Όρνιθες του Αριστοφανη:
Κάρολος Κουν, Γιάννης Τσαρούχης, Μάνος Χατζιδάκις και Ραλλού Μάνου συνεργάστηκαν τον Αύγουστο του 1959 στους Όρνιθες του Αριστοφάνη.
Όρνιθες του Αριστοφανη: Κάρολος Κουν, Γιάννης Τσαρούχης, Μάνος Χατζιδάκις και Ραλλού Μάνου συνεργάστηκαν τον Αύγουστο του 1959 στους Όρνιθες του Αριστοφάνη.

 

«ΛΙΓΟ ΑΠ' ΟΛΑ»

ΘΕΑΤΡΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ, 1894

 

Το πέρασμα από την Αθήνα τον Απρίλιο του 1894 του ιταλικού θεάτρου «Γκονζάλες» με το ισπανικό θέαμα Γκραν Βία και η τεράστια απήχηση που είχε στην τότε κοινωνία της πρωτεύουσας ήταν καθοριστικά για τα θεατρικά πράγματα της πόλης. Αυτός ο παράξενος «νεωτερισμός» που έφερε, ο συνδυασμός μουσικής, χορού και σκετς, άρεσε τόσο πολύ, που αμέσως βρήκες μιμητές. Υπήρχε βέβαια η παράδοση του κωμειδυλλίου, αλλά το νέο αυτό είδος αφενός προερχόταν από την Ευρώπη, αφετέρου ήταν απεικόνιση της μεγάλης πόλης και όχι του λόγγου και της ραχούλας. Η παράσταση Λίγο απ’ όλα του Μίκιου Λάμπρου που παρουσίασε ο θίασος Πρόοδος του Δημητρίου Κοτοπούλη, πατέρα της Μαρίκας, στις 30 Αυγούστου του ίδιου χρόνου στο θέατρο «Παράδεισος» έμελλε να γεννήσει το πιο αυθεντικά αθηναϊκό θεατρικό είδος, την επιθεώρηση. Η επιθεώρηση (πιστή μετάφραση του γαλλικού revue) ξεστράτισε πολύ γρήγορα από τα απομεινάρια του 19ου αιώνα, απέκτησε τα δικά της χαρακτηριστικά, την πολιτική σάτιρα, τους τύπους ανθρώπων, την ελευθεριότητα, την επικοινωνία με το κοινό, τη χαλαρότητα της δομής, τους μουσικούς της κώδικες. Οι πόλεμοι, οι πολιτικές αναστατώσεις, τα κοινωνικά σκάνδαλα κάθε εποχής, όλα πέρασαν με κωμικό –ενίοτε και με δραματικό– τρόπο στο μεγάλο λαϊκό κοινό που παρακολουθούσε τις επιθεωρήσεις και άμεσα υιοθετούσε τα τραγούδια και τις ατάκες ως μια συλλογική τραγικο-κωμωδία. Η μεγάλη ακμή της επιθεώρησης των σπουδαίων καλλιτεχνών και τα φαντασμαγορικά υπερθεάματα κορυφώθηκαν από το 1947 μέχρι την επιβολή της δικτατορίας το 1967, όταν η λογοκρισία, όπως άλλωστε είχε συμβεί και το 1936, περιόρισε κάθε δυνατότητα σχολιασμού και κριτικής.

 

 

«ΟΡΕΣΤΕΙΑ» ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ

ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ , 1903

 

