Kανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία των Τεσσάρων από το Λιντς στη διαμόρφωση του πολιτικού post-punk, στο οποίο εισήγαγαν από νωρίς στοιχεία της μαύρης μουσικής – από το funk και το dub, μέχρι τη disco...
Kανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία των Τεσσάρων από το Λιντς στη διαμόρφωση του πολιτικού post-punk, στο οποίο εισήγαγαν από νωρίς στοιχεία της μαύρης μουσικής – από το funk και το dub, μέχρι τη disco...

 

Μαοϊκοί του post-punk ή οπαδοί του στρουκτουραλισμού; Οι απόψεις διχάζονται για την προέλευση του ονόματος των Gang of Four. Εντούτοις, κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία των Τεσσάρων από το Λιντς στη διαμόρφωση του πολιτικού post-punk, στο οποίο εισήγαγαν από νωρίς στοιχεία της μαύρης μουσικής – από το funk και το dub, μέχρι τη disco (γι' αυτό, άλλωστε, δεν τους άκουγαν οι ακραιφνείς punk). Κι επειδή ο άνθρωπος, εκτός του ότι είναι ζώο πολιτικό, έχει ανάγκη τη σωματική έκφραση του χορού, οι GoF έντυναν τις πολιτικές τους δηλώσεις με φλογερές κιθάρες, εκκωφαντικά μπάσα και εκρηκτικά κρουστά που ξεσήκωναν τα πλήθη – μουσική που ήταν τροφή για το σώμα και το πνεύμα.

 

Οι καιροί μπορεί να άλλαξαν από τα τέλη των '70s, αλλά ο Andy Gill το αντιλαμβάνεται απολύτως και το εκφράζει θαυμάσια.


Αλλά, όπως συμβαίνει συνήθως με τα γκρουπ που μετρούν αρκετές δεκαετίες στη μουσική, οι GoF έχουν βιώσει πολλές αλλαγές στη σύνθεση, διαστήματα απραξίας και επανασυνδέσεις, όπως εκείνη του 2004, η οποία υπήρξε βραχύβια, αφού προηγουμένως απέφερε μια παγκόσμια περιοδεία κι έναν δίσκο με επανεκτελέσεις. Το 2011, οι Jon King & Andy Gill μπήκαν στο στούντιο και ηχογράφησαν το «Content», έναν δίσκο που άστραφτε σαν έργο νεοεμφανιζόμενης και προικισμένης μπάντας – αλλά χρειάστηκε να απευθυνθούν στους θαυμαστές τους για χρηματοδότηση (o tempora, o mores!– άλλη μια επιβεβαίωση της αποσάθρωσης της μουσικής βιομηχανίας). Εντούτοις, επειδή τα θαύματα δεν διαρκούν πάνω από τρεις μέρες, ο Jon King αποχώρησε την επόμενη χρονιά – «... and then there was one»: δηλαδή, ο κιθαρίστας Andy Gill.


Ο Jon King εμπιστεύτηκε το βαρύ όνομα των GoF στον συνεργάτη του και το πνεύμα της μπάντας παραμένει ανέπαφο στο νέο τους άλμπουμ, «What happens next», κάτι σχεδόν αναμενόμενο, αφού ο Gill έγραφε πάντοτε τη μουσική. Όλα αρχίζουν με πρωτότυπο τρόπο: το «Where the nightingale sings» ξεκινάει με μια ηχογράφηση του Robert Johnson από το 1937, την οποία διαδέχονται τα υπόκωφα κρουστά του Jonny Finnigan. Ο πρώην τραγουδιστής των Gaoler's Daughter, John «Gaoler» Sterry, ο οποίος είναι ανακάλυψη του μάνατζερ του Gill, διαθέτει γερή φωνή και ό,τι του λείπει σε εμπειρία το αναπληρώνει πολύ ικανοποιητικά – ακούστε τον στο «Stranded», για παράδειγμα. Από το άλμπουμ περνούν διάφοροι guests, όπως η Alison Mosshart, η τραγουδίστρια των Kills, η οποία δένει θαυμάσια στο «Broken Talk» (μάλλον καλύτερα από την Eddie Reader στο «Content», κι αυτό σας το λέει μια φανατική της Eddie). Λιγότερο ταιριαστή μού φάνηκε η φωνή της Mosshart στο «England's in my bones», ίσως επειδή μου ακούγεται πιο αδύναμο ως τραγούδι. Ο Γερμανός τραγουδιστής και ηθοποιός Herbert Grönemeyer (πρωταγωνιστής στο Boot) ερμηνεύει με ευαισθησία το συγκλονιστικό «Dying Rays» στα αγγλικά και στα γερμανικά – το πιο σπουδαίο τραγούδι του δίσκου.


Άλλες ενδιαφέρουσες παρουσίες είναι η μπασίστρια Gail Ann Dorsey, η οποία κάνει φωνητικά στο «First World Citizen», και ο Robert Fruze από το ντουέτο των Big Pink που τραγουδάει στο «Graven Images». Στις κιθάρες, εκτός του Gill, ακούμε τον Γιαπωνέζο κιθαρίστα Hotei – γνωστή προσωπικότητα της post-punk σκηνής στη χώρα του.


Στο booklet του CD (και στο βινύλιο, υποθέτω) υπάρχουν οι οξυδερκείς στίχοι του Gill, οι οποίοι αξίζουν μια προσεκτική ανάγνωση και μελέτη. Οι GoF ήταν πάντοτε το post-punk του σκεπτόμενου και πολιτικοποιημένου κοινού των '80s. Οι καιροί μπορεί να άλλαξαν από τα τέλη των '70s, αλλά ο Andy Gill το αντιλαμβάνεται απολύτως και το εκφράζει θαυμάσια.

