Eικονογράφηση: Dreyk The Pirate / LifO
Eικονογράφηση: Dreyk The Pirate / LifO

 

Ο θάνατος δεν είναι ο τελευταίος σταθμός ενός ανθρώπου – ειδικά αν η «αναχώρηση» δεν είναι σωματική αλλά συμβολική. Στην περίπτωση του Νίκου Θέμελη, η πρόωρη τελευτή που επήλθε πριν από τρία χρόνια δεν σήμανε ούτε το τέλος των λέξεων αλλά ούτε και το τέλος των συμβόλων. Στο κείμενο που ενδεχομένως να άφησε ημιτελές με τον τίτλο Αναχώρηση (μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο) αλλά που είναι ολοκληρωμένο ως προς την άποψη των βασικών του επιδιώξεων, οι πρωταγωνιστές πεθαίνουν –όπως ο πρώτος κεντρικός του ήρωας, ο Λάζαρος Χατζημιχαήλ– ή αποχωρούν, αλλά οι ιδέες τους εξακολουθούν να υπάρχουν. Λάμπουν καθώς μοιράζονται ανάμεσα σε ανθρώπους που στοχεύουν σε έναν άλλο πολιτισμένο κόσμο, δίνουν τη δική τους μάχη καθώς αγωνίζονται να βελτιώσουν ένα αβέλτερο πλήθος, κυριαρχούν καθώς αναπολούν τα μεγάλα τους ιδανικά. Είναι, εν ολίγοις, σχεδόν πλατωνικές καθώς ξεχωρίζουν στην καθαρότητά τους και δεν υποτάσσονται, σχεδόν ποτέ, στη μολυσμένη από τρομακτικά γεγονότα ιστορία. Στον κόσμο των καθαρών ιδεών, στο συμβολικό ακρωτήρι του Φινιστέρου (εμπνευσμένο από τη μυθική «Οκτάνα») όπου κατευθύνεται ο τελευταίος πρωταγωνιστής από την Αναχώρηση τα πράγματα φαντάζουν σχεδόν ιδανικά. Εκεί μοναδική κυριαρχία έχει ο λόγος και ο άνθρωπος, η λογική των επιχειρημάτων και οι αρχές του Διαφωτισμού.

 

Κι αυτή είναι αντίστοιχα η χαρά των αναγνωσμάτων του Θέμελη: ότι δεν προσποιούνται κάτι που δεν είναι, δηλαδή απλές αφηγήσεις ιστοριών, αλλά μεταμορφώνονται σε αφηγήσεις των ιδεών τις οποίες θα κατακτούσε ο  Έλληνας αν δεν είχε παρασυρθεί από τις σκοτεινές ατραπούς της ιστορίας, τους εμφυλίους και τον ραγιαδισμό. Τα μυθιστορήματα του Θέμελη δεν προσδοκούν τόσο να εξωραΐσουν το ποιόν των κατοίκων μιας, κατά τα άλλα, ταλανισμένης χώρας αλλά να δείξουν σε ποιο βαθμό τα τραγικά γεγονότα τούς οδήγησαν αντί για τον κόσμο των ιδεών, στον άκρατο παραλογισμό. Τι έφταιξε σ’ αυτό; Ότι ακριβώς δεν υπήρξε η κατάλληλη παιδεία, ενώ απουσίαζε παντελώς η αστική τάξη ως φορέας αξιακών προτύπων. Ακολουθώντας σχεδόν κατά γράμμα τη θέση του φιλοσόφου Παναγιώτη Κονδύλη, ότι η απουσία της αστικής τάξης οδήγησε τη χώρα στην πολιτισμική παρακμή, ο Θέμελης αποδίδει όχι τυχαία στους ιδανικούς του ήρωες τα χαρακτηριστικά του μορφωμένου μεγαλοαστού. «Σε καμιά της στιγμή η ελληνική πραγματικότητα δεν διαμορφώθηκε αποκλειστικά, καθοριστικά και τελεσίδικα από μια κοινωνική τάξη, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “αστική”» έγραφε ο Κονδύλης, επιμένοντας στη δυτικοευρωπαϊκή έννοια του όρου. Αντίστοιχα, πάλι, οι ήρωες του Θέμελη είναι με έναν ρομαντικό τρόπο υποδειγματικά πεπαιδευμένοι, ξεκινώντας από τον βασικό του πρωταγωνιστή Λάζαρο Χατζημιχαήλ, ο οποίος έζησε τα χρόνια της ελληνικής επανάστασης και «τον γνώριζε όλο το Ναύπλιο, από τον Μαυροκορδάτο και τον Κουντουριώτη μέχρι τον τελευταίο χαμάλη στο λιμάνι, προσωπικά ή κατ’ όνομα που όλοι σέβονταν και τιμούσαν. Άνθρωπος προσηνής, έντιμος και μπεσαλής, εχθρούς, όπως έλεγαν, δεν είχε». Διάβαζε Ντεκάρτ τα σκοτεινά βράδια δίπλα στο τζάκι, αγαπούσε τις υψιπετείς αναστοχαστικές συζητήσεις και αδυνατούσε να υποταχθεί στη βαρβαρότητα. Ήξερε, άλλωστε, ως ιδανικός στοχαστής ότι ακόμα κι ο κατά τα άλλα αγαθών προθέσεων Μαυροκορδάτος είχε το πλευρό του τους ραγιάδες που «θα τους πληρώνουμε για χρόνια, αφού την εξουσία της ελεύθερης Ελλάδας θα τη βλέπουν πάντα σαν το δοβλέτι του Σουλτάνου. Σκέψου και θα καταλάβεις τι σημαίνει…» έλεγε. Κάτι που αποδείχθηκε περίτρανα στην περίπτωση του ενός από τους απογόνους του: ο γιος του Αργύρης μπορεί να αποδείχθηκε άξιος γιος του πατέρα του, αλλά τα δυο του αγόρια δεν είχαν την ίδια τύχη. Σε αντίθεση με τον εγγονό που έφερε το όνομά του, ο έτερος γιος του Αργύρη, ο Σάκης, επιβεβαίωσε στην πράξη την προφητεία του παππού του: ως οπαδός κάθε είδους συνωμοσιολογίας, ασπάστηκε τη δική του αφήγηση, που ήθελε τους προγόνους του διεστραμμένους αστούς κι έτσι έφτασε να αποδειχθεί θιασώτης του πιο ακραίου λαϊκισμού. Όταν, όμως, είδε ότι το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, τον οποίο κάποτε υποστήριζε, να χάνει την εξουσία, φυσικά δεν δίστασε να κατέβει ως υποψήφιος με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Βολεμένος σε έναν γάμο συμφερόντων, δοκησίσοφος και ρίψασπις, ο Σάκης φαίνεται να εκπροσωπεί ό,τι ο συγγραφέας, πολιτικός και διανοούμενος Θέμελης ανέκαθεν απεχθανόταν, τον τυχοδιωκτισμό και τη δημαγωγία. Συμπεριφορές που, όπως παρατηρεί «από εξαίρεση γινότανε κανόνας, από πράξεις ντροπής μεταλλάσσονταν σε πράξεις καταξίωσης κι επιτυχίας (…), πράμα που τον έκανε να νιώθει όλο και πιο ξένος».