Η παράσταση που έμεινε στην ιστορία για την πρώτη εμφάνιση της Μαρίκας Κοτοπούλη και για τα περίφημα «Ορεστειακά», τα αιματηρά επεισόδια που ξέσπασαν από τις 6 έως τις 9 Νοεμβρίου του 1903 από φοιτητές υποκινούμενους από τον καθηγητή Μιστριώτη. Αιτία ήταν το γεγονός ότι το Βασιλικό Θέατρο τόλμησε να ανεβάσει την τριλογία Ορέστεια του Αισχύλου σε συντηρητική δημοτική μετάφραση του Γεωργίου Σωτηριάδη. Η πρεμιέρα που δόθηκε την 1η Νοεμβρίου, στην οποία η Κοτοπούλη σε ηλικία δεκαεπτά χρόνων εντυπωσίασε με την απαγγελία του ποιήματος του Παλαμά «Χαίρε της τραγωδίας» που προηγήθηκε της παράστασης αλλά και με την ερμηνεία της ως Παλλάδα Αθηνά, προκάλεσε τη μήνι των «γλωσσαμυντόρων», όπως λέγονταν τότε οι οπαδοί της αρχαΐζουσας καθαρεύουσας. Κύριος υποκινητής ήταν ο καθηγητής γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Μιστριώτης, ο οποίος ξεσήκωσε τους φοιτητές του. Παράλληλα, οι προσκείμενες στις απόψεις του εφημερίδες παρότρυναν τον αθηναϊκό λαό να συμμετάσχει σε συλλαλητήρια. Η κυβέρνηση δεν απεδέχθη όσα πρέσβευαν, ότι οι παραστάσεις του αρχαίου δράματος, δηλαδή, έπρεπε να παίζονται στη γλώσσα που γράφτηκαν, ακολούθησαν συμπλοκές και το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου ο στρατός κλήθηκε να επιβάλει την τάξη. Ακολούθησαν συμπλοκές, κατά τις οποίες στρατιώτες πυροβόλησαν εναντίον του πλήθους, με συνέπεια να σκοτωθούν και να τραυματιστούν πολίτες. Η παράσταση επαναλήφθηκε στις 15 και 16 Νοεμβρίου.

 

 

«ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΛΗΡ» ΤΟΥ ΣΑΙΞΠΗΡ

ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ 1938

 

Η παράσταση, που έκανε πρεμιέρα στις 21 Οκτωβρίου του 1938, θεωρείται μία από τις σημαντικότερες παραστάσεις του προπολεμικού θεάτρου και κορυφαία ερμηνεία του «γίγαντα» Αιμίλιου Βεάκη στον ομώνυμο ρόλο. Οι κριτικές της εποχής μιλούν για «μυσταγωγία» και «κατόρθωμα» τόσο του σκηνοθέτη Δημήτρη Ροντήρη όσο και του συνόλου των συντελεστών, δεδομένης, μάλιστα, της έλλειψης παράδοσης στο σαιξπηρικό θέατρο στην Ελλάδα. Αυτό που όμως την ανήγαγε σε «ιστορική» παράσταση ήταν η συνάντηση επί σκηνής τριών σπουδαίων πρωταγωνιστριών, που ερμήνευσαν τις τρεις κόρες: η Κατίνα Παξινού τη Γονερίλη, η Ελένη Παπαδάκη τη Ρεγάνη και η Βάσω Μανωλίδου την Κορδέλια. Οι αντρικοί ρόλοι ερμηνεύτηκαν από εξίσου θρυλικά ονόματα, όπως αυτά των Κωτσόπουλου, Ροζάν, Χατζίσκου, Γληνού, Μινωτή, Βόκοβιτς, αλλά και των νέων Μάνου Κατράκη και Διονύση Παπαγιαννόπουλου. Η μετάφραση ήταν του Βασίλη Ρώτα, τα σκηνικά του Κλεόβουλου Κλώνη και τα κοστούμια του Αντώνη Φωκά.

 

 

«ΟΡΕΣΤΕΙΑ»

ΘΕΑΤΡΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ, 1949

 

