Δεν είχα σκοπό να επιβάλω στους χορευτές τον κόσμο μου. Δεν έχω, άλλωστε, έναν συγκεκριμένο χορογραφικό κώδικα, κινούμαι ελεύθερα στις δυνατότητες... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Δεν είχα σκοπό να επιβάλω στους χορευτές τον κόσμο μου. Δεν έχω, άλλωστε, έναν συγκεκριμένο χορογραφικό κώδικα, κινούμαι ελεύθερα στις δυνατότητες... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Ο Μάρτιος αρχίζει όμορφα στη Λυρική Σκηνή. Η Αγγελική Στελλάτου χορογραφεί δυο έργα του Μάνου Χατζιδάκι, το γνωστό κι αγαπημένο «Χαμόγελο της Τζοκόντας» και μία μάλλον άγνωστη σύνθεσή του, τον «Μαρσύα», γραμμένη για το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου, του οποίου ο συνθέτης υπήρξε ιδρυτικό μέλος και καλλιτεχνικός διευθυντής. Ο «Μαρσύας» παρουσιάστηκε το 1951 σε ανοιχτό χώρο στην Αίγινα με σκηνικά του Γιάννη Τσαρούχη και την Αλέκα Κατσέλη στον ρόλο του Απόλλωνα.

 

Ένιωσα μεγάλη χαρά όταν μου έγινε πρόταση να χορογραφήσω το Μπαλέτο της Λυρικής στο "Χαμόγελο της Τζοκόντας" και στο "Μαρσύα". Ωστόσο, δύο-τρεις εβδομάδες μετά, έπαθα μια φοβερή κρίση πανικού, ότι δεν θα τα καταφέρω, ότι δεν με φτάσει ο χρόνος, ότι δεν θα μπορέσω να τα βγάλω πέρα με το μέγεθος της μουσικής.


«Είναι μουσική που γράφτηκε για να κινήσει σώματα χορευτών» σκεφτόμουν, παρακολουθώντας την πρόβα του Μπαλέτου της Λυρικής. Το αρμονικό δέσιμο μουσικής και κίνησης και η ζεστή φιλική ατμόσφαιρα στον χώρο των δοκιμών της Λυρικής στην Καλλιθέα δεν επιτρέπουν αμφιβολίες για την επιτυχία της παράστασης που έχει πρεμιέρα στις 4 Μαρτίου. Φαίνεται ότι χορογράφος και χορευτές δούλεψαν καλά, με πίστη και ενθουσιασμό. Δεν ήταν αυτονόητο, λέει η Αγγελική, όταν μείναμε μόνες.


«Ένιωσα μεγάλη χαρά όταν μου έγινε πρόταση να χορογραφήσω το Μπαλέτο της Λυρικής στο "Χαμόγελο της Τζοκόντας" και στο "Μαρσύα". Ωστόσο, δύο-τρεις εβδομάδες μετά, έπαθα μια φοβερή κρίση πανικού, ότι δεν θα τα καταφέρω, ότι δεν με φτάσει ο χρόνος, ότι δεν θα μπορέσω να τα βγάλω πέρα με το μέγεθος της μουσικής».

 

Τραβάω κάθε φορά την πρόβα, βλέπω το βίντεο και μετά κάνω τις διορθώσεις. Ευτυχώς, για μένα οι χορευτές της Λυρικής έχουν τερατώδη μνήμη στην κίνηση και μουσικότητα... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Τραβάω κάθε φορά την πρόβα, βλέπω το βίντεο και μετά κάνω τις διορθώσεις. Ευτυχώς, για μένα οι χορευτές της Λυρικής έχουν τερατώδη μνήμη στην κίνηση και μουσικότητα... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Μα είναι τόσο γενναιόδωρη αυτή η μουσική. Την έχουμε ακούσει τόσες φορές κι όμως δεν παλιώνει. Κάθε φορά σε συνεπαίρνει. Σε καλεί ν' ασχοληθείς μαζί της, νομίζω – δεν σε αποτρέπει...

Από την άλλη, είναι η «Τζοκόντα» του καθενός μας, καθένας μας έχει ζήσει πράγματα δικά του μ' αυτήν τη μουσική, είναι συνδεδεμένος μαζί της με τον δικό του τρόπο. Το ερώτημα που έθετα στον εαυτό μου βασανιστικά ήταν «Τι προτείνεις; Πώς μπορείς να ξανακούσεις σαν για πρώτη φορά μια μουσική τόσο γνωστή και αγαπητή;». Βρήκα την απάντηση στην εξής καθησυχαστική σκέψη: δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσω τη μουσική αλλά να την αφήσω να με οδηγήσει.