 

#quote#

 

Και κάπως έτσι αποφασίστηκε η τελική «αναχώρηση» για το ακρωτήρι του Φινστέρου, ως παρηγοριά στα όσα αποτροπιαστικά αντίκριζε το alteregoτου συγγραφέα, ο Λάζαρος. Μακριά από ανθρώπους στους οποίους η πιο τραγική όψη της ιστορίας είχε βρει τον ιδανικό αρνητικό εκφραστή της κι από συνθήκες που δεν ευνοούσαν την αγάπη και τον διάλογο. Με αυτά γαλουχήθηκε ο συγγραφέας και σε αυτά στόχευε με τα μυθιστορήματά του, αντιπαραβάλλοντας σε όσα ιδανικά υποστηρίζει ιστορικά παραδείγματα, τα οποία δεν διστάζει να μεταφέρει στην πιο απομυθοποιητική τους διάσταση, αποδομώντας, εν προκειμένω, ακόμα και τους κυρίαρχους μύθους της ελληνικής επανάστασης. Όπως μας πληροφορεί και η κατεξοχήν επιμελήτρια των βιβλίων του Ελένη Μπούρα, η οποία έφερε και την ευθύνη της παρούσας έκδοσης, στο σημείωμά της: «Από την έκδοση της Συμφωνίας των Ονείρων μέχρι τον Ιούλιο του 2001 τηλεφωνικά άκουγα κάποιες σκέψεις για τον καινούργιο κόσμο στον οποίο έμπαινε συγγραφικά –για την επανάσταση του ’21– και πώς οι σύγχρονοι καιροί αρχίζουν να παίρνουν σχήματα του παρελθόντος». Λόγια που απέπνεαν την πίκρα ότι η ίδια ιστορία υποδεικνύει την ανάγκη της ύστατης φυγής.

 

Με αυτή την πικρή γεύση, το ότι δεν αξιώθηκε να δει τους πρωταγωνιστές του να περιδιαβάζουν ένα ολβιόδωρο και αρμονικό πραγματικό σύμπαν, ο Νίκος Θέμελης άφησε τη δική του παρακαταθήκη στον κόσμο των ιδεών. Άλλωστε, δεν ήθελε τίποτε άλλο από το να δει τους Έλληνες ως εχέφρονες ανθρώπους της Δύσης να βγαίνουν περήφανοι κι ευθυτενείς από τα έγκατα του σπηλαίου χωρίς να αντικρίζουν σκιές αλλά τη μία και μοναδική αλήθεια – τη μέχρι σήμερα ανυπεράσπιστη ιδέα της σωφροσύνης. Και με αυτό το παράπονο επήλθε τελικά η οριστική και αμετάκλητη «αναχώρησή» του.