#quote#

Από τα 3.000 τ.μ. του Grande Halle de La Villette σ’ ένα μικρό, ταπεινό αμφιθεατράκι στο ενετικό κάστρο της Καλαμάτας. Από το μεγάλο και δοξαστικό παρισινό αφιέρωμα για τα τριάντα περίπου χρόνια της δουλειάς του, κατευθείαν σ’ ένα επαρχιακό ελληνικό φεστιβάλ χορού. 
Ο Φιλίπ Ντεκουφλέ, ο πιο θεαματικός, διάσημος και λαοφιλής Γάλλος χορογράφος, στέλνει τη νέα του δουλειά, το Panorama, που ήδη αποθεώθηκε στην πατρίδα του, ένα μεγάλο ταξίδι στον κόσμο. Και διαλέγει για πρώτο σταθμό (12, 13 Ιουλίου) το 18ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Καθόλου τυχαίο. 
Είναι η τρίτη φορά που η ομάδα του τιμά το δημιούργημα της Βίκυς Μαραγκοπούλου, που με τα χρόνια έγινε meeting point των κορυφαίων ομάδων και χορογράφων του κόσμου. Η πρώτη ήταν το 1998 με το Triton. Η δεύτερη το 2004 με τον ίδιο να χορεύει το Solo, το έργο που στα 50 του χρόνια αποφάσισε φέτος να ερμηνεύσει και πάλι στο Παρίσι. «Δυστυχώς, οι παραστάσεις συμπίπτουν με την Καλαμάτα, έτσι αυτήν τη φορά δεν θα έρθω μαζί με την ομάδα μου», μου λέει. Το «δυστυχώς» το εννοεί, δεν είναι γαλλική ευγένεια. Κι ας έχει γεμίσει τα σημαντικότερα (αλλά και μεγαλύτερα) θέατρα του κόσμου, είτε είναι αφιερωμένα αυστηρά στον σύγχρονο χορό είτε απευθύνονται στο πλατύ κοινό των εντυπωσιακών θεαμάτων. 
Όταν τον ρωτάω τι βρίσκει σε μια επαρχιακή ελληνική πόλη με ένα προβληματικό για μεγάλες παραγωγές υπαίθριο θεατράκι, γίνεται για πρώτη φορά σ’ αυτήν τη συνέντευξη...πολυλογάς. «Η Καλαμάτα είναι από τους πιο αγαπημένους μας προορισμούς, σκέτη απόλαυση, μια πολύ ευχάριστη πόλη. Οι παραστάσεις μας συνδυάζουν διακοπές με δουλειά δίπλα στη θάλασσα. Όσο για το θέατρο στο Κάστρο, είναι πανέμορφο, με μια τόσο ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, που κάθε πέρασμά μας μένει στη μνήμη όλων μας, χορευτών και τεχνικών. Ξέρετε, αυτήν τη δουλειά την κάνουμε και για τη δική μας ευχαρίστηση. Όταν τη ζούμε πάνω στη σκηνή, όπως συμβαίνει στην Καλαμάτα, τη μεταφέρουμε ευκολότερα στο κοινό». Παραδέχεται, πάντως, πώς όσο κι αν το Panorama σχεδιάστηκε ώστε να φιλοξενείται σε μεγάλη ποικιλία χώρων, στην Καλαμάτα, όπού θα παιχτεί για πρώτη φορά σε υπαίθριο θέατρο, «ίσως υπάρξουν και μερικές ευχάριστες για όλους μας εκπλήξεις».

 