 

 

Τι άλλο καλό κυκλοφορεί;

 

Waterboys
Μodern blues
Αγωνία μάς πιάνει κάθε φορά που ένα παλιό και πολύ αγαπημένο γκρουπ κυκλοφορεί καινούργιο δίσκο. Κανείς δεν εγγυάται τίποτα – όσο μεγάλος κι αν υπήρξε. Και οι Waterboys έχουν πίσω τους τρεις ευδιάκριτες περιόδους: την αρχική με την επιβλητική Big Music, τη μεσαία της κέλτικης folk και τη μεταγενέστερη με τις παραδοσιακές ηλεκτρικές ρoκ ιδέες. Ωστόσο, μετά το «Ραντεβού του Mike Scott με την ποίηση με τον κυρίου Γέιτς», ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι ο Mike θα κατέφευγε στο Νάσβιλ και θα εμπλούτιζε ό,τι έχει απομείνει από τη Big Music με τα κόλπα της southern soul; Οπότε, σας έχω και καλά και κακά νέα: τα καλά νέα είναι ότι ο Mike Scott διατηρεί τη φωνή του, τη στιχουργική του φαντασία και δεξιοτεχνία και συνεχίζει να εφευρίσκει σύνθετες ενορχηστρωτικές ιδέες. Τα κακά είναι ότι το «Modern Blues» δεν ξέρει σε ποια βάρκα πατάει ακριβώς. Δίπλα στο hammond και τα σέξι πνευστά ακούγονται κάτι ηλεκτρικές κιθάρες που θυμίζουν το αλήστου μνήμης hard rock.

 

Erase Erratta
Lost weekend
Σπάνια συναντάμε γυναικεία μπάντα που οι κριτικοί να τη συγκρίνουν με πειραματικούς μουσικούς όπως ο Captain Beefheart, oι Minutemen και οι Σκωτσέζοι Dog Faced Herman. Αντιπαραβάλλοντας το τελευταίο άλμπουμ των Erase Errata με τα τρία προηγούμενα, το μόνο που μου λείπει είναι η φωνή της Sarah Jaffe – αν και αυτή έχει εγκαταλείψει το γκρουπ από το 2004. Στο «Lost Weekend», οι τρεις κοπέλες ασχολούνται περισσότερο με την αναβίωση του post-punk, χωρίς να απεκδύονται εντελώς τα πιο πειραματικά στοιχεία. Για παράδειγμα, δεν υποκύπτουν στον πειρασμό της υποταγής στη μελωδία, αλλά παραμένουν πιστές στη σκληρή, κοφτή και ανελέητη rhythm section («My life in shadows»), ενώ στο πρώτο τραγούδι του δίσκου, το οποίο ονομάζεται «History of Handclaps», κάνουν αυτό ακριβώς: εντάσσουν τα ρυθμικά χειροκροτήματα που χαρακτήριζαν τη χορευτική σκηνή του Σαν Φρανσίσκο στις αρχές της νέας χιλιετίας στο κυρίως μουσικό μέρος – ένα κομμάτι επηρεασμένο ευδιάκριτα από τον Captain B. Δίσκος λιτός, χωρίς «γεμίσματα» και περιττές φιοριτούρες. Η κιθάρα και τα φωνητικά της Jenny Hoyston θυμίζουν τη «χρυσή εποχή» του new wave, χωρίς τη χρυσόσκονη που το έπνιξε τελικά – ακούστε το «In death I suffer». Αν βαθμολογούσα τους δίσκους, θα τους έβαζα 9άρι.

 

Boubacar Traoré
Mbalimaou
Ρίχνοντας μια ματιά στην ιστορία του Μάλι, ανακαλύπτουμε ότι οι περισσότεροι πρωθυπουργοί και μουσικοί της χώρας ονομάζονται ή Keita ή Traoré ή Touré. Αυτό δεν δείχνει έλλειψη πρωτοτυπίας, απλώς ότι το κάθε επίθετο σημαίνει καταγωγή από διαφορετική φυλή. Την εναλλαγή πρωθυπουργών ακολουθεί η πολιτική δίωξη των μελών της ηττημένης φυλής. Στις διώξεις αυτές οφείλεται το γεγονός ότι ο Boubacar Traoré δεν είναι σήμερα ο απόλυτος σούπερ σταρ της αφρικανικής μουσικής παράδοσης. Ωστόσο, ακούγοντας οποιονδήποτε δίσκο του –σας συστήνω ένθερμα τον τελευταίο, ο οποίος κυκλοφόρησε στις 26 Ιανουαρίου με τίτλο «Mbalimaou»– διαπιστώνει κανείς την προέλευση των μπλουζ και όλης της μαύρης δυτικής μουσικής. Δεν απέκτησε ποτέ τη δημοτικότητα του Salif Keita ή του φίλου του, Ali Farka Touré, ο Ry Cooder δεν του έκανε την παραγωγή των δίσκων του. Ο Boubacar Traoré παραμένει η κρυφή αδυναμία των φανατικών της αφρικανικής μουσικής και ένας από τους σημαντικότερους συνεχιστές της μεγάλης παράδοσης της μαλινέζικης σκηνής. Η φωνή του είναι ό,τι πιο μελαγχολικό έχουμε ακούσει μετά τα αγροτικά μπλουζ του Elmore James, η ακουστική κιθάρα του δένει με την εκ φύσεως μελαγχολική φυσαρμόνικα, λίγα κρουστά συμπληρώνουν το ηχητικό αποτέλεσμα. Δεν μπορείς να μην αναφωνήσεις: Mama Africa!