«Τα βράδια, δίχως άλλο, θα σε χορεύω μπάλο»

«Τα βράδια δίχως άλλο θα σε χορεύω Μπάλο» Facebook Twitter
Η δημιουργικότητα των χορευτών και το τοπικό ύφος δίνουν την τελική μορφή του συγκεκριμένου χορού σε κάθε μέρος. Φωτ.: Nick Paleologos / SOOC
0



ΕΠΙΛΕΓΩ ΝΑ ΞΟΔΕΥΩ
 τα καλοκαίρια μου στο ίδιο κυκλαδίτικο νησί και κάθε φορά ζούμε την ίδια ιστορία, κάθε 15 του Αυγούστου με τραβάνε στο πανηγύρι. Το ίδιο θα συμβεί και κάποιο επόμενο βράδυ, όταν θα έρθει για ένα βιολί κι ένα λαούτο από την Ηρακλειά ή την Αμοργό, κάποιο δίδυμο συνήθως που θα στήσει ένα νησιώτικο γλέντι σε ένα μαγαζί.  

Δεν είμαι από αυτούς που λένε «δεν αντέχω τα νησιώτικα», ίσα-ίσα κάθομαι και παρακολουθώ τους στίχους και αν μου κάνει κάτι εντύπωση, ψάχνω να δω αν μπορώ να βρω το κομμάτι στο Spotify – πρόκειται για μια προσπάθεια που συνήθως δεν στέφεται με επιτυχία. Όμως δεν θα σηκωθώ να χορέψω, δεν ξέρω τα βήματα, γι’ αυτό στην αρχή αντιστέκομαι, δεν δείχνω φοβερό ενθουσιασμό με το ότι θα περάσουμε το βράδυ μας στο πανηγύρι. Πάντα καταλήγω να ακολουθώ την παρέα, και δεν το έχω μετανιώσει ποτέ. 

Μπορεί απλώς να περιφέρομαι στον χώρο, να ψάχνω με το βλέμμα μου το σωστό σημείο να καθίσουμε ώστε να έχουμε καλύτερη θέα στο dancefloor που στήνεται στο λιμάνι, αλλά μόλις μπει ο ρυθμός που ξέρω ότι θα χορευτεί σαν μπάλος θα με μαγνητίσει. Χαζεύω τα ζευγάρια που χορεύουν αντικριστά με τέτοια άνεση που στα μάτια μου μοιάζουν λες και αιωρούνται πάνω από το έδαφος. Δεν μπορώ να φέρω στο μυαλό μου κανέναν που να έχει χορέψει μπάλο και να μη γελά έστω με τα μάτια του. Και μόνο στη σκέψη του, λοιπόν, αυτός ο χορός χαρά μού φέρνει. 

Ακόμα και κάποιος με μικρή εμπειρία στα νησιώτικα πανηγύρια μπορεί να ξεχωρίσει την πάντα χαρούμενη και λυρική μελωδία του μπάλου, η οποία μάλιστα παρουσιάζει πολύ έντονα στοιχεία αυτοσχεδιασμού.

Έχω μια playlist που για οποιονδήποτε άλλον δεν βγάζει κανένα νόημα, αλλά για μένα κάθε κομμάτι της είναι ταυτισμένο με μια στιγμή στο νησί – και τις θυμάμαι σχεδόν όλες, θυμάμαι σε ποια φάση παίχτηκε το καθένα, ακόμα και από ποιον. Ανάμεσά τους υπάρχει ένα μόνο νησιώτικο κομμάτι που κατάφερα να αποθηκεύσω, μάλλον επειδή είναι σύγχρονο, κυκλοφόρησε το 2006. Έτσι, μετά το κλασικό italo disco χιτ «Feel the drive» των Doctor's Cat μπαίνει το «Γλέντι» του βιολιστή Νίκου Οικονομίδη – στο τραγούδι είναι η Κυριακή Σπανού. Πριν από μερικές εβδομάδες το άκουγα παίρνοντας την ανηφόρα για να βρω το μονοπάτι που κατηφορίζει στην παραλία του Κέδρου. Και αυτές τις μέρες, προσπαθώντας να χωνέψω την επιστροφή, το ακούω στη διαδρομή Γκύζη - Σύνταγμα και τούμπαλιν. Ξεκινάω από τη Βουλής για να βρω την Ιπποκράτους και στ' αυτιά μου παίζει: «Ωχ, αμάν και πως μ' αρέσει / Να σε βλέπω μες στη μέση / Να χορεύεις να στροφάρεις / Και εμένα να κορτάρεις». Πολλές φορές πατάω το replay. 

