Είμαστε η γενιά του neutral. Το Ίντερνετ, τα social media και ο κατακερματισμός των μουσικών ειδών συμβάλλουν σε αυτό. Παλιά, όταν ήμουν μικρός, κάναμε γύρους στην περιοχή για να βρούμε άδεια μπασκέτα να παίξουμε. Τώρα όλοι είναι στα playstations και στα laptops...
Φωτό: Ευτυχία Βλάχου
Είμαστε η γενιά του neutral. Το Ίντερνετ, τα social media και ο κατακερματισμός των μουσικών ειδών συμβάλλουν σε αυτό. Παλιά, όταν ήμουν μικρός, κάναμε γύρους στην περιοχή για να βρούμε άδεια μπασκέτα να παίξουμε. Τώρα όλοι είναι στα playstations και στα laptops... Φωτό: Ευτυχία Βλάχου

 

Στο υπόγειο του King Elephant, όπου έχουν δημιουργηθεί όλα τα άλμπουμ των Baby Guru –και πρόσφατα το πρώτο προσωπικό του Prins Obi, το «Notions»–, παίζει το «Larry the King», ένα τραγούδι για τον Larry Gus (προφανώς) που ξεκινάει με funky ρυθμό και καταλήγει σαν ιντερλούδιο από τον Xριστουγεννιάτικο Εφιάλτη. Την ώρα που ο Obi τραγουδάει «Larry the King never drinks coffee / you will never see him high on drugs / he's only obsessed with the pineapple juices / add some milk, let him do the math» ο μικρός Larry (ο σκύλος του King Elephant) προσπαθεί να ζευγαρώσει με το πόδι μου.

 

Από παιδάκι έχω συνηθίσει να βλέπω τη μουσική ως αντίβαρο στη ρουτίνα της καθημερινότητας. Είναι κάτι με το οποίο εκφράζομαι, με κάνει να ηρεμώ και να νιώθω πιο ολοκληρωμένος. Αν με άφηνες να παίζω μόνο μουσική, μπορεί και να μην έκανα τίποτα


Οι Baby Guru έχουν μόλις γυρίσει από τη Νέα Υόρκη και δεν φαίνεται να τους έχει εντυπωσιάσει και πολύ ούτε η πόλη ούτε καν το γεγονός ότι το MTV τους επέλεξε στις 5 καλύτερες εμφανίσεις του φεστιβάλ CMJ (ανάμεσα σε 1.300 καλλιτέχνες). «Δεν με ενθουσίασε» λέει ο Obi. «Μου φάνηκε χαοτική πόλη, πολύ σκληρή και σε φρενήρεις ρυθμούς. Ένιωσα πολύ αναλώσιμος. Καμία σχέση με την αίγλη της Ευρώπης. Δεν ξέρω γιατί μου είχε κολλήσει στο μυαλό ότι θα ήταν ένα μεγάλο και ακόμα πιο πολυπληθές Λονδίνο, αλλά, πέρα από το Μπρούκλιν όπου μέναμε –το οποίο θυμίζει λίγο Ανατολικό Λονδίνο–, δεν είχε καμία σχέση με την ενέργεια, την ατμόσφαιρα και τους ρυθμούς του. Κάναμε βόλτες την πρώτη μέρα στο Μανχάταν και την Times Square, βλέπαμε τα λεφούσια από κόσμο στα πεζοδρόμια που ήταν αδύνατο να διασχίσεις, τους δρόμους τίγκα στα ταξί και τα πελώρια κτίρια με τις digital διαφημίσεις κι ένιωσα για λίγο ότι βρισκόμουν στο κέντρο του κόσμου. Μετά σκέφτηκα "γιατί να είναι ωραίο το κέντρο του κόσμου; Μήπως μας έχουν κάνει πλύση εγκεφάλου η βιομηχανία του θεάματος και το Χόλιγουντ μέσα από τις ταινίες που έχουμε δει; Γιατί να έχουμε τη Νέα Υόρκη ως κέντρο του κόσμου στο υποσυνείδητό μας;". Είναι μια επίπλαστη εικόνα αυτή που έχουμε φτιάξει από τις ταινίες. Αυτό που μου άρεσε πολύ ήταν το ΜΟΜΑ – οι ζωγράφοι μού έκαψαν το μυαλό. Αν θέλεις να έρθεις σε επαφή με πολιτισμό, αυτό έχουν, τελικά, τα μουσεία. Δεν έχουν μνημεία, όπως η Ρώμη ή το Παρίσι. Και το Μητροπολιτικό Μουσείο μου άρεσε πολύ. Φαντάζομαι ότι υπάρχουν άπειρα μέρη που δεν πρόλαβα να δω και που σίγουρα θα ήταν πολύ ωραία κι ενδιαφέροντα, αλλά ως ενέργεια δεν ήταν αυτό που περίμενα».