Προερχόμενη από τον χώρο των ομάδων, των ελεύθερων συνθέσεων και συνεργασιών, ένιωσες άγχος με το γεγονός ότι θα συνεργαζόσουν με ένα οργανωμένο, κλειστό σώμα χορού, όπως αυτό της Λυρικής (το μοναδικό «μπαλέτο» που έχουμε ...);
Οπωσδήποτε ήρθα με φόβο για το πώς θα είναι η συνεργασία με τους χορευτές της Λυρικής. Μέχρι τώρα έχω δουλέψει κυρίως με ανθρώπους που γνωρίζω, που γνωριζόμαστε (προς τα πού πηγαίνω, προς τα πού πηγαίνουν) και θέλουμε να δουλέψουμε μαζί. Τώρα είχα να αντιμετωπίσω ένα σύνολο με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τεχνικά και αισθητικά, ως προς την εκπαίδευση, την πρακτική και την εμπειρία. Για να νιώσω πιο σίγουρη ετοίμασ(ζ)α τις χορογραφίες και τις έφερνα να τις δουλέψουμε. Είχαν, δηλαδή, οι χορευτές εξαρχής την εικόνα μπροστά τους, δεν είχαν να αντιμετωπίσουν δικές μου απορίες και δισταγμούς. Αλλά δεν είχα σκοπό να επιβάλω στους χορευτές τον κόσμο μου. Δεν έχω, άλλωστε, έναν συγκεκριμένο χορογραφικό κώδικα, κινούμαι ελεύθερα στις δυνατότητες. Έχω, βέβαια, κάποιες προτιμήσεις, κάποιες αγάπες. Η σκέψη μου ήταν ότι έχω να κάνω με χορευτές που είναι εκπαιδευμένοι με έναν συγκεκριμένο τρόπο και άρα το στοίχημα ήταν τι μπορούσα εγώ να πάρω από τον δικό τους κόσμο και τι θα μπορούσα να βάλω σ' αυτόν από τον δικό μου.

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

 Η κίνηση έχει αυτή την ικανότητα, να προκαλεί αισθήματα χωρίς να χρειάζεται να αφηγείται μια ιστορία... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Η κίνηση έχει αυτή την ικανότητα, να προκαλεί αισθήματα χωρίς να χρειάζεται να αφηγείται μια ιστορία... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Τι θεωρείς αξεπέραστο εμπόδιο στη δουλειά σου;
Τη μη διαθεσιμότητα. Και είναι κάτι που δεν συνάντησα. Όλοι οι χορευτές της Λυρικής ήταν πολύ πρόθυμοι, πολύ διαθέσιμοι. Περίμενα ότι θα με αντιμετώπιζαν επιφυλακτικά, ίσως και σνομπίστικα – εγώ δεν μπορώ να κάνω π.χ. αραμπέσκ, αλλά δεν είδα ούτε μια στιγμή στο βλέμμα τους αμφισβήτηση. Είχα σημαντική βοήθεια από τη Μαριέλα Νέστορα, που πήρε πάνω της μεγάλο μέρος της πρόβας, και τη Χριστιάννα Στεφάνου, που δουλεύει στη Λυρική. Την ανακάλυψα καθυστερημένα και δεν μπόρεσα να αξιοποιήσω εξαρχής κάτι πολύτιμο που διαθέτει: πολύ καθαρό μάτι. Γιατί όταν δείχνω μια κίνηση, την «κουνάω» ανάλογα με το πώς αισθάνομαι τη μουσική τη δεδομένη στιγμή. Η Χριστιάννα μπορεί να διακρίνει τι έκανα τη μία φορά και τι την άλλη, οπότε μπορούμε να το διδάξουμε πιο εύκολα στους χορευτές.