Γλέντι – Χαίρομαι Να Σε Θωρώ (feat. Κυριακή Σπανού)

Τα πανηγύρια που θέλω να ζήσω είναι αυτά στα οποία δεν έχω καταφέρει ποτέ να παρευρεθώ, γιατί είναι του Σεπτεμβρίου. Θα ήθελα κάποια στιγμή να καταφέρω να είμαι στη Δονούσα του Σταυρού, στις 14, και της Αγιάς Σοφιάς, στις 17, σε αυτές τις γιορτές που ανήκουν περισσότερο στους ντόπιους παρά σ' εμάς τους περαστικούς, τους αδειούχους του Αυγούστου. Αυτές τις μέρες φαντάζομαι ότι θα χορευτούν μπάλοι ανεκλάλητης χάρης. Αλλά μια και δεν ήμουν εκεί, έκανα μια γρήγορη αναζήτηση στο Google για τον μπάλο και τις ρίζες του. 

Αρχικά διάβασα ότι πρόκειται για έναν χορό με πανάρχαια ελληνικά στοιχεία. Όμως, ο διδάκτωρ της ΣΕΦΑΑ του ΕΚΠΑ, δάσκαλος και ερευνητής του ελληνικού παραδοσιακού χορού, Βασίλης Καρφής, εξηγεί πως η μόνη βέβαιη σύνδεση που υπάρχει μεταξύ του συγκεκριμένου χορού και της αρχαιότητας είναι ετυμολογική και έχει να κάνει με το ρήμα «βαλλίζω», που σημαίνει «χορεύω, κάνω στροφές», εξού και το λατινικό ballare. «Δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία που να συνδέουν τον χορό με την αρχαιότητα, δεν μπορούμε λοιπόν να πούμε με σιγουριά ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Οι ρίζες του εντοπίζονται στην εκατονταετία του 1800. Προς το τέλος της έχουμε αναφορές σχετικά με αυτόν, γράφονται μελωδίες στη Μικρά Ασία, οι οποίες στη συνέχεια περνάνε και καθιερώνονται πλέον στην καθημερινή και στη γιορτινή ζωή των κατοίκων και έπειτα σε αυτή των νησιών μας». 

Όπως επιβεβαιώνει και ο ίδιος, ακόμα και κάποιος με μικρή εμπειρία στα νησιώτικα πανηγύρια μπορεί να ξεχωρίσει την πάντα χαρούμενη και λυρική μελωδία του μπάλου, η οποία μάλιστα παρουσιάζει πολύ έντονα στοιχεία αυτοσχεδιασμού, είτε αυτός προέρχεται από τον βιολάτορα, είτε από τον λυράρη, είτε από τον τσαμπουνιέρη σε κάποια νησιά. Το σημείο αυτό του αυτοσχεδιασμού αποτελεί και την κορύφωση του χορού. Γνωστοί μπάλοι είναι ο βοθριάτικος, ο αλατσατιανός ή «Αρχίνα γλώσσα μου γλυκιά», όπως είναι αλλιώς γνωστό το κομμάτι. Σμυρναίικο, που αργότερα διασκευάστηκε από τον Γιώργο Κονιτόπουλο και μπήκε στον κλασικό δίσκο με τα νησιώτικα του Πάριου το '82, για να γίνει πιο «αιγαιοπελαγίτικο», είναι το «Καλέ συ, Παναγιά μου». 