Ήταν μια παράσταση του Εθνικού Θεάτρου προς τιμήν της Μαρίκας Κοτοπούλη. Σκηνοθέτης, ο σημαντικότερος γνώστης του αρχαίου δράματος, ο μέγας Δημήτρης Ροντήρης, που κλήθηκε να διδάξει την τριλογία του Αισχύλου και να στήσει μια μεγαλειώδη παράσταση. Η ανυπέρβλητη Μαρίκα, σαράντα πέντε χρόνια μετά την παρθενική της εμφάνιση, πάλι στην Ορέστεια του Βασιλικού Θεάτρου το 1903, αυτήν τη φορά ανέλαβε τον ρόλο της Κλυταιμνήστρας. Η μετάφραση ήταν του Ιωάννη Γρυπάρη, η μουσική του Μενέλαου Παλλάντιου, οι χορογραφίες της Ραλλούς Μάνου και το δίδυμο Κλώνης-Φωκάς ήταν στα σκηνικά και τα κοστούμια, αντίστοιχα. Στους υπόλοιπους ρόλους, ο Γιάννης Αποστολίδης ως Αγαμέμνονας, ο Δημήτρης Μυράτ ως Ορέστης, η Έλσα Βεργή ως Ηλέκτρα, η Κάκια Παναγιώτου ως Κασσάνδρα και ο Νίκος Χατζίσκος ως Αίγισθος. Στον χορό των αντρών συμμετείχε και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ενώ ανάμεσα στις Χοηφόρους ήταν η Άννα Συνοδινού και η Δέσπω Διαμαντίδου. Η πρεμιέρα δόθηκε για τον μεν Αγαμέμνονα στις 7 Σεπτεμβρίου 1949, για τις δε Χοηφόρους και Ευμενίδες την επομένη, 8 Σεπτεμβρίου 1949. Ήταν μόλις έναν μήνα μετά την επίσημη λήξη του Εμφυλίου και το Ηρώδειο ήταν κατάμεστο από κόσμο, παρουσία του προέδρου της κυβέρνησης, υπουργών, των πριγκιπισσών Όλγας και Ελένης και πρεσβευτών. Ήταν η πρώτη μεγαλειώδης κοσμική πρεμιέρα μετά το τέλος του πολέμου για χάρη της μεγάλης Μαρίκας, η οποία χαρακτηρίστηκε μεγάλη τραγωδός λόγω αυτής της παράστασης, ενώ η μεγαλύτερή της επιτυχία για χρόνια δεν ήταν άλλη από το Έκτο Πάτωμα. Πέντε χρόνια μετά άφησε την τελευταία της πνοή.

 

 

«ΟΡΝΙΘΕΣ» ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ

ΗΡΩΔΕΙΟ , ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ, 1959

 

Ήταν μια συνάντηση γιγάντων που έμελλε να μείνει στην ιστορία για τους λάθος λόγους. Η παρθενική παράσταση του Θεάτρου Τέχνης στο Ηρώδειο τον Αύγουστο του 1959 με τους Όρνιθες του Αριστοφάνη συσπείρωσε γύρω από τον σκηνοθέτη Κάρολο Κουν τον Γιάννη Τσαρούχη στα σκηνικά και τα κοστούμια, τον Μάνο Χατζιδάκι στη μουσική, τον Βασίλη Ρώτα στη μετάφραση και τη Ραλλού Μάνου στις χορογραφίες. Ο στόχος ήταν ένας Αριστοφάνης που θα διαφοροποιούνταν από την ακαδημαϊκή προσέγγιση του Εθνικού Θεάτρου. Η αλήθεια είναι ότι τη βραδιά της πρεμιέρας τίποτα δεν ήταν πραγματικά έτοιμο. Ούτε τα σκηνικά, ούτε τα κοστούμια, ούτε η διδασκαλία των τραγουδιών. Δεν ήταν αυτό, όμως, που τάραξε το κοινό. Για την ακρίβεια, ένα μικρό μέρος του κοινού εξέφρασε με κραυγές αποδοκιμασίας το μένος του για την προσβολή του θρησκευτικού του αισθήματος, όταν ο ιερέας στη σκηνή της θυσίας εμφανίστηκε με καμιλαύκι ορθόδοξου παπά και ο χορός απαντούσε στις ευχές του λέγοντας «αμήν». Άλλοι φώναζαν «αίσχος -σταματήστε» κι άλλοι «συνεχίστε». Την επομένη δημιουργήθηκε τεράστιος σάλος από τον Τύπο και ο υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως Κωνσταντίνος Τσάτσος απαγόρευσε τη δεύτερη προγραμματισμένη παράσταση. Η ανακοίνωση του υπουργείου δικαιολόγησε τη διακοπή ως εξής: «Το χθες εμφανισθέν έργον, ατελέστατα προπαρασκευασμένον, απετέλεσε παραμόρφωσιν του πνεύματος του κλασικού κειμένου, ωρισμέναι δε σκηναί αυτού παρουσιάσθησαν κατά τρόπον προσβάλλοντα το θρησκευτικόν αίσθημα του λαού…». Ο Τσάτσος την πλήρωσε επίσης με τη χαρακτηριστική γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη, που τον αναπαριστούσε ως κότα με λουρί. Η παράσταση επαναλήφθηκε το καλοκαίρι του 1960 ολοκληρωμένη, με αντικατάσταση της χορογράφου από τη Ζουζού Νικολούδη, η μουσική του Χατζιδάκι έγινε αργότερα χορόδραμα από τον Μωρίς Μπεζάρ και ο Κουν, το 1962, με τους ίδιους ακριβώς Όρνιθες κέρδισε στο Παρίσι το Α’ Βραβείο του Φεστιβάλ των Εθνών. Η παράσταση σήμερα θεωρείται θρύλος.

