Η Charlyn Marie Marshall έμαθε να τραγουδάει στην εκκλησία, όπως οι περισσότεροι σπουδαίοι Αμερικανοί τραγουδιστές...
Η Charlyn Marie Marshall έμαθε να τραγουδάει στην εκκλησία, όπως οι περισσότεροι σπουδαίοι Αμερικανοί τραγουδιστές...

 

Γεννημένη στην Ατλάντα της Τζόρτζια και μεγαλωμένη με μουσική σόουλ, η Charlyn Marie Marshall έμαθε να τραγουδάει στην εκκλησία, όπως οι περισσότεροι σπουδαίοι Αμερικανοί τραγουδιστές. Έγινε γνωστή ως Cat Power από το όνομα της πρώτης της μπάντας, αλλά ανακάλυψε τον δικό της προσωπικό ήχο το 1992, όταν μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και είδε μια συναυλία του συνθέτη, μουσικού και φιλόσοφου Anthony Braxton. Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τον Δεκέμβριο του 1994, όταν ηχογράφησε μέσα σε μια ημέρα τα δύο πρώτα άλμπουμ της, και από τότε η Cat Power άλλαξε ύφος αρκετές φορές. Όπως άλλαξε και διάφορους τρόπους ζωής: από καινούργιο αστέρι της δισκογραφικής Matador έγινε ερημίτισσα, καταφεύγοντας σε μια αγροικία στη Νότια Καρολίνα. Εκεί είδε έναν εφιάλτη που οδήγησε στην ηχογράφηση του «Moon Pix» στην Αυστραλία, το 1998, με τη βοήθεια των Dirty Three.

 

Το «Greatest» είναι δίσκος που τα έχει όλα: ερωτικές εξομολογήσεις, μελαγχολία για διαλυμένες σχέσεις, jazzy μελωδίες, μπαλάντες παλιομοδίτικες.


Μετά από ένα μικρό πέρασμα από τον κόσμο της μόδας, το 2001, και πολλά προσωπικά σκαμπανεβάσματα και παιχνίδια με εξαρτήσεις, η Cat Power κατάφερε να σταθεί στα πόδια της και να ολοκληρώσει δίσκους που δείχνουν πόσο έντονη είναι η επιρροή της σε όλες τις νεότερες τραγουδοποιούς – ερμηνευτικά και στιχουργικά. Φέτος το φθινόπωρο βρίσκεται σε περιοδεία στην Ευρώπη και όσοι δεν την ξέραμε την πρώτη φορά που είχε έρθει στην Ελλάδα (τον Ιούνιο του 2000, στο Mo Better), θα συρρεύσουμε στο Fuzz, στις 21 Νοεμβρίου, για να δούμε από κοντά αυτή την εύθραυστη, ιδιοσυγκρασιακή τραγουδοποιό που μοιάζει τελείως ξένη στον κυνικό, εξωστρεφή κι επιφανειακό κόσμο της σύγχρονης μουσικής.


Σε όσους θέλουν να προετοιμαστούν για το λάιβ προτείνω δύο άλμπουμ και μερικά τραγούδια σκόρπια. Ίσως λόγω της αδυναμίας μου στη σόουλ, θεωρώ κορυφαίο δίσκο της τον «The Greatest», του 2006, επειδή μ' αυτόν επέστρεψε στις ρίζες της, στη γλυκιά και αισθησιακή μουσική του αμερικανικού Νότου. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στο Μέμφις, από ντόπιους μουσικούς που ξέρουν τα συστατικά της sweet soul music, αφού ήταν υπεύθυνοι για τους δίσκους του Al Green, της Ann Peebles και του O. V. Wright. Το «Greatest» είναι δίσκος που τα έχει όλα: ερωτικές εξομολογήσεις, μελαγχολία για διαλυμένες σχέσεις, jazzy μελωδίες, μπαλάντες παλιομοδίτικες. Και το ομώνυμο τραγούδι, «The Greatest», είναι ένα από τα 50 ωραιότερα τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ. Έστω, ένα από τα 100.


Στις περιοδείες της η Cat Power συχνά καταφεύγει σε διασκευές, έχει ηχογραφήσει μάλιστα δύο άλμπουμ με τραγούδια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι «ρίζες» της. Αμφιταλαντευόμενη ανάμεσα στο «Cover Records» και το «Jukebox», καταλήγω στο πρώτο· παρότι στο δεύτερο υπάρχει μια εξαιρετική εκτέλεση του «Don't Explain», ποιος θέλει να ακούσει την Cat να διασκευάζει Liza Minnelli ή James Brown; Η πιο ενδιαφέρουσα στιγμή του «Cover Records» είναι η απόδοση του «(I can't get no) Satisfaction» – η πρώτη φορά που προσέχει κανείς τι ακριβώς λένε όλοι οι στίχοι και όχι μόνο το ρεφρέν. Εκεί βρίσκουμε τη μοναδική εκτέλεση του «I found a reason» που μπορεί να σταθεί δίπλα στο πρωτότυπο των Velvet Underground. Και το υπνωτιστικό «Sea of Love», και φυσικά το «Red Apples» του παλιού της αγαπημένου Bill Callahan.


Για τα σκόρπια τραγούδια, θα σας συστήσω να καταφύγετε στο YouTube: ακούστε τις σκοτεινές διασκευές «Don't Explain» και «Dark end of the street», όπου η Cat Power δείχνει πόσο ουσιαστικά έχει χωνέψει όλο το φάσμα της μαύρης μουσικής· τις δικές της συνθέσεις «Good Woman», «Cross Bones Style», «Nude as the News» και «Werewolf». Και τρία τραγούδια από τον τελευταίο της δίσκο, «Sun», του 2012: το «Cherokee», το «3,6,9» και το «Manhattan». Θα σας δω στο κάγκελο, αριστερά κάτω από τη σκηνή.