Γιάννης Πάριος - «Καλέ συ Παναγιά μου»

Όσο για το πώς χορεύονται τα παραπάνω, μορφολογικά ο συγκεκριμένος χορός δομείται ως εξής: «Έχουμε κυρίως δύο κινητικά μοτίβα διπλής εναλλαγής, που όμως κατά τόπους ερμηνεύονται διαφορετικά. Η δημιουργικότητα των χορευτών και το τοπικό ύφος δίνουν την τελική μορφή του συγκεκριμένου χορού σε κάθε μέρος. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, λοιπόν, ότι μετά από τριάντα χρόνια θα χορεύεται με τον ίδιο τρόπο. Απλώς η όποια διαδικασία εξέλιξης, αλλαγής ή μετασχηματισμού του γίνεται με αργούς ρυθμούς και περνάει από κοινωνικά φίλτρα μέχρι να παραδοθεί στις επόμενες γενιές». 

Κατά τόπους, λοιπόν, συναντάμε διαφορετικές εκφραστικές μορφές του μπάλου. Αλλιώς τον χορεύουν οι Ναξιώτες, αλλιώς οι Κυθνιοί, που κάνουν πολλές «βόλτες» ή «φούρλες», αλλιώς οι Τζιώτες, «αλλιώς οι κάτοικοι του βορειοανατολικού Αιγαίου, αλλιώς ο μεσοτοπίτης στη Λέσβο και αλλιώς ο κάτοικος της Αγιάσου. Στο Ιόνιο υπάρχει ένας αλλιώτικος μπάλος, στη Λευκάδα και στην Κεφαλονιά δεν έχει αυτό το μοντέλο του αντικριστού, ζευγαρωτού χορού. Συνήθως είναι ομαδικός και έχει την ευχέρεια ένα ζευγάρι να αυτοσχεδιάσει μπροστά, στην πρώτη θέση, και ίσως να το διαδεχθεί κάποιο άλλο στην πορεία. Στα Κύθηρα, που πολιτισμικά ανήκουν στο Ιόνιο, ο χορός ανήκει σε άλλη μορφολογική κατηγορία. Παντού έχει το ίδιο όνομα, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, π.χ. στη Σύμη, που στους γάμους του νησιού συναντάμε μια αλληλουχία χορών. Το νιόπαντρο ζευγάρι και οι κουμπάροι τους χορεύουν συρτό, τον «άσο» και αυτός ο χορός γυρνάει σε «κοφτό», δηλαδή σε μπάλο, που εξελίσσεται σε αντικριστή σούστα.  

«Τα βράδια δίχως άλλο θα σε χορεύω Μπάλο» Facebook Twitter
Στον μπάλο, ακόμα και εκείνα τα ζευγάρια των ξένων που χορεύουν και τραγουδούν ο ένας απέναντι από τον άλλον με πιο αυθόρμητο τρόπο, που μπορεί και να παραπατήσουν λίγο, δεν μπορούν παρά να σου φτιάξουν τη διάθεση. Φωτ.: Aris Oikonomou / SOOC

Θυμάμαι ένα βράδυ σε ένα μπαλκόνι στο Μερσίνι να είναι πολύ γρήγορος ο ρυθμός, αλλά τα ζευγάρια που χόρευαν άντεχαν και δεν καθόντουσαν στις καρέκλες τους μέχρι να τελειώσει το κομμάτι, έτσι που το σκηνικό έμοιαζε διονυσιακό. «Αυτό δεν συμβαίνει παντού», θα πει ο Βασίλης Καρφής, «σε μερικά νησιά, για παράδειγμα, ο μπάλος είναι ένας χορός στον οποίο παρατηρείται αργό και γρήγορο μέρος. Ξεκινάει με τον αργό, πιο εκφραστικό και πιο δύσκολο μπάλο, ενώ σε κάποια μέρη, κυρίως στα κυκλαδονήσια, έχουμε ανέβασμα της ρυθμικής αγωγής». Επίσης, στα περισσότερα νησιά ο μπάλος δεν είναι ένας χορός αυτόνομος, «συνήθως είναι το γύρισμα από το συρτό. Στη Λέσβο και στη Χίο, όπου τον συναντάμε συνήθως με μελωδίες-ταξίμια, ο χορευτής κόβει από τη ζευγαρωτή μορφή του συρτού, αφήνει τα χέρια και χορεύει αντικριστά και ελεύθερα». Σε σεριφιώτικο blog διαβάζω: «Ο μπάλος στη Σέριφο χορεύεται με την προσθήκη και του συρτού και έχει επικρατήσει ένα αξιακό σύστημα, το λεγόμενο "τρία-δύο", τρεις άντρες και δύο γυναίκες που χορεύουν ζευγάρια και ο τρίτος άνδρας κερνάει τους άντρες μπίρα ή κρασί και τις γυναίκες λουκούμι. Ο πρώτος άντρας πληρώνει τα βιολιά και μετά, αφού χορέψουν κάποια τραγούδια, κόβει μπάλο την κοπέλα που χορεύει μαζί του. Κατόπιν το ίδιο συμβαίνει και με το δεύτερο ζευγάρι. Ο δε τρίτος της παρέας, που κερνάει τα γλυκά και τα ποτά, είναι αυτός που θα επιλέξει τα δύο επόμενα ζευγάρια, δηλαδή ανήκει σε άλλη παρέα, έτσι κανείς δεν μένει παραπονεμένος άλλα ούτε και δημιουργούνται προστριβές όσον αφορά το ποιος θα χορέψει μετά».