 

Τρωάδες, στο ιστορικό ανέβασμα του Γιάννη Τσαρούχη
Τρωάδες, στο ιστορικό ανέβασμα του Γιάννη Τσαρούχη

 

 

«ΟΔΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ»

ΘΕΑΤΡΟ ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑ Ν, 1962

 

Τόσο η πρόταση της Ρένας Βλαχοπούλου, βασίλισσας της τζαζ τότε και όχι ακόμα σούπερ σταρ της Φίνος Φιλμ, και του χορογράφου Μανώλη Καστρινού στον Μάνο Χατζιδάκι να συνεργαστούν σε μια καλοκαιρινή επιθεώρηση, όσο και η επιθυμία του τελευταίου να συμβάλει στην ανανέωση ενός θεατρικού είδους για το οποίο είχε εκφραστεί αρνητικά είχε ως αποτέλεσμα τη θρυλική Οδό Ονείρων. Το έργο ανέβηκε τον Ιούνιο του 1962 στο θέατρο «Μετροπόλιταν» της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Τα κείμενα και τη σκηνοθεσία της παράστασης είχε αναλάβει ο Αλέξης Σολομός, τη σκηνογραφία ο Μίνως Αργυράκης, στα σχέδια του οποίου βασίστηκαν και πολλοί από τους χαρακτήρες, τις χορογραφίες ο Καστρινός, τους στίχους των τραγουδιών ο ίδιος ο Χατζιδάκις, ο Γκάτσος και ο Καμπανέλλης. Η Βλαχοπούλου, που παρουσιαζόταν ως μια κουτσομπόλα της γειτονιάς, σάρωνε τη σκηνή –εμφανιζόταν μάλιστα και σε ένα δεκάλεπτο φιλμάκι–, αλλά ήταν η καταλυτική παρουσία του Τάκη Χορν το επιστέγασμα του ύφους της παράστασης. Τους πρωταγωνιστές πλαισίωναν η Μάρω Κοντού, ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ο Λευτέρης Βουρνάς, ο Λάκης Παππάς, ο Βαγγέλης Πρωτόπαπας, η Ζωή Φυτούση και ο χορευτής Γιώργος Εμιρζάς. Η διανομή είχε και πλήθος νέων τότε ηθοποιών, όπως ο Ντίνος Καρύδης, η Βέρα Κρούσκα, η Ζέτα Αποστόλου, η Νίκη Λεμπέση, ο Φαίδων Γεωργίτσης αλλά και ο Γιώργος Μαρίνος. Ο τελευταίος τραγουδούσε το κεντρικό μοτίβο του έργου, το «Όνειρο παιδιών της γειτονιάς», η Φυτούση το « Έφυγε το τρένο» και μαζί με την Κοντού τις περίφημες τις «Αδελφές Τατά». Η Κοντού έκανε επίσης προσωπική επιτυχία με τη «Μαύρη Φορντ», ενώ ο Χορν άφησε εποχή με την παρλάτα-τραγούδι «Ηθοποιός». Η πρεμιέρα ήταν λαμπερή χάρη στην παρουσία του πρωθυπουργικού ζεύγους Καραμανλή, αλλά οι κριτικές χλιαρές και το κοινό δεν πείστηκε απόλυτα για την παράσταση. Έτσι, ο Χατζιδάκις, για να βοηθήσει διαφημιστικά την παράσταση, έφερε ως γκεστ σταρ για τις τέσσερις παραστάσεις ενός Σαββατοκύριακου του Αυγούστου την Αλίκη Βουγιουκλάκη, όπως και τη Νάνα Μούσχουρη αλλά και τον Ευγένιο Σπαθάρη με τον Καραγκιόζη του σε άλλες παραστάσεις. Λίγα μέτρα παραπάνω, ο άλλος μεγάλος συνθέτης μας, ο Μίκης Θεοδωράκης, υπέγραφε τη μουσική της «Όμορφης Πόλης», σε σκηνοθεσία του Κακογιάννη και πρωταγωνίστριες τις αδελφές Καλουτά. Η Οδός Ονείρων παίχτηκε μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου. Από εκείνη την παράσταση αυτό που κυρίως έμεινε είναι η εξαίσια μουσική και τα τραγούδια.