Ο Obi φαίνεται απρόσμενα ήρεμος. Δεν θυμίζει καθόλου τον αεικίνητο άνθρωπο της σκηνής που χτυπιέται στα live τους. Και στον δίσκο του ακούγεται πολύ διαφορετικός από τα κομμάτια των Baby Guru. «Όνειρό μου ήταν πάντα να γίνω songwriter» λέει. «Έγραφα τραγούδια από μικρός και αυτός ο δίσκος έχει μερικά απ' όσα έγραψα σποραδικά μέσα στα χρόνια». «Όταν σε ρωτούσαν τι θέλεις να γίνεις, έλεγες songwriter;». Γελάει. «Δεν ήξερα τι ήθελα να γίνω. Ούτε τώρα που είμαι 30. Δεν νομίζω ότι ξέρει κανείς τι θέλει να γίνει. Υποσυνείδητα σε επηρεάζει η οικογενειακή κατάσταση. Και οι δυο γονείς μου ήταν φαρμακοποιοί και προσπαθούσαν να ζήσουν αξιοπρεπώς. Είχα και μια κλίση στα μαθήματα που χρειάζονταν για να περάσω στη Φαρμακευτική –μου άρεσε πολύ η χημεία– κι έτσι μπήκα στη σχολή και τέλειωσα εύκολα. Οι γονείς μου δεν με πίεσαν ποτέ. Αν τους έλεγα ότι θέλω να κάνω μουσική, δεν θα είχαν πρόβλημα. Από παιδάκι, όμως, έχω συνηθίσει να βλέπω τη μουσική ως αντίβαρο στη ρουτίνα της καθημερινότητας. Είναι κάτι με το οποίο εκφράζομαι, με κάνει να ηρεμώ και να νιώθω πιο ολοκληρωμένος. Αν με άφηνες να παίζω μόνο μουσική, μπορεί και να μην έκανα τίποτα τελικά».

 

Παλιά υπήρχε το πανκ, υπήρχε το hip hop, μουσική με την οποία μπορούσες να κάνεις τη δική σου "αντίσταση". Σήμερα, μουσική διαμαρτυρίας δεν υπάρχει. Ίσως φταίνε και τα social media που μας έχουν ουδετεροποιήσει και μας έχουν κάνει απολιτίκ. Είμαστε η γενιά του neutral


Σε μια κρίση ενηλικίωσης, νοσταλγεί τα χρόνια της αθωότητας, τότε που ήταν στο σπίτι και διάβαζε και οι μόνες ευθύνες ήταν το σχολείο και το φροντιστήριο. «Ήμασταν πιο αγνοί τότε, πιο ελαφριοί, χωρίς τα σκατά που σταδιακά μας γεμίζουν. Αν γυρνούσα πίσω στον χρόνο, τα ίδια θα έκανα, απλώς θα έπαιρνα τον Γιάννη και θα βγαίναμε πιο πολύ έξω, επειδή υπήρξε μια περίοδος που είχαμε μπουκώσει. Θα τον πήγαινα πιο συχνά στις πουτάνες. Είχαμε πάει μια φορά να δούμε τι παίζει όταν ήμασταν στην Α' Λυκείου, αλλά εκεί που αρχίσαμε να περπατάμε στη Φυλής, έβγαιναν από τα μπαλκόνια κάτι πολύ δυσοίωνες και τρομακτικές τσατσάδες, με πρόσωπα περίεργα. Νιώσαμε ότι βρισκόμαστε σε ένα δυστοπικό μέλλον, σαν ταινία επιστημονικής φαντασίας. Τρομάξαμε και φύγαμε. Δεν κάναμε τίποτα, αλλά τώρα θα ήμασταν πιο ξεθαρρεμένοι». Με τον Γιάννη είναι κολλητοί από τη Β' Λυκείου, φίλοι αδελφικοί – και με τον Άξιο, τον τρίτο του συγκροτήματος. Από τις πρώιμες εφηβικές δοκιμές των Baby Guru –που τότε δεν είχαν όνομα– «μέχρι το Notions» δουλεύουν μαζί και η σχέση τους είναι αξιοθαύμαστη.

 

 Νιώθω πολύ γεμάτος κι ευτυχισμένος. Σαφώς και με κολακεύει να με ακούει κόσμος. Δεν έχω σκοπό, όμως, να γίνω ποπ σταρ. Αρκεί να είμαι ικανοποιημένος με αυτό που κάνω... Φωτό: Ευτυχία Βλάχου
Νιώθω πολύ γεμάτος κι ευτυχισμένος. Σαφώς και με κολακεύει να με ακούει κόσμος. Δεν έχω σκοπό, όμως, να γίνω ποπ σταρ. Αρκεί να είμαι ικανοποιημένος με αυτό που κάνω... Φωτό: Ευτυχία Βλάχου