Το βιβλίο «Ο αιγαιοπελαγίτικος μπάλλος: Υπό όρους χορολογικούς και λεξιλογικούς - γλωσσοανάλυση - ετυμολογία - ερμηνευτική ιστορία» του Σταύρου Σπηλιάκου είναι εξαντλημένο και δεν κατάφερα να το πιάσω στα χέρια μου. Ωστόσο, στο ίδιο blog γίνεται αναφορά στο συγκεκριμένο βιβλίο, καθώς και σε μία του διάσταση που συζητάμε συνέχεια με την παρέα της Δονούσας. Λέμε ότι είναι ο πιο ερωτικός χορός, ένας τρόπος φλερτ, και φαίνεται πως έτσι ξεκίνησε. «Το "φιλί" και το "μπαρντό" στον μπάλο είναι ένα άλλο ενδιαφέρον θέμα που ερευνά ο Σπηλιάκος. Αν καταφέρει ο άντρας αφενός να δώσει στη χορεύτρια φιλί, χωρίς αυτή να το αντιληφθεί, αλλά ούτε και οι θεατές, αποτελεί στοιχείο δεξιοτεχνίας. Η αποφυγή πάλι του φιλιού από τη γυναίκα-χορεύτρια συνιστά επίσης δεξιοτεχνία. Κάθε χορευτής χορεύει κι έναν διαφορετικό μπάλο, κάνει τα δικά του τσαλίμια, διαφορετικά από τους άλλους. Το "μπαρντό" στον μπάλο είναι η παραχώρηση από τον χορευτή της ντάμας του σε άλλον, που του ζητάει ευγενικά να τη χορέψει. Αυτό γίνεται στη διάρκεια του χορού. Πολλές φορές έγιναν παρεξηγήσεις και σοβαρά επεισόδια εξαιτίας του "μπαρντό". Στο πανηγύρι της Αργοκοιλιώτισσας καταργήθηκαν τα βιολιά στις αρχές του 20ού αιώνα, εξαιτίας ενός φονικού για το "μπαρντό" στον μπάλο. Ήταν στο πανηγύρι του 1905, έκτοτε δεν ξαναέπαιξαν βιολιά», όπως διαβάζω από τη δευτερογενή πηγή.

Ωστόσο, ο Βασίλης Καρφής διευκρινίζει «σίγουρα έχει στοιχεία φλερτ και κάπως έτσι μάλλον ξεκίνησε, γιατί σε αυτόν τον χορό ένας νέος θα πετάξει το μαντίλι του προκειμένου να καλέσει μια κοπέλα και αν αυτή το πιάσει, σημαίνει ότι αποδέχεται το φλερτ του. Όμως υπάρχει μπάλος που χορεύει ο πατέρας την κόρη ή ένας φίλος μια φίλη που φιλοξενεί στο νησί του. Δεν σημαίνει ότι είναι πάντα ένας χορός που υπονοεί το φλερτ μεταξύ ανδρών και γυναικών, υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις». Άλλωστε, είπαμε, οι χοροί μετασχηματίζονται με την εξέλιξη των κοινωνιών. 