Ποια είναι η διαδικασία δημιουργίας της χορογραφίας;
Είχα τη δυνατότητα να έχω το στούντιο στο κτίριο της Καλλιθέας κι αυτό, ακόμα και τώρα, είναι κάτι σπουδαίο για μένα: να μπορώ να δουλέψω σ' έναν χώρο με πολύ καλό πάτωμα, που έχει θέρμανση! Γι' αυτό, όταν γίνεται λόγος για την «άνθηση της δεκαετίας του '90», απαντώ «η άνθηση που δεν έγινε». Αυτό που συνέβη τότε αφορά μια χρονική στιγμή που βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι με μεγάλο ταλέντο και μεγάλη επιθυμία να δημιουργήσουν κάτι σε συνθήκες δύσκολες, αλλά ανοιχτές στο καινούργιο – κι αυτό μας έδωσε ώθηση για να προχωρήσουμε. Η άνθηση δεν αφορούσε τον χορό γενικά, μόνο κάποιους ανθρώπους (γι' αυτό και δεν είχε συνέχεια, αφού δεν υπήρχε, και εξακολουθεί να μην υπάρχει, η δομή που θα επέτρεπε να συνεχίσουν τα πράγματα). Οι χορευτές και τότε και τώρα παλεύουν μόνοι τους. Θυμάμαι, τότε που ετοιμάζαμε τον «Δράκουλα» με την Ομάδα Εδάφους, κάναμε πρόβα στον χώρο που είναι τώρα ο «Βοτανικός»: ήταν τόσο κρύα εκεί μέσα, που τρέχαμε για να ζεσταθούμε. Στην πορεία της πρόβας αισθανόμασταν να παγώνουν τα πόδια από κάτω προς τα πάνω, παγάκια κανονικά. Και να πρέπει να χορέψεις εκεί μέσα, να πηδήσεις, να πέσεις κάτω... τέλος πάντων. Ερχόμουν, λοιπόν, εδώ και δοκίμαζα διάφορα. Δεν είχα μια συνολική σκέψη για τα πώς θα χειριστώ τη μουσική – αντίθετα, την αρχική μου ιδέα, να είναι πολλές οι Τζοκόντες, την εγκατέλειψα μέσα στην πρώτη εβδομάδα. Η διαδικασία είναι η εξής: χορεύω, δοκιμάζω και κάποιες κινήσεις μού «μιλάνε», ότι είναι καλές. Οπότε πιάνομαι απ' αυτές και προχωρώ σιγά-σιγά. Η χορογραφία είναι για μένα σαν παζλ.

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Παρακολουθώντας την πρόβα, μου φάνηκε πολύ δύσκολο να πρέπει να καθοδηγήσεις και να ελέγξεις ένα μεγάλο σύνολο ανθρώπων, όταν μάλιστα χωρίζεται σε υποσύνολα παράλληλων δράσεων.
Αν δεν υπήρχε το βίντεο, εγώ δεν θα μπορούσα να κάνω αυτήν τη δουλειά. Δεν προλαβαίνεις να δεις τα πάντα. Πόσο μάλλον εδώ, στον χώρο των προβών, που είναι περιορισμένος ως προς τις διαστάσεις του και εξ ανάγκης οι χορευτές έρχονται κάποιες στιγμές πολύ μπροστά – η εποπτεία του συνόλου δεν είναι δυνατή. Τραβάω κάθε φορά την πρόβα, βλέπω το βίντεο και μετά κάνω τις διορθώσεις. Ευτυχώς, για μένα οι χορευτές της Λυρικής έχουν τερατώδη μνήμη στην κίνηση και μουσικότητα (δηλαδή πολύ καλή ανταπόκριση στη μουσική, στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τη μουσική και τη μεταφέρουν στη κίνησή τους).

 

Είναι ξεπερασμένο πια να θεωρούμε τον χορό τέχνη της νεότητας και της ωραιότητας. Αποκλείονταν πάρα πολλοί άνθρωποι, ενώ είναι τόσο ωραίο πράγμα οι άνθρωποι να κινούνται, να χορεύουν.

 

Ισχύει ότι η βασική εκπαίδευση του χορευτή δεν μπορεί παρά να είναι αυτή του κλασικού μπαλέτου;
Δεν συμφωνώ. Θα σου πω ένα ακραίο παράδειγμα: οι χορευτές του Butoh δεν έχουν καμία σχέση με την εκπαίδευση του μπαλέτου – και είναι πολύ δύσκολο για τους χορευτές του μπαλέτου να πάνε προς το Butoh. Η αλήθεια είναι ότι το μπαλέτο έχει πολύ μεγάλη Ιστορία κι έχει αναπτύξει μια τεχνική που έχει μεθοδευτεί μέσα στον χρόνο, η οποία εκπαιδεύει με συγκεκριμένο τρόπο τα σώματα – και αισθητικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν χορευτές του μπαλέτου να αναζητήσουν τον δρόμο του και να φτιάξουν τη δική τους γλώσσα.

 

Πώς σου φαίνεται που τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ανοίξει τα όρια του χορού και ως προς τις ηλικίες και ως προς τα σωματικά χαρακτηριστικά των χορευτών;
Το χρειαζόταν ο χορός αυτό το άνοιγμα. Είναι ξεπερασμένο πια να θεωρούμε τον χορό τέχνη της νεότητας και της ωραιότητας. Αποκλείονταν πάρα πολλοί άνθρωποι, ενώ είναι τόσο ωραίο πράγμα οι άνθρωποι να κινούνται, να χορεύουν.