 

Οδός Ονείρων.
Οδός Ονείρων.

 

 

Αrtwork: Οι αφίσες των παραστάσεων συχνά αποτελούσαν έργα τέχνης από μόνες τους, αφού φιλοτεχνούνταν από καλλιτέχνες όπως ο Τσαρούχης, ο Μίνως Αργυράκης κ.ά. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο«ΤΡΩΑΔΕΣ» ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ

ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΚΑΠΛΑΝΩΝ, 1977

 

Έχοντας διανύσει μια θαυμαστή πορεία ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος σε άπειρες θεατρικές παραστάσεις, στην όπερα αλλά και στον κινηματογράφο, ο σπουδαίος ζωγράφος και διανοητής Γιάννης Τσαρούχης επέλεξε να κάνει μια καταδική του παράσταση σε ένα υπαίθριο πάρκινγκ με φόντο ένα γκρεμισμένο σπίτι. Το ρημαγμένο φόντο έδενε απολύτως με την κατεστραμμένη Τροία και κυρίως με το αισθητικό του όραμα, ενώ συγχρόνως στήθηκε μια ξύλινη σκηνή και κερκίδες από βιοσόλ. Μια παράσταση τραγωδίας μακριά από τις μεγαλειώδεις αναπαραστάσεις της Επιδαύρου και του Ηρωδείου ή του «κάδρου» της κεντρικής σκηνής του Εθνικού. Μάλλον ένα με τον δρόμο, και μάλιστα σε μια μετάφραση που υπέγραφε ο ίδιος, που, όπως έλεγε, δεν ήταν «για να διαβάζεται αλλά για να παίζεται». Έτσι, η καθημερινή γλώσσα της γειτονιάς και του λιμανιού στο στόμα της Εκάβης, παιγμένης από τη συγκλονιστική Σμάρω Στεφανίδου, και της κορυφαίας του χορού Σαπφώς Νοταράς γινόταν για πρώτη φορά κατανοητή από ανθρώπους κάθε ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί που απάρτιζαν τη διανομή, ντυμένοι με σύγχρονα ρούχα, ήταν η Εύα Κοταμανίδου (η Ηλέκτρα του Θιάσου του Αγγελόπουλου) ως Κασσάνδρα, η Αλίκη Γεωργούλη ως Ανδρομάχη και η Μαρία Κωνσταντάρου ως Ελένη, η Πίτσα Μπουρνόζου στον ρόλο της δεύτερης κορυφαίας, ο Νίκος Γαλιάτσος ως Ποσειδώνας, ο Χρήστος Τσάγκας ως Ταλθύβιος και ο Γιάννης Φακής ως Μενέλαος. Οι ακόλουθοι του Μενελάου, που εμφανίστηκε με στολή αξιωματικού του οίκου Τόγκα, ήταν ντυμένοι στα λευκά, σαν ναυτάκια βγαλμένα από πίνακες του Τσαρούχη. Ανάμεσά τους και ο ποιητής Γιώργος Χρονάς, ο ζωγράφος Δημήτρης Μοράρος και ο δημοσιογράφος Μάνος Τσιλιμίδης. Ένα από τα αιχμάλωτα παιδάκια ήταν ο φωτογράφος Γιώργος Καλφαμανώλης. Ο σχεδιασμός του φωτισμού ήταν του διεθνούς διευθυντή φωτογραφίας Γιώργου Αρβανίτη, οι μουσικές που εκτελούνταν από ένα κλαρίνο που έπαιζε η Ελένη Καλαντζοπούλου ήταν στρατιωτικά εμβατήρια και το «Ησαΐα χόρευε» από την ορθόδοξη γαμήλια λειτουργία. Όταν έπαψε ο καιρός να το επιτρέπει, η παράσταση μεταφέρθηκε σε ένα άλλο αγαπημένο θέατρο του Τσαρούχη, το Δημοτικό Πειραιά, σε μια άδεια, γυμνή σκηνή, όπου τον ρόλο της Ελένης έπαιζε η Κατερίνα Χέλμη. Επαναλήφθηκε αργότερα σε ένα κινηματοθέατρο στο Μαρκόπουλο και το 1985 στο στάδιο της πόλης των Δελφών.