«Τα βράδια δίχως άλλο θα σε χορεύω Μπάλο» Facebook Twitter
«Ένας ντόπιος μπορεί να αποδώσει το δικό του θέμα, ένας μη ντόπιος θα δυσκολευτεί πάρα πολύ να αποδώσει υφολογικά τον χορό της κοινότητας, θα χρειαστεί πολύ εξάσκηση για να τον προσεγγίσει».

Ο μπάλος ευνοεί τον αυτοσχεδιασμό, τη δημιουργικότητα και την εκφραστικότητα των χορευτών, «ο καθένας τον διαμορφώνει, αφού υπάρχουν ακόμα και μεταξύ των χορευτών διαφοροποιήσεις του ίδιου χορού στο ίδιο νησί. Έτσι λέμε "ο χορός του Νίκου” και ο "χορός του Πέτρου"», συμπληρώνει ο Βασίλης Καρφής. «Ένα ντόπιος μπορεί να αποδώσει το δικό του θέμα, ένας μη ντόπιος θα δυσκολευτεί πάρα πολύ να αποδώσει υφολογικά τον χορό της κοινότητας, θα χρειαστεί πολλή εξάσκηση για να τον προσεγγίσει». Πηγαίνοντας τόσα χρόνια στο ίδιο μέρος, πλέον ξέρουμε ποιοι είναι οι πιο χορευταράδες του τόπου και περιμένουμε πότε θα ανέβουν για να θαυμάσουμε τις καλοδουλεμένες κινήσεις τους. Όμως στον μπάλο, ακόμα κι εκείνα τα ζευγάρια των ξένων που χορεύουν και τραγουδούν ο ένας απέναντι από τον άλλον με πιο αυθόρμητο τρόπο, που μπορεί και να παραπατήσουν λίγο, δεν μπορούν παρά να σου φτιάξουν τη διάθεση. 

Στη version που έχω αποθηκευμένο το «Γλέντι» στο κινητό μου ακολουθεί το «Χαίρομαι να σε θωρώ». Είναι λες και περιγράφει τον χορό, μπορείς να τον κάνεις εικόνα ακόμα και μέσα στον βαρύ χειμώνα, όταν μπορεί να έχουν ξεθωριάσει κάποιες από τις καλοκαιρινές μας αναμνήσεις.  

«Χαίρομαι να σε θωρώ, να 'σαι μέσα στο χορό, 
θέλω να 'ρχομαι κοντά σου, 
στα στριφογυρίσματά σου, 
στον χορό σου να με σέρνεις,
κι όλο πάνω μου να γέρνεις».

Θέματα
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Φυσικά και υπάρχει γευσιγνωσία στο νερό»

H κατάσταση των πραγμάτων / «Φυσικά και υπάρχει γευσιγνωσία στο νερό»

H σομελιέ νερού Σπυριδούλα Γρηγοροπούλου μάς εισάγει σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παράδοξα της εποχής μας: πώς το νερό, αυτός ο θεμελιώδης φυσικός πόρος, μετατρέπεται σε στοιχείο υψηλής γαστρονομίας, την ώρα που ως κοινωνικό αγαθό καθίσταται ολοένα και πιο επισφαλές.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
«Δεν θέλω να με λυπάσαι, θέλω να με ακούς»

Ζούμε, ρε! / «Δεν θέλω να με λυπάσαι, θέλω να με ακούς»

Πώς είναι να είσαι εκπαιδευτικός σε γενικό λύκειο και ταυτόχρονα άτομο με αναπηρία; Τι σημαίνει να γράφεις ένα παιδικό βιβλίο όπου οι ανάπηροι ήρωες δεν ζητούν οίκτο αλλά χώρο; Στο νέο επεισόδιο του «Ζούμε, ρε!» ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Γιώργος Σκαρλάτος μιλά για την αναπηρία ως ταυτότητα, τη χαρά ως επιλογή και τη συνεισφορά ως στάση ζωής.
ΧΡΥΣΕΛΛΑ ΛΑΓΑΡΙΑ | ΘΟΔΩΡΗΣ ΤΣΑΤΣΟΣ
Η σκληρή αλήθεια για την «εθνική χαστουκίστρια» Αναστασία Αθήνη-Τσούνη (updated)