 

Η αλήθεια είναι ότι το μπαλέτο έχει πολύ μεγάλη Ιστορία κι έχει αναπτύξει μια τεχνική που έχει μεθοδευτεί μέσα στον χρόνο, η οποία εκπαιδεύει με συγκεκριμένο τρόπο τα σώματα – και αισθητικά... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Η αλήθεια είναι ότι το μπαλέτο έχει πολύ μεγάλη Ιστορία κι έχει αναπτύξει μια τεχνική που έχει μεθοδευτεί μέσα στον χρόνο, η οποία εκπαιδεύει με συγκεκριμένο τρόπο τα σώματα – και αισθητικά... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Η τελειότητα της κίνησης, του σώματος, προκαλεί το θαυμασμό, αλλά την ίδια στιγμή δεν είναι ισοπεδωτική για τους απλούς θνητούς;
Μπορεί, αλλά για σκέψου τον κόπο που έχουν καταβάλει οι χορευτές, τις αμέτρητες ώρες δουλειάς που έχουν διαθέσει για να πετύχουν αυτή την τελειότητα. Δεν είναι φυσική, από τον Θεό, αυτή η ομορφιά – έχει αποκτηθεί με πολλή δουλειά, προσπάθεια και κούραση.

 

Τόσο στον «Μαρσύα» όσο και στο «Χαμόγελο της Τζοκόντας» είδα ότι συνδυάζεις το λεξιλόγιο του μοντέρνου χορού με αυτό του κλασικού. Ποιες είναι οι επιρροές σου;
Εκπαιδεύτηκα στο κλασικό μπαλέτο, μου άρεσε, αλλά δεν σκέφτηκα ποτέ ότι θα χορέψω με τούτου και πουέντ – παρότι ήμουν πολύ άνετη με τις πουέντ, τις φορούσα σαν παντόφλες. Θα σου πω δυο-τρία πράγματα που θυμάμαι πολύ έντονα: θυμάμαι (προτού ασχοληθώ με τον χορό) τα δάχτυλα της αδελφής μου στην κιθάρα όταν έπαιζε το Αστούριας – πόσο με γοήτευε η μικρή κίνηση των δαχτύλων. Θυμάμαι μια φορά στο μάθημα, που διασχίζαμε τον χώρο με μάτια κλειστά, και όταν στα τελευταία μέτρα άπλωσα το χέρι μου προς τον τοίχο, μου φάνηκε ότι ήρθε ο τοίχος και μ' ακούμπησε. Θυμάμαι μια πρόβα στο μπαλκόνι του σπιτιού του Δημήτρη (Παπαϊωάννου), πώς με φύσαγε ο αέρας καθώς κινιόμουν. Θυμάμαι την αίσθηση. Θυμάμαι τη δουλειά με τη Μαίρη Τσούτη στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, που είχε μια άλλη προσέγγιση, όχι απλώς να βάζει τον χορευτή να κάνει κάτι αλλά να ενδιαφέρεται για το τι αισθάνεται μέσα σε αυτό που κάνει. Θυμάμαι ακόμα όταν είδα παράσταση της Πίνα Μπάους στο Ηρώδειο – ήταν κάτι σαν αποκάλυψη.

 

Έχω ζηλέψει τον καλύτερο, δεν είμαι υπεράνω, αλλά τον καμαρώνω κιόλας, δεν είμαι βλάκας να κρατηθώ μόνο στη ζήλια. Μπορεί να στενοχωρηθείς που ο ίδιος δεν είσαι τόσο καλός, αλλά γίνεται να μην καμαρώσεις τον άλλο; Να μη χαρείς με το ταλέντο του;

 