 

 

«ΚΑΙ ΣΥ ΧΤΕΝΙΖΕΣΑΙ»

ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΘΕΑΤΡΟ , ΑΛΣΟΣ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟ Υ, 1973

 

Τα «παιδιά» του Ελεύθερου Θεάτρου ήταν μια μεγάλη «παρέα» νέων ηθοποιών, αποφοίτων κυρίως της σχολής του Εθνικού, που εν μέσω δικτατορίας είχαν ξεκινήσει μια θεατρική «κολεκτίβα», στην οποία δεν υπήρχε ούτε κεντρικός πρωταγωνιστής ούτε σκηνοθέτης. Η σκηνοθεσία ήταν ομαδική όπως και η όλη προσπάθεια. Ανέβαζαν έργα με πρωτοποριακή διάθεση και δεν απευθυνόντουσαν απαραίτητα σε μια θεατρόφιλη ελίτ, μάλλον το αντίθετο. Ως εκ τούτου, ήταν πολύ φυσικό κάποια στιγμή να θελήσουν να πλησιάσουν το αυθεντικά λαϊκό είδος της αθηναϊκής επιθεώρησης. Το καλοκαίρι του 1973 ανέβασαν στο ανοιχτό θέατρο του Άλσους Παγκρατίου μια δική τους επιθεώρηση με τίτλο Και συ χτενίζεσαι επάνω σε σπαρταριστά κείμενα των Μποστ και Σκούρτη αλλά και των ίδιων. Κατάφεραν να περάσουν τον σκόπελο της λογοκρισίας, γιατί πολύ απλά ποτέ δεν έδειξαν ολοκληρωμένα τα κείμενα, στα οποία κάθε βράδυ πρόσθεταν κι άλλα λόγια. Η παράσταση, με λιτά σκηνικά, τραγούδια του Λουκιανού Κηλαηδόνη και το ανεξάντλητο πνεύμα των ηθοποιών, έπιασε αμέσως, ενώ, καθώς κάποιοι από αυτούς οδηγήθηκαν στη φυλακή, προξενήθηκε μεγάλος ντόρος. Καταρχάς, στους πολιτικοποιημένους νέους της εποχής, στους φοιτητές, και αμέσως μετά σε ένα ευρύτερο κοινό, που έτρεξε να γελάσει απενοχοποιημένα με την καυστική σάτιρα που ασκούνταν. Στο στόχαστρο, εκτός από την πολιτική, ήταν και οι μικροαστικές συνήθειες και τα τερτίπια του Έλληνα. Υπήρχαν και νούμερα που είχαν να κάνουν με την επικαιρότητα, όπως ήταν η ταινία Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι, που είχε απαγορευτεί για προσέβαλλε τα ήθη. Εκείνης της ανεπανάληπτης θεατρικά αλλά και πολιτικά συγκυρίας κοινωνοί ήταν οι Σταμάτης Φασουλής, Άννα Παναγιωτοπούλου, Υβόννη Μαλτέζου, Σμαράγδα Σμυρναίου, Κώστας Αρζόγλου, Ντίνος Λύρας, Γιώργος Σαμπάνης και Νίκος Σκυλοδήμος. Τα χρόνια της Μεταπολίτευσης το Ελεύθερο Θέατρο συνέβαλε στην αναβίωση της επιθεώρησης, τελειοποιώντας με τον δικό του τρόπο το είδος.

 

 

«ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ»

ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗ ΝΑΙΟ Ν 1973, ΑΚΡΟΠΟΛ 1974

 