Το Panorama είναι η καλύτερη ευκαιρία να γνωρίσεις τον θαυμαστό κόσμο του Φιλίπ Ντεκουφλέ μέσα σε λίγη ώρα. Είναι μια ρετροσπεκτίβα, ένα παζλ με αποσπάσματα από τα σημαντικότερα, κατά τον ίδιο, έργα του, δοσμένα μ’ έναν καινούργιο τρόπο. «Ήθελα να κάνω ένα θέαμα που να συγκεντρώνει το παρελθόν μου -τριάντα χρόνια δουλειάς- και να το προσφέρει σ’ ένα παρθένο κοινό», μου λέει. Παρθένο; Προφανώς, αφού το Panorama, πέρα από τα διάσημα έργα του (Codex, Triton, Jump, Sombrero, Shazam! κ.ά) περιλαμβάνει και την πρώτη χορογραφία του, το Vague Café. Με αυτήν παρουσίασε το 1983 τα διαπιστευτήριά του στον σύγχρονο χορό με τη νεοσύστατη ομάδα του DCA, κερδίζοντας το πρώτο κρατικό βραβείο χορογραφίας.  
Η πορεία αυτού του χαριτωμένου διοπτροφόρου, που ξεκίνησε στα 15 του για να γίνει κλόουν και μίμος, υπήρξε ιλιγγιώδης. Πέρασε, βέβαια, στη συνέχεια από τους καλύτερους δασκάλους, τον Άλβιν Νικολάις και τον Μέρς Κάνιγχαμ. Ήταν, όμως, κι αυτός αδηφάγος, χωρίς όρια. Έφερε στον σύγχρονο χορό τη μαγεία, το χιούμορ, την παιδικότητα αλλά και τα ρίσκα του τσίρκου. Επένδυσε στη χρήση του βίντεο και κάθε νέου τεχνολογικού μέσου. Δημιούργησε με την ίδια άνεση παραστάσεις για τη σκηνή της Όπερας της Λυών αλλά και για το δυόμισι χιλιάδων θέσεων Kodak Theatre του Λος Άντζελες σκηνοθετώντας το Ιris του Cirque du Soleil. Υπέγραψε βραβευμένα από το MTV μουσικά βίντεο. Δεν δίστασε να φρεσκάρει ακόμα και τις αισθησιακές χορογραφίες του παριζιάνικου Crazy Horse. Και, φυσικά, θα μείνουν στην ιστορία οι τελετές του για τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 στην Αμπερβίλ. Τότε, άλλωστε, ήταν που το όνομά του έγινε εν μιά νυκτί διάσημο στον κόσμο όλο. 
Όταν τον ρωτάω αν είναι εύκολο να χαράξεις μια προσωπική πορεία στον χορό έχοντας πάρει μια τόσο περίεργη και πολύπλοκη εκπαίδευση, είναι απόλυτος. «Ήταν πανεύκολο, γιατί είχα ακριβώς την άνεση και τη γνώση να χρησιμοποιήσω και να ανακατέψω όλα τα είδη και όλες τις τεχνικές». Είχε, άραγε, κάποιο συγκεκριμένο στόχο; «Ήθελα να κάνω τον σύγχρονο χορό προσιτό σ’ ένα μεγαλύτερο κοινό. Νομίζω ότι τα κατάφερα. Είναι ίσως αυτό που έφερα στην τέχνη». 
Να κι ένας μεγάλος καλλιτέχνης που δεν δημιουργεί εν κενώ. Ακριβώς το αντίθετο. Η δημοτικότητά του αλλά και τα γούστα του μεγάλου κοινού μόνο βάρος δεν του γίνονται. «Δεν μου αρέσει να αναγκάζομαι να εξηγώ τα έργα μου», μου λέει. «Και, άλλωστε, όσο πιο πολύ έχεις γοητεύσει τους θεατές στο παρελθόν, τόσο μεγαλύτερες απαιτήσεις έχουν από σένα. Η εξέλιξή μου ως χορογράφου καθορίζεται από την αγάπη του κοινού». 
Αυτήν τη φορά, στο Panorama επιμένει ιδιαίτερα και σ’ έναν άλλο παράγοντα. Στους εφτά πολύ νέους και άγνωστους χορευτές, που συγκέντρωσε μετά από οντισιόν και τους παρέδωσε τα παλιά του έργα για να «τα καθαρίσει, να τα ξανακοιτάξει με άλλα μάτια». Και μου συστήνει επίμονα να μιλήσω με τον Έλληνα της παράστασης, τον 22χρονο Ιωάννη Μίχο! 
Ο τυχερός αυτός νεαρός χορευτής βρίσκεται ήδη στην Αθήνα. Με το που τελείωσαν στη Villette οι παραστάσεις του Panorama, ήρθε αμέσως για να προλάβει να δει την Πρώτη Ύλη του Δημήτρη Παπαϊωάννου στην Πειραιώς 260. Έχει συνεργαστεί μαζί του στο Πουθενά και στα βίντεο για τον Καβάφη της Λένας Πλάτωνος. «Με βοήθησε, με βοηθάει, με στηρίζει πάντα με συμβουλές», λέει. Ήταν ακόμα τότε σπουδαστής στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, την οποία εγκατέλειψε στο δεύτερο έτος για να παρακολουθήσει την περίφημη σχολή Parts της Αν Τερέζα ντε Κερσμάακερ στις Βρυξέλλες. Μια οντισιόν του Ντεκουφλέ, του οποίου τον ιδιαίτερο κόσμο γνώριζε και θαύμαζε μόνο μέσα από βίντεο, τον έκανε να διακόψει για μια ακόμα φορά τις σπουδές του μετά από ενάμιση χρόνο. Το Panorama, όμως, όπως μου λέει, «προσφέρει περισσότερες εμπειρίες και γνώσεις και από το καλύτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Άλλωστε, χωρίς την ΚΣΟΤ, που με έφτιαξε, και την Parts, που με καλλιέργησε, δεν θα μπορούσα τώρα να δουλεύω με τον Ντεκουφλέ».

Ακούγεται ενθουσιασμένος μέσα σ’ έναν εντελώς καινούργιο γι’ αυτόν κόσμο. «Για πρώτη φορά αναγκάστηκα να αναπτύξω πάνω στη σκηνή την προσωπικότητά μου, την παρουσία μου, την εκφραστικότητά μου. Ο Φιλίπ θέλει καθένας από τους επτά χορευτές (είμαστε και λίγοι) να είναι πρωταγωνιστής, να κερδίζει την προσοχή του κοινού. Πολύ διαφορετικός τρόπος δουλειάς από το Πουθενά του Παπαϊωάννου, που ήταν μια συλλογική προσπάθεια, με την γενική εικόνα να απορροφά τον θεατή», λέει. Ομολογεί ότι χρειάστηκε προσπάθεια για να μπει στον «ευφάνταστο, τόσο ιδιαίτερο κόσμο του Ντεκουφλέ, να κάνω δικά μου κομμάτια που είχαν γεννηθεί πριν από τόσα χρόνια. Αλλά μας προέτρεπε συνέχεια να δίνουμε τον εαυτό μας, τη δική μας ενέργεια, να μην σκεφτόμαστε πώς να επαναλάβουμε κάτι που ήδη έχει γίνει. Πάντα πολύ γλυκός, παρόλο το άγχος και το βάρος που κουβαλάει».

Νοσταλγεί την Ελλάδα ο Ιωάννης Μίχος, αλλά δεν έχει σκοπό για την ώρα να εγκαταλείψει την Ευρώπη με τις προοπτικές, επαγγελματικές και εκπαιδευτικές, που του προσφέρει. Νιώθει, όμως, μεγάλη συγκίνηση που θα χορέψει στην Καλαμάτα. «Τα τελευταία τρία χρόνια ένιωθα ως σπουδαστής χορού την ανάγκη να παρακολουθώ όλο το φεστιβάλ. Του χρωστάω πολλά».