Σκληρές Αλήθειες / Η σκληρή αλήθεια για την «εθνική χαστουκίστρια» Αναστασία Αθήνη-Τσούνη (updated)

Ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ για τη γυναίκα που έγινε γνωστή σε μια νύχτα χαστουκίζοντας την Δήμητρα Παπανδρέου Λιάνη και την απρόσμενα ενδιαφέρουσα ζωή της έκτοτε
ΑΡΗΣ ΔΗΜΟΚΙΔΗΣ
Όνειρο ή εφικτός στόχος η ευρωπαϊκή αυτονομία;

LiFO politics / Ευρωπαϊκή αυτονομία: Όνειρο ή εφικτός στόχος;

Βρίσκεται η Ευρώπη σε τροχιά ανεξαρτησίας ή παραμένει δέσμια των ΗΠΑ; Στο σημερινό επεισόδιο του πόντκαστ «Lifo Politics» αναλύουμε με τον ανταποκριτή γερμανικών ΜΜΕ, Φέρρυ Μπατζόγλου, τη νέα αλλαγή εποχής για την Ε.Ε., την τεχνολογική εξάρτηση από τη Silicon Valley, το αμυντικό χάος της Ε.Ε., το παρασκηνιακό παιχνίδι της Γερμανίας με την Τουρκία και τον στρατηγικό ρόλο της νέας ηγετικής ομάδας των «e6».
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ
«Η Ελλάδα είναι το μοναδικό παράδειγμα πλήρους ατιμωρησίας παγκοσμίως»

Lifo Videos / «Η Ελλάδα είναι το μοναδικό παράδειγμα πλήρους ατιμωρησίας»

Ο ιστορικός και συγγραφέας Μενέλαος Χαραλαμπίδης εξηγεί, εκτός από την αυθεντικότητα, τον μεγάλο αντίκτυπο των φωτογραφιών από τις εκτελέσεις του 1944 στην Καισαριανή και αναλύει όσα κρύβονται πίσω από τα πραγματικά γεγονότα.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Μη μας ρωτάς από πού είμαστε. Είμαστε 100% Ελληνίδες και 100% Νιγηριανές»

ΟΙ ΑΛΛΟΙ / «Είμαστε και Ελληνίδες, και Νιγηριανές»

Γεννημένες στην Αθήνα από Νιγηριανούς γονείς, η Ειρήνη και η Σοφία Oυκπέμπορ έμαθαν να διεκδικούν χώρο, από τα σχολικά προαύλια των Αμπελοκήπων και τις πολυπολιτισμικές γειτονιές της Κυψέλης μέχρι το παρκέ του «Φιλαθλητικού» και το δικό τους εναλλακτικό κομμωτήριο.
ΜΕΡΟΠΗ ΚΟΚΚΙΝΗ
Η Έμιλι Μπροντέ άναψε και πάλι φωτιές

The Review / Η Έμιλι Μπροντέ άναψε και πάλι φωτιές

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ «Ανεμοδαρμένα Υψη», αν και πολυαναμενόμενη, κατακρεουργήθηκε από την παγκόσμια κριτική. Η Βένα Γεωργακοπούλου και η συγγραφέας και σεναριογράφος Κάλλια Παπαδάκη, έχοντας και οι δυο ξαναδιαβάσει το κλασικό αριστούργημα του 1847 και δει την ταινία, κουβεντιάζουν σχετικά
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Στάθης Καλύβας: «Όταν τελειώσεις το σχολείο, το μόνο που θες είναι να το ξεχάσεις»