Ο Larry έρχεται πάλι στο πόδι μου για να ολοκληρώσει αυτό που άφησε μισό, αλλά ο «μπαμπάς» του τον μαλώνει και κρύβεται κάτω απ' τον καναπέ. Το τηλέφωνο χτυπάει ασταμάτητα και ο Obi το κλείνει για να συνεχίσουμε την κουβέντα. «Αυτή την εποχή μάς βλέπω όλους –κι εμένα, δηλαδή, και τους φίλους μου και όλο τον κόσμο– να είμαστε μπροστά από smartphones, iΡads, laptops. Με ανησυχεί η συσσώρευση τόσης άχρηστης πληροφορίας. Αυτό θα οδηγήσει σε προβλήματα σε μερικά χρόνια» λέει. «Με τόσα που φορτίζουν το υποσυνείδητό μας, θα βλέπεις ανθρώπους να κλατάρουν». Μιλάει για τα «φωτισμένα πρόσωπα», τον κόσμο που ζει μπροστά από μια φωτεινή οθόνη και την «κουλτούρα του like», που είναι ο νέος λαϊκισμός. «Δεν θα είχε ενδιαφέρον το facebook να έχει και dislike; Αλλά δεν το κάνουν, γιατί υποτίθεται πως είναι ένα δίκτυο που στόχο έχει να ενώσει κόσμο, ασχέτως του το τι πραγματικά είναι. Υπάρχουν άπειρες θεωρίες συνωμοσίας. Το δικό μου το facebook το έκανα πριν από ενάμιση χρόνο. Έχω λίγους φίλους. Δεν ήξερα καν πώς δουλεύει. Το έκανα κάποια Χριστούγεννα και την πάτησα. Πιάνω πολλές φορές τον εαυτό μου να κάνει scroll down όταν βαριέται. Όσο και αν την κατακρίνω, μου αρέσει και αυτή η συσσώρευση άχρηστης πληροφορίας. Και αυτή η κουλτούρα του like, που είναι πολύ μυστήρια. Είναι σαν να έχουν παγώσει, πεθάνει και ψηφιοποιηθεί οι ανθρώπινες σχέσεις. Το δόλωμα του facebook είναι ότι σε έκανε να νιώσεις πως από εκεί που δεν ανήκες πουθενά, ξαφνικά έχεις δύναμη και η ζωή σου αφορά και άλλους ανθρώπους».


Με τον Obi μπορείς να μιλάς ώρες για μουσική, γιατί είναι από τους λίγους ανθρώπους που μπορoύν ακόμα να φανατίζονται για έναν δίσκο. Τον ρωτάω αν μπορεί κάποιος νεαρός ακροατής να ταυτιστεί με τη σημερινή μουσική και να τη χρησιμοποιήσει όπως παλιά, και έξω από το laptop. «Παλιά υπήρχε το πανκ, υπήρχε το hip hop, το drum'n'bass, μουσική με την οποία μπορούσες να κάνεις τη δική σου "αντίσταση". Σήμερα, μουσική διαμαρτυρίας δεν υπάρχει» λέει. «Ίσως φταίνε και τα social media που μας έχουν ουδετεροποιήσει και μας έχουν κάνει απολιτίκ. Είμαστε η γενιά του neutral. Το Ίντερνετ, τα social media και ο κατακερματισμός των μουσικών ειδών συμβάλλουν σε αυτό. Παλιά, όταν ήμουν μικρός, κάναμε γύρους στην περιοχή για να βρούμε άδεια μπασκέτα να παίξουμε. Τώρα όλοι είναι στα playstations και στα laptops».


«Παλιά υπήρχε και κυρίαρχος ήχος, έτσι κάθε εποχή μπορούσες να τη συνδέσεις με τη μουσική της. Σήμερα υπάρχει κυρίαρχος ήχος;» τον ρωτάω. «Κυρίαρχο ήχο θα μπορούσες να πεις μόνο το R'n'B, ίσως να είναι το "Happy" του Pharell Williams που ακούγεται από το Λος Άντζελες μέχρι το προποτζίδικό μου. Δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να ενώσει πολύ κόσμο, όπως παλιά. Δεν μου αρέσει η τόση ισοπέδωση. Προσπαθώ να κρατήσω ακόμα κάποια πιο παλιά πράγματα. Πηγαίνω σινεμά και στο εξοχικό μου –όπου δεν έχω laptop–, πάω στο βιντεοκλάμπ και νοικιάζω ταινίες. Μου αρέσει η κουλτούρα του βιντεοκλάμπ».


«Γιώργο, γιατί φτιάχνεις μουσική;».


«Επειδή με γεμίζει πνευματικά. Με ολοκληρώνει. Είναι ο πιο γνήσιος τρόπος έκφρασης που διαθέτω ως άνθρωπος. Ακόμα δεν ζω από αυτό. Έχω πρωινή δουλειά. Δεν έχω μάστερ πλαν, το κάνω επειδή με εκφράζει και μου αρέσει η όλη διαδικασία. Μου αρέσουν τα live. Μου αρέσει η διαδικασία ηχογράφησης, όπου από το μηδέν γεννάς ένα καινούργιο πράγμα. Νιώθω πολύ γεμάτος κι ευτυχισμένος. Σαφώς και με κολακεύει να με ακούει κόσμος. Δεν έχω σκοπό, όμως, να γίνω ποπ σταρ. Αρκεί να είμαι ικανοποιημένος με αυτό που κάνω».


Το «Notions» του Prins Obi κυκλοφορεί από την Inner Ear.