Μερικές φορές, όταν βλέπω παράσταση «καθαρού χορού», νιώθω παθητικός θεατής και πλήττω...
Είναι δύο και μιλάνε. Και δεν συνεννοούνται. Ποιος φταίει; Κανένας, είναι η μία απάντηση. Και οι δύο, είναι η άλλη. Μπορεί με μια παράσταση εσύ να μην επικοινώνησες, κάποιος άλλος όμως να συνομίλησε. Μπορεί να μη χρειάζεται να επικοινωνήσεις. Μπορεί απλώς να ήταν κακή παράσταση. Δεν γίνεται να μην υπάρχουν και κακές παραστάσεις. Αλλά μέσα από τον κόπο που καταβάλλουν οι άνθρωποι για να δώσουν μορφή στον καημό τους, για να φτιάξουν κάτι που είναι αέρας, κάποιοι θα κατορθώσουν σπουδαία πράγματα. Αν με ρωτούσες, θα σου έλεγα ότι εγώ αγαπώ την αφηρημένη έκφραση στον χορό, όχι την αφηγηματική. Όταν βλέπεις ένα τοπίο, το εξηγείς; Κάτι αισθάνεσαι όμως. Τη μουσική την εξηγείς; Όχι. Η κίνηση έχει αυτή την ικανότητα, να προκαλεί αισθήματα χωρίς να χρειάζεται να αφηγείται μια ιστορία. Δεν χρειάζεται κάτι να καταλάβεις όταν βλέπεις, ας πούμε, έναν πίνακα αφηρημένης ζωγραφικής. Συμβαίνει, πάντως, να μην μπορούμε να επικοινωνήσουμε με κάποιες δουλειές, επειδή δεν είμαστε εκπαιδευμένοι καταλλήλως. Η εξοικείωση παίζει μεγάλο ρόλο στο πώς δεχόμαστε ένα καλλιτεχνικό έργο. Θυμάμαι την πρώτη φορά που κατάλαβα τη δύναμη της εξοικείωσης: όταν πρωτάκουσα ένα τραγούδι του Τζορτζ Χάρισον και η πρώτη σκέψη μου ήταν «τι βλακεία!». Το άκουγα όμως συχνά στο ραδιόφωνο και κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να το μουρμουρίζει. Στο τέλος, μάλλον μου άρεσε.

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Σε επηρέασε ποτέ ο ανταγωνισμός που είναι εγγενής στην τέχνη του χορού ήδη από τα χρόνια της σχολής;
Αν βλέπεις τον καλό να ξεχωρίζει, δεν κάνεις κι εσύ κάτι να γίνεις σαν κι αυτόν; Έχω ζηλέψει τον καλύτερο, δεν είμαι υπεράνω, αλλά τον καμαρώνω κιόλας, δεν είμαι βλάκας να κρατηθώ μόνο στη ζήλια. Μπορεί να στενοχωρηθείς που ο ίδιος δεν είσαι τόσο καλός, αλλά γίνεται να μην καμαρώσεις τον άλλο; Να μη χαρείς με το ταλέντο του; Κοίτα, στους χώρους της καλλιτεχνικής δημιουργίας δεν κινούνται άγγελοι, άνθρωποι είμαστε, μικρά, κακά, αχόρταγα ζωάκια. Απέχουμε πολύ από την τελειότητα. Μικρότερη αισθανόμουν ότι αν είχε ο άλλος χώρο, δεν θα 'χα εγώ. Τώρα αισθάνομαι όχι μόνο ότι για όλους υπάρχει χώρος αλλά και ότι οι άνθρωποι μπορούν να προσπαθούν να δημιουργήσουν με την κίνηση, με κωλοτούμπες, μπρέικ-ντανς, μπαλέτο, μοντέρνο χορό, μπούτο – όπως μπορεί και νιώθει ευχάριστα καθένας. Χωράμε όλοι. Είμαι πιο ήσυχη σ' αυτήν τη φάση της ζωής μου. Μεγαλώνω. Βλέπω στους νεότερους τον εαυτό μου πίσω στον χρόνο, την ορμή μου, τις αγωνίες μου, κι αισθάνομαι τρυφερότητα. Δεν θα ήθελα να ξαναγυρίσω στα είκοσί μου.

 

Η διαδικασία είναι η εξής: χορεύω, δοκιμάζω και κάποιες κινήσεις μού «μιλάνε», ότι είναι καλές. Οπότε πιάνομαι απ' αυτές και προχωρώ σιγά-σιγά. Η χορογραφία είναι για μένα σαν παζλ... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Η διαδικασία είναι η εξής: χορεύω, δοκιμάζω και κάποιες κινήσεις μού «μιλάνε», ότι είναι καλές. Οπότε πιάνομαι απ' αυτές και προχωρώ σιγά-σιγά. Η χορογραφία είναι για μένα σαν παζλ... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Μάνος Χατζιδάκις
«Το χαμόγελο της Τζοκόντας»
Χορογραφία: Αγγελική Στελλάτου
Μουσική διεύθυνση: Κωνσταντία Γουρζή
4, 5, 6, 7, 8, 10, 11 Μαρτίου 2015
Θέατρο Ολύμπια
Σκηνικά: Eύα Μανιδάκη
Kοστούμια: Κέννυ Μακ Λέλλαν
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
www.nationalopera.gr