LiFO Talks / Στάθης Καλύβας: «Όταν τελειώσεις το σχολείο, το μόνο που θες είναι να το ξεχάσεις»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο, ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης αμφισβητεί τον μύθο της πολιτιστικής «ερήμου» στη δικτατορία, σχολιάζει τη σημερινή πολιτική συγκυρία και τον τρόπο που διδάσκεται η Ιστορία, δίνοντας παράλληλα τη δική του ερμηνεία στο γιατί «οι άνθρωποι σήμερα στριμώχνονται στα μπαρ της Αθήνας».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Το ένοχο μυστικό στο τζακούζι και η γυναίκα-«αράχνη»

Αληθινά εγκλήματα / Το ένοχο μυστικό στο τζακούζι και η γυναίκα-«αράχνη»

Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται μια πρωτοφανή υπόθεση που εκτυλίχθηκε στο Διακοπτό της Αχαΐας τον Μάιο του 2009 και αποκάλυψε την εγκληματική δράση μιας γυναίκας-«αράχνης».
ΝΙΚΟΣ ΤΣΕΦΛΙΟΣ
«Βρίσκουμε κυβερνοδραστηριότητα από Τούρκους, Ρώσους και Κινέζους»

LIFO POLITICS / «Βρίσκουμε κυβερνοδραστηριότητα από Τούρκους, Ρώσους και Κινέζους»

Ο διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας Μιχάλης Μπλέτσας μιλά στο «Lifo Politics» για τις κυβερνοεπιθέσεις και τα social media που χειραγωγούν ψηφοφόρους. Aποκαλύπτει, επίσης, ότι η Αρχή έχει εντοπίσει κυβερνοδραστηριότητα που αποδίδεται σε ξένους κρατικούς ή παρακρατικούς παράγοντες.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ
Ήταν, τελικά, λευκή ή μαύρη η Ωραία Ελένη;

Lifo Videos / Ήταν, τελικά, λευκή ή μαύρη η Ωραία Ελένη;

Στο νέο επεισόδιο του «Newsroom» ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος μιλάει για τη μεγάλη αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει σχετικά με το ζήτημα της «μαύρης» Ωραίας Ελένης που υποτίθεται χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης Κρίστοφερ Νόλαν στην ταινία του «Οδύσσεια».
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χαράλαμπος Μουτσόπουλος: «Οι ομαδούλες αντιεμβολιαστών λένε μπούρδες»

Άκου την επιστήμη / Χαράλαμπος Μουτσόπουλος: «Οι ομαδούλες αντιεμβολιαστών λένε μπούρδες»

Ποια είναι η αλήθεια για τα αυτοάνοσα νοσήματα; Πόσο ρόλο παίζουν το στρες και οι γενετικοί παράγοντες; Και τι ισχύει τελικά για τα εμβόλια; Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος απαντά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Κατερίνα Μάτσα: «Οι εξαρτημένοι αντιμετωπίζονται πια ως περιττοί πληθυσμοί»

Lifo Videos / Κατερίνα Μάτσα: «Οι εξαρτημένοι αντιμετωπίζονται πια ως περιττοί»

Η ψυχίατρος Κατερίνα Μάτσα, από τα ιδρυτικά πρόσωπα του 18 Άνω, περιγράφει πώς, μέσα στη βαρβαρότητα που επικρατεί στο Δαφνί, γεννήθηκε μια «όαση» αξιοπρέπειας και γιατί σήμερα η διάλυση των «στεγνών» προγραμμάτων απεξάρτησης συνδέεται με τη λογική των «περιττών πληθυσμών».
ΜΕΡΟΠΗ ΚΟΚΚΙΝΗ
«Αν δεν είχα πάρει στο Χαμόγελο του Παιδιού, ίσως να μην υπήρχα σήμερα»

Lifo Videos / «Χωρίς το Χαμόγελο του Παιδιού, ίσως να μην υπήρχα σήμερα»

Η Μαρία Χριστίνα μεγάλωσε με τη γιαγιά της, ανάμεσα σε υφάσματα, ραπτομηχανές και αγάπη. Η δημιουργία ήταν πάντα το καταφύγιό της. Όταν η ζωή της σκοτείνιασε, ένα τηλεφώνημα στο 1056 τής έσωσε τη ζωή. Από τότε έμαθε να κοιτάει μόνο μπροστά.
ΜΙΝΑ ΚΑΛΟΓΕΡΑ