Η παράσταση Το μεγάλο μας τσίρκο, που ξεπέρασε τα στενά θεατρικά όρια και αποτέλεσε πολιτικό γεγονός, ξεκίνησε να παίζεται εν μέσω της δικτατορίας τον Ιούνιο του 1973, στο καλοκαιρινό Αθήναιον της Πατησίων, απέναντι από το Μουσείο. Βασίστηκε σε μια ιδέα που το ζεύγος των πολύ γνωστών πρωταγωνιστών Τζένης Καρέζη και Κώστα Καζάκου έριξε στον συνεργάτη τους συγγραφέα Ιάκωβο Καμπανέλλη και που εκείνος ανέπτυξε σε δέκα επεισόδια, μέσα από τα οποία αφηγούνταν την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, με τις μεγάλες της εθνικές καταστροφές, τους λαϊκούς αγώνες, τις εξεγέρσεις, τις προδοσίες, τις πιέσεις του ξένου παράγοντα. Αφότου κατάφεραν να μπερδέψουν τη λογοκρισία της χούντας και πήραν την άδεια, από την πρώτη μέρα των παραστάσεων έγινε λαϊκό προσκύνημα. Οι δύο πρωταγωνιστές σε ρόλους κομπέρ, ο Ρωμιός και το Ρωμιάκι, εξηγούσαν στον κόσμο μέσα από τον διάλογο τι διαδραματιζόταν επί σκηνής και τι ακολουθούσε. Έχοντας επιστρατεύσει όλη τους την υποκριτική γκάμα, είτε με χειρονομίες και υπονοούμενα είτε με μορφασμούς και αστεία, περνούσαν τα μηνύματά τους στον κόσμο που «έπιανε» τα πάντα, έναν κόσμο που διψούσε για σάτιρα, ελεύθερο λόγο, κριτική, και ανταποκρινόταν. Το στρατιωτικό καθεστώς, παρόλες τις πιέσεις που ασκούσε στους θιασάρχες, δεν τολμούσε να το κατεβάσει. Έστελνε εσατζήδες και μυστικούς αστυνομικούς για να τρομοκρατούν τον κόσμο, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο θίασος αποτελούνταν από 24 ηθοποιούς, ανάμεσά τους και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος που έπαιζε τον Κολοκοτρώνη και κατέβαινε από το βάθρο του αγάλματός του ώστε να παρακινήσει τους Έλληνες να διεκδικήσουν την ελευθερία τους, αδυνατώντας να κρατήσει τα δάκρυά του, όπως άλλωστε και το κοινό που τον άκουγε. Το ίδιο γινόταν και όταν άκουγε την εξαιρετική μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου στα τραγούδια που ερμήνευε ο Νίκος Ξυλούρης. Τα σλόγκαν από τα πανό της παράστασης υιοθετήθηκαν από τους φοιτητές στην εξέγερση του Πολυτεχνείου την ίδια χρονιά και οι δύο πρωταγωνιστές οδηγήθηκαν στη φυλακή. Όταν τους άφησαν ελεύθερους, η παράσταση ξανάνοιξε στο χειμερινό Ακροπόλ, όπου την πρώτη βραδιά τους έρραιναν με κόκκινα τριαντάφυλλα και γαρίφαλα. Συνεχίστηκε ολόκληρο τον χειμώνα του 1974 με σταθερή την προσέλευση του κόσμου, αλλά το καλοκαίρι δεν τους ανανέωσαν την άδεια. Την επομένη, που έπεσε η χούντα, και συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1974 έγινε μια θριαμβευτική επαναφορά του έργου, με προσθήκες όλων όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν ελεύθερα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το έργο ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη, την επαρχία, την Κύπρο αλλά και τη Γερμανία. Υπολογίζεται ότι την είδαν περί τους 550.000 ανθρώπους. Στον θρίαμβο αυτό, βέβαια, είχαν συμβάλει καθοριστικά οι πολιτικοκοινωνικές συγκυρίες.

 

#quote#

 

«ΑΓΡΟΙΚΟΙ» ΤΟΥ ΚΑΡΛΟ ΓΚΟΛΝΤΟΝΙ

ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΚΥΚΛΑΔΩΝ, 1983

 

