Από τις πρόβες της παράστασης
Από τις πρόβες της παράστασης
Πότε πρωτοήρθατε να δουλέψετε στην Αθήνα;

Ήταν γύρω στα 1997-1998. Μ’ έφερε ο Γιάννης Χουβαρδάς για το Αμόρε. Ήταν η πρώτη μου φορά στην Ελλάδα, κι όπως συμβαίνει πάντα με τον πρώτο έρωτα, μου έχουν μείνει κυρίως οι ωραίες αναμνήσεις. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα πόσο τυχερός ήμουν, γιατί το Αμόρε για την εποχή του ήταν ένα πολύ θαρραλέο εγχείρημα. Πειραματικό θέατρο, με ό,τι, μπορεί να σημαίνει αυτό…

Έδινε πλήρη ελευθερία στους συνεργάτες του;

Ακριβώς! Ο Χουβαρδάς με στήριξε στις επιλογές μου, μου επέτρεψε να ακολουθήσω το ένστικτό μου και τον τρόπο σκέψης μου, να κάνω το είδος του θεάτρου που ήθελα. Είχα στη διάθεσή μου πολύ καλούς ηθοποιούς, κάποιοι από τους οποίους είναι τώρα και στο Εθνικό.

Ποια ήταν η πρώτη σας δουλειά;

Ο «Ιβάνοφ» του Τσέχωφ σε δική μου διασκευή, κι ο Γιάννης είχε κάνει κάτι πολύ ωραίο. Εξέδωσε σε βιβλίο το έργο και τη διασκευή μαζί, όπου έβλεπες όλη τη διεργασία που έγινε. Γενικά, όλοι προσπαθούσαν να με βοηθήσουν, να λύσουν κάθε μου απορία, να μου δώσουν να καταλάβω. Τελικά, το αποτέλεσμα ήταν πολύ καλό, έγινε επιτυχία και μείναμε όλοι τόσο ικανοποιημένοι, που με κάλεσαν και την επόμενη χρονιά. Ξαναήρθα και έκανα το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, σε δική μου δραματοποίηση. Εκείνη η παράσταση έγινε ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία.

Σε τι υπερείχε εκείνη την εποχή το ελληνικό θέατρο από το σερβικό;

Για έναν σκηνοθέτη, τα πλεονεκτήματα ήταν κυρίως τεχνικής φύσεως. Στη Σερβία ακόμα και σήμερα δεν έχουμε ένα θέατρο του τύπου του Αμόρε, ένα ιδιωτικό θέατρο στο οποίο έχεις όλους τους ηθοποιούς στη διάθεσή σου ανά πάσα στιγμή. Ομολογώ ότι αυτό με εξέπληξε, γιατί στη χώρα μου οι ηθοποιοί παίζουν οπουδήποτε, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να συγκεντρωθούν σε μια δουλειά. Εδώ είχα την αίσθηση ότι είχα τους δικούς μου ηθοποιούς.

Σαν μια προσωπική ομάδα;

Ν.Μ.: Ναι! Ήταν ανέκαθεν το όνειρό μου. Να έχω την ομάδα μου, της οποίας να νιώθω πραγματικά ότι ηγούμαι κι ότι κατευθύνω τη διαδικασία. Γιατί για μένα το θέατρο είναι, πάνω απ’ όλα, διαδικασία. Μια παράσταση είναι η διαδικασία κατά την οποία χρειάζεται χρόνος για να αναπτυχθεί κάτι…

Για εσάς, ποιο είναι το αναγκαίο χρονικό διάστημα για να ολοκληρωθεί μια τέτοια διαδικασία;

Τρεις μήνες το πολύ. Πριν λίγο καιρό ήμουν στη Γερμανία. Εκεί συνήθως κάνουν ενάμιση μήνα πρόβες. Χρειάστηκε να διπλασιάσω τις πρόβες για να αντεπεξέλθουμε.

Τι άλλα πλεονεκτήματα είδατε στους ηθοποιούς εδώ;

Μερικοί από τους ηθοποιούς του Αμόρε ήταν σαν να ήταν «δικοί» μου ηθοποιοί. Αυτό ήταν κάτι που επίσης με εξέπληξε ευχάριστα. Ήταν ηθοποιοί ανοικτοί και δημιουργικοί συγχρόνως. Τους έδινα ένα πλαίσιο να κινηθούν κι εκείνοι πραγματικά ήταν έτοιμοι να το εξελίξουν και να δημιουργήσουν κάτι μέσα από αυτό, γεγονός που μου αρέσει πολύ. Στην Ελλάδα, όπως και παντού για να ‘μαι ειλικρινής, συναντάς συχνά ηθοποιούς που περιμένουν από εσένα να τους καθοδηγήσεις, τι θα κάνουν και πώς. Κάνουν ακριβώς αυτό που τους ζητάς. Η διαφορά μεταξύ αυτών που παίρνουν πρωτοβουλίες κι εκείνων που τα περιμένουν όλα από τον σκηνοθέτη είναι τεράστια. Φυσικά, προτιμώ τους πρώτους.

