ρε». Αυτή η απομάκρυνση έχει γραφτεί πολύ βαθιά μέσα μας. Ως εκ τούτου, θεωρώ πολύ λογικό να νοσταλγεί κανείς μια καλύτερη ζωή.

― Στο βιβλίο γράφεις πολύ για την Αθήνα. Για το Πεδίον του Άρεως, για τη διαδρομή Ελαιώνας - Κορυδαλλός, για τη Μενάνδρου. Εσύ ποια Αθήνα έζησες;
Έζησα μια Αθήνα με φρικτό νέφος. Με λιγότερα αυτοκίνητα, πολύ λιγότερη ηχορύπανση. Μια Αθήνα στην οποία μετά τη Μεταπολίτευση πραγματικά καιγόταν ο τόπος και το κέντρο αποκλειόταν συνέχεια. Από το ’74 μέχρι το ’81 γίνονταν συνεχείς διαδηλώσεις για εργασιακά και θεμελιώδη δικαιώματα. Πρόλαβα τις γειτονιές, να βγαίνεις έξω και να λες «καλημέρα, καλησπέρα» στους γύρω σου. Πολλά άσχημα κτίρια, μόλυνση, αλλά, εντάξει, η ζωή προχωρούσε.

― Τι διαβάζεις;
Πολλή ποίηση. Μου αρέσει πάρα πολύ η νέα γενιά, τα πλάσματα που γράφουν τώρα. Κορίτσια, αγόρια, θηλυκότητες. Γιατί και τη γλώσσα ξέρουν πολύ καλά και την κάνουν να λάμπει και οι στίχοι τους είναι πολύ βαθιά ριζωμένοι στο βίωμά τους, μέσα κι έξω. Αυτό με γεμίζει αισιοδοξία.

― Είσαι συνιδρύτρια του δικτύου «Η φωνή της», ενός δικτύου γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών. Μίλησέ μου γι’ αυτό.
Η «Φωνή της» είναι σπουδαία ιστορία. Δημιουργήθηκε στον δρόμο, στο πεζοδρόμιο, εκεί που δημιουργούνται τα πράγματα. Τέλη του ’21, αρχές του ’22 –θυμίζω, καραντίνα ακόμα−, γίνονται καλέσματα στο Σύνταγμα για τη δίκη Τοπαλούδη. Πάω κι εγώ και χαίρομαι γιατί συναντάω πολλές γνωστές μου, πολλά νέα παιδιά και πολλά αγόρια που έχουν συναίσθηση του τι συμβαίνει, ότι εδώ έχουμε ένα έγκλημα που στρέφεται κατά ενός συγκεκριμένου χαρακτηριστικού, σε σκοτώνω γιατί είσαι γυναίκα, σε βιάζω γιατί είσαι γυναίκα. Είμαστε, λοιπόν, μαζί με την Ελένη Πριοβόλου και τη Μαρία Γκασούκα. Βλέπουμε και κάποιες συγγραφείς που ξέρουμε και συνειδητοποιούμε ότι κανείς, καμία και κανένα από τον χώρο της τέχνης δεν είχε μιλήσει για τις γυναικοκτονίες. Κοιταζόμαστε και λέμε «τι κάνουμε τώρα; Κάτι πρέπει να κάνουμε». Αρχίζουμε λοιπόν να στέλνουμε ηλεκτρονικά μια πρόσκληση σε γνωστές μας στην αρχή και μετά παραέξω, για να κάνουμε από κοινού μια ανακοίνωση. Μέσα σε 15 μέρες είχαμε 55 υπογραφές στη διακήρυξή μας για την έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες. Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε η «Φωνή της». Είμαστε μια ένωση προσώπων, αυτοοργανωμένη, με μια συντονιστική ομάδα. Μπορεί να γίνει μέλος όποια γυναίκα ή θηλυκότητα γράφει στα ελληνικά και έχει εκδώσει.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Φωνές γυναικείας χειραφέτησης στη λογοτεχνία

Βιβλίο / Φωνές γυναικείας χειραφέτησης στη λογοτεχνία

Πέντε εμβληματικά βιβλία γυναικείας χειραφέτησης με ηρωίδες που αντιδρούν στο κατεστημένο και στις οριοθετημένες φυλετικές ταυτότητες αναδεικνύει η πρόσφατη λογοτεχνική παραγωγή, με κλασικούς τίτλους και βραβευμένα βιβλία.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Το γυναικείο σώμα είναι το πρώτο που προσπαθεί να ελέγξει κάθε εξουσία»

Thalia Mavros / «Το γυναικείο σώμα είναι το πρώτο που προσπαθεί να ελέγξει κάθε εξουσία»

Η διεθνώς βραβευμένη παραγωγός και σκηνοθέτις Thalia Mavros μιλά στη LIFO για τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνει η «αυτοκρατορία» του Τραμπ, καθώς και για τη θέση της γυναίκας σε έναν κόσμο που αλλάζει - και όχι προς το καλύτερο.
M. HULOT

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