Η παράσταση-τομή που άλλαξε τα ήθη της αθηναϊκής θεατρικής πιάτσας, από ένα πολύ ιδιαίτερο ensemble νέων ηθοποιών. Η εταιρεία θεάτρου «Η Σκηνή» έγινε αφορμή να μπουν οι βάσεις ενός θεάτρου υψηλών απαιτήσεων. Στέγασε το όραμά της σε ένα ισόγειο πρώην εργαστήρι ζαχαροπλαστικής στην Κυψέλη που είχαν εντοπίσει οι σκηνοθέτες Βασίλης Παπαβασιλείου και Λευτέρης Βογιατζής, ενώ οι συνεργάτες τους, που ήταν οι πιο ταλαντούχοι ηθοποιοί της γενιάς εκείνης, έθεσαν από την αρχή αξιώσεις ενός θεάτρου αισθητικά και καλλιτεχνικά άρτιου. Και όπως αποδείχτηκε στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Βογιατζής, ηθοποιός του Αμφι-Θεάτρου μέχρι τότε, που έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο συνυπογράφοντας με τον Παπαβασιλείου τη σκηνοθεσία στη Σπασμένη Στάμνα του Κλάιστ, παραμένει ο πλέον τελειομανής Έλληνας σκηνοθέτης. Οι Αγροίκοι του Κάρλο Γκολντόνι το 1983 ήταν μια παράσταση ανυπέρβλητης αρτιότητας, που σπάνια έβλεπε κανείς στην Αθήνα εκείνη την εποχή. Αναπόφευκτα, έστειλε την ομάδα στα ύψη, κάνοντάς τη γνωστή στο ευρύτερο κοινό, οι Αθηναίοι ανακάλυπταν ένα νέο θέατρο στο οποίο ο κλασικός συγγραφέας παιζόταν εξαιρετικά, με μεγάλη ακρίβεια και συνέπεια. Τους ρόλους κρατούσαν, εκτός του ίδιου του σκηνοθέτη Βογιατζή, η Μελίνα Μποτέλη, η Ράνια Οικονομίδου, η Σμαράγδα Σμυρναίου, η Άννα Κουρή, ο Νίκος Αλεξίου, ο Γιώργος Μωρόγιαννης, ο Γιώργος Κέντρος, ο Ευριπίδης Αποστολίδης και ο Σοφοκλής Πέππας. Τη μετάφραση είχε κάνει η Τζούλια Τσιακίρη, βοηθός σκηνοθέτη ο Τάσος Μπαντής, τα κοστούμια και τα σκηνικά η Λιλή Κεντάκα και τη μουσική η Ελένη Καραΐνδρου.

 

 

ΚΟΡΥΦΑΙΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΩΝ

 

Οι κορυφαίες ερμηνείες για μερικές από τις σημαντικότερες και διασημότερες Ελληνίδες πρωταγωνίστριες του θεάτρου:

 

Μαρίκα Κοτοπούλη

Εκάβη του Ευριπίδη, Παναθηναϊκό Στάδιο, 1927

 

Ελένη Παπαδάκη

Αντιγόνη του Σοφοκλή, Εθνικό Θέατρο, 1940

 

Κατερίνα Ανδρεάδη

Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα του Ευγένιου Ο' Νιλ, Θέατρο Κεντρικόν, 1945

 

Κυβέλη

Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας του Γρηγορίου Ξενόπουλου, Εθνικό Θέατρο, 1953

 

Κατίνα Παξινού

Μπερνάρντα Άλμπα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Εθνικό Θέατρο, 1954

 

Μαίρη Αρώνη – Βάσω Μανωλίδου

Μαρία Στιούαρτ του Φρίντριχ Σίλερ, Εθνικό Θέατρο, 1955

 

Αντιγόνη Βαλάκου

Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ των Γκούντριχ και Χάμετ, 1955

 

Άννα Συνοδινού

Τρισεύγενη του Κωστή Παλαμά, Εθνικό Θέατρο, 1958

 

Μελίνα Μερκούρη

Γλυκό πουλί της νιότης του Τενεσί Ουίλιαμς, Θέατρο Τέχνης, 1960

 

Ασπασία Παπαθανασίου

Ηλέκτρα του Σοφοκλή, Α' Βραβείο Φεστιβάλ Θεάτρου των Εθνών, 1960

 

Ελένη Χατζηαργύρη

Γιάννης Γαβριήλ Μπόργκμαν του Ίψεν, Εθνικό Θέατρο, 1975

 

Έλλη Λαμπέτη

Λεωφορείον ο Πόθος του Τενεσί Ουίλιαμς, Θέατρο Διονύσια, 1965

 

Τζένη Καρέζη

Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ του Έντουαρτ Άλμπι, Θέατρο Αθήναιον, 1982

 

Αλίκη Βουγιουκλάκη

Φιλουμένα Μαρτουράνο του Εντουάρντο ντε Φίλιππο, Θέατρο Αλίκη, 1986