Όντως, το σπουδαίο αποτέλεσμα σε μια δουλειά συνόλου πραγματοποιείται όταν όλοι συμβάλλουν με τον τρόπο τους.

Κι αυτό είναι κάτι που περιμένω όχι μόνο από τους ηθοποιούς αλλά κι από όλους μου τους συνεργάτες. Κι από τον μουσικό και από τον χορογράφο και από τον σκηνογράφο. Συνεργάζομαι με τον συνθέτη Δημήτρη Καμαρωτό χρόνια τώρα, τον πήρα μάλιστα και στην πρώτη μου ταινία. Παρακολουθεί τη διαδικασία από την πρώτη πρόβα, είναι δημιουργικός και δεν του περιορίζω τη φαντασία με δικές μου ιδέες. Φυσικά, έχω πολλές ιδέες αρχικά -δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τη δική μου κατεύθυνση-, αλλά συγχρόνως τον αφήνω τελείως ελεύθερο να δημιουργήσει και να φέρει τις δικές του. Να ανακαλύψει πράγματα που δεν είχαν περάσει από το δικό μου μυαλό. Αυτός είναι ο τρόπος που μ’ αρέσει να δουλεύω.

Πρέπει να έχετε πια πολλούς μόνιμους συνεργάτες στην Ελλάδα.

Εκτός του Καμαρωτού, που έχει ταξιδέψει μαζί μου παντού στην Ευρώπη, όπου έχω δουλέψει, παίρνω και τη χορογράφο Αμάλια Μπένετ, όποτε βέβαια είναι διαθέσιμη. Επίσης, υπάρχουν κάποιοι ηθοποιοί με τους οποίους έχω συνεργαστεί σε πολλές παραστάσεις: ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, η Μάνια Παπαδημητρίου, ο Νίκος Κουρής, η Λυδία Φωτοπούλου, ο Μάνος Βακούσης. Και η Θέμις Μπαζάκα, που παίζει τώρα στη «Μητέρα του σκύλου», έχει παίξει ξανά μαζί μου. Μ’ αρέσει να βρίσκω καλούς ρόλους για όλους τους, αν και για τους καλούς ηθοποιούς πάντα βρίσκεις ρόλους.

 
Έχετε φέρει συνεργάτες σας από το Βελιγράδι;

Πριν από τρία χρόνια στους Δελφούς, όταν με κάλεσε ο Τερζόπουλος.

Έχετε δει παραστάσεις στο ελληνικό θέατρο που να ήταν αντίστοιχου επιπέδου με κάποιες του ευρωπαϊκού;

Μπορείς να δεις πολλές παραστάσεις στην Ελλάδα που είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες. Αλλά για το επίπεδο ποιου ευρωπαϊκού θεάτρου μιλάμε; Το γερμανικό θέατρο είναι μια περίπτωση. Μετά υπάρχει το σουηδικό, και άλλα. Συχνά το επίπεδο αυτό είναι ψεύτικο.

Εννοείτε ψευτο-ποιοτικό;

Ν.Μ.: Πάρα πολύ! Μόνο φόρμα και κανένα σοβαρό περιεχόμενο. Απλά «μοντέρνο». Απογοητεύεσαι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που το μοντέρνο θέατρο δεν είχε τίποτα να μου προσφέρει. Που δεν είχε τίποτα να μου πει και ξέχασα αμέσως τι είδα. Για να είμαι ειλικρινής, είναι πολύ δύσκολο να στήσεις μια καλή παράσταση.

Ακόμα και στο νατουραλιστικό θέατρο;

Όλο και πιο πολύ!

Γιατί;

Δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου πια ώστε να μπορέσουμε δημιουργήσουμε.

Τι φταίει; Η έλλειψη ενός συλλογικού οράματος;

Ακριβώς! Κάπου χαθήκαμε και παντού βλέπεις κακές ιδέες. Κενό. Ο τρόπος σκέψης είναι τόσο φτηνός…

 
Κι έτσι καταλήγουν σε ψευτο-ποιοτικές παραστάσεις εντυπωσιασμού.

Έχω δει τέτοιου είδους παραστάσεις και στη Σερβία. Αυτή η μανία να μιμηθούν πράγματα που δεν τους ανήκουν, που δεν είναι καν στη θεατρική μας εμπειρία, καταντάει αστεία και σιχαμερή. Καταρχάς, ασχολούνται με προβλήματα που δεν είναι δικά μας. Δεν βλέπουν γύρω τους πόσα προβλήματα υπάρχουν, για τα οποία μπορούν να μιλήσουν;

Κι εδώ βλέπεις πολλές τέτοιες «παρεκτροπές».

Εδώ, τουλάχιστον, έχετε την εμπειρία του Φεστιβάλ Αθηνών. Είναι πολύ διαφορετικά.

Πώς επιλέξατε να ανεβάσετε τη «Μητέρα του σκύλου»;

Μου το χάρισε ο Μάτεσις σε μια πρεμιέρα του Αμόρε. Είχε μόλις μεταφραστεί στα σερβικά και μου το έκανε δώρο. Τότε ούτε που μου περνούσε από το μυαλό να το κάνω θέατρο. Μου είχε αρέσει πολύ και το είχα δανείσει σε πολλούς φίλους μου στο Βελιγράδι. Όταν πριν από δύο χρόνια συζητούσαμε με τον Γιάννη ιδέες για το Εθνικό, μου το πρότεινε χωρίς να ξέρει ότι το είχα διαβάσει. Ενθουσιάστηκα! Δεν ήταν καθόλου στα σχέδιά μου. Το μυθιστόρημα είναι εκπληκτικό, αλλά το φανταζόμουν πιο πολύ για τον κινηματογράφο. Το ξαναδιάβασα και το ξαναβρήκα υπέροχο, πολύ κοντά στον τρόπο σκέψης μου. Έχει αυτόν το σουρεαλισμό που μ’ αρέσει όταν υπάρχει και στο θέατρο.

Εσείς κάνατε τη διασκευή;

Τη διασκευή την έκανε ο Μάτεσις και είχαμε σκοπό να ανταλλάξουμε ιδέες, αλλά δυστυχώς αρρώστησε βαριά και δεν μπορέσαμε. Κι όπως πάντα συμβαίνει στη διάρκεια της διαδικασίας των προβών, κάποια πράγματα έρχονται στην επιφάνεια, κάποια χάνονται, άλλα οξύνονται ακόμα πιο πολύ.

Υπάρχουν «εικόνες» στο βιβλίο, περιγραφές που σας έφεραν μνήμες από την πρόσφατη περιπέτεια του πολέμου στη χώρα σας;

Καταρχάς, έμαθα πολλά γύρω από την ιστορία της Ελλάδας που δεν ήξερα και συνειδητοποίησα πόσο μοιάζει η ιστορία σας με τη δική μας. Με κάποιες διαφορές, βέβαια. Αλλά, όταν μιλάμε για φτώχια, οι «εικόνες» σε κάνουν να αισθάνεσαι την πείνα και την ανέχεια. Κάναμε μια έρευνα με τους ηθοποιούς για την εποχή και μου έφεραν διάφορα βιβλία και φωτογραφίες της Βούλας Παπαϊωάννου. Θα μπορούσαν να προέρχονται από οπουδήποτε στα Βαλκάνια. Από τη Βοσνία, από τη Σερβία… δεν ρωτάς καν από πού προέρχονται. Είναι ίδια τα πρόσωπα. Το μόνο που αναγνωρίζεις είναι η δυστυχία.

Πώς βλέπετε την Ελλάδα σήμερα;

Πάρα πολύ διαφορετική απ’ ό,τι όταν πρωτοήρθα. Τότε ήταν ένας παράδεισος. Βγήκα από έναν εμφύλιο, όπου είχα ζήσει οδυνηρές εμπειρίες, κι ήρθα με την οικογένειά μου αποφασισμένος να συνεχίσω εδώ τη ζωή μου. Τώρα όλα είναι διαφορετικά. Παντού βλέπει κανείς ζητιάνους, μετανάστες, προβλήματα, ενώ ανήκετε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου εμείς, προσπαθώντας να μπούμε, κάνουμε ένα εκατομμύριο βλακώδη πράγματα, τη στιγμή που ήδη βιώνουμε την ίδια κατάσταση μ’ εσάς… Αλλά στο μεγάλο παιχνίδι, οι μικροί λαοί δεν είναι αυτοί που αποφασίζουν για τη μοίρα του τόπου τους. Κι απ’ ό,τι βλέπω, ούτε εσείς αποφασίζετε για τη χώρα σας. Σ’ αυτό μοιάζουμε. Συχνά οι πολιτικοί δεν είναι παρά ένα είδος προστάτη των μεγάλων συμφερόντων. Καμιά φορά νιώθω ντροπή που είμαι μέρος όλου αυτού του πράγματος...

Μιλήστε μου για τη χώρα σας και τον εμφύλιο.

Είχαν εκλέξει τον Μιλόσεβιτς και είχα πολύ σοβαρούς λόγους