 

CAT POWER + OPENING ACT: T.B.A.
Παρασκευή 21 Νοεμβρίου, Fuzz Live Music Club (Πειραιώς 209 & Πατριάρχου Ιωακείμ 1, Ταύρος, Αθήνα, 210 3450817, www.fuzzclub.gr).

Η προπώληση ξεκινάει στα 23 ευρώ και θα ισχύσει για περιορισμένο αριθμό εισιτηρίων. Μετά την εξάντλησή τους θα συνεχιστεί στα 25 ευρώ. Στο ταμείο, το βράδυ της συναυλίας, η τιμή θα είναι 28 ευρώ.

Διάθεση: τηλεφωνικά στο 11 876, στα καταστήματα Public, Seven Spots, Παπασωτηρίου, Ιανός, Reload και το www.viva.gr.

 

Τι άλλο καλό κυκλοφορεί;

 

Limiñana
I've got trouble in my mind: 7 and rare stuff 2009/2014
Το ζευγάρι από το Περπινιάν κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες το άλμπουμ «I 've got trouble in my mind: 7 and Rare Stuff 2009/2014», μια συλλογή/best of με τα (εξαντλημένα) σινγκλάκια τους, συν δύο ακυκλοφόρητα κομμάτια. Ο Lionel και η Marie Limi'nana είναι από τους αναβιωτές του ήχου της «μοντέρνας γαλλικής μουσικής» των '60s – της σκηνής που ονομάστηκε ye-ye (από τα yeah! yeah! των συγκροτημάτων του Merseybeat). Μια σκηνή η οποία άνθισε σε όλο τον ευρωπαϊκό Νότο (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία – να τολμήσω να προσθέσω και την Ελλάδα;), αλλά θεωρείται γαλλική επειδή στο συλλογικό ασυνείδητο ταυτίστηκε με τον –πολύ μεγάλο– Serge Gainsbourg. Ο ήχος των Limi'nanas θυμίζει ασπρόμαυρες ταινίες της nouvelle vague, αλλά ευτυχώς δεν είναι lounge, αφού οι φαζαρισμένες κιθάρες τους παραπέμπουν περισσότερο στο garage που μάθαμε από τις συλλογές Nuggets. Κορυφαία στιγμή του δίσκου: η ελεύθερη και σέξι απόδοση του «Wild Thing» των Troggs με τίτλο «Tu es à moi».

 

She Keeps Bees
Eight house
Ένα άλλο ντουέτο, από το Μπρούκλιν αυτήν τη φορά, είναι οι She Keeps Bees, ένα σχήμα indie/rock με συναρπαστικές σόουλ/μπλουζ χροιές. Το τέταρτο άλμπουμ τους, με τίτλο «Eight House», αποπνέει μια βαθιά ρετρό μελαγχολία, ενώ συνδυάζει ισορροπημένα τις οργισμένες indie κιθάρες με το ηλεκτρικό πιάνο και τα πνευστά. Το κυριότερο ατού του δίσκου είναι η smoky φωνή της Jessica Larrabee, λυρική και πλούσια. Ακούστε πόσο μαγικά δένει με τα πνευστά και τα φωνητικά της Sharon van Etten στο «Owl» και στο «Is what it is».

 

Mirel Wagner
When the cellar children see the light of day

Γεννημένη στην Αιθιοπία, ζει στη Φινλανδία και βγάζει δίσκους στη Sub Pop. Είναι η Mirel Wagner και η μουσική της είναι η πιο σκοτεινή folk της φετινής χρονιάς. Το δεύτερο άλμπουμ της λέγεται «When the cellar children see the light of day» και για να περιγράψει κανείς τη θεματολογία του χρειάζεται έναν όρο λιγότερο φθαρμένο από το gothic. Την ψιθυριστή και δυσοίωνη ερμηνεία της επιτείνει η υπέρμετρα λιτή ενορχήστρωση: μια ακουστική κιθάρα κυρίως, και σε κάποια σημεία το τσέλο, ένα αρμόνιο, το ηλεκτρικό πιάνο. Στην εισαγωγή του «Oak Tree» αντιγράφει σχεδόν το «Heart of Gold» (του Neil Young), οι στίχοι της όμως αφηγούνται ένα τρομακτικό αληθινό παραμύθι για τα παιδιά που χάθηκαν – πιο άγριο από τα αιματοβαμμένα παραμύθια των αδελφών Γκριμ.

 

Marianne Faithfull
Give my love to London

Και μια τελευταία πρόταση: το καινούργιο άλμπουμ της Marianne Faithfull, με τίτλο «Give my love to London», το οποίο προτείνω όχι από συνήθεια, ούτε επειδή είμαι λάτρης της φωνής της. Η Marianne, που φέτος κλείνει 50 χρόνια στη μουσική, επιστράτευσε εδώ μια μπάντα από μουσικούς-αστέρια (Ed Harcourt, Adrian Utley, Rob Ellis, Warren Ellis). Τα τραγούδια τα έγραψε σε συνεργασία με την Anna Calvi, τον Ed Harcourt, τον Steve Earle και τον Nick Cave, ενώ δύο κομμάτια τής χάρισαν και οι Leonard Cohen και Roger Waters. Το ομώνυμο τραγούδι είναι ένα πικρό ειρωνικό αριστούργημα που ανακαλεί μια καταστροφή ανάλογη εκείνης του «London Calling» (ή εγώ βρίσκω σε όλα την επιρροή των Clash;): «The river's running bloody, the towers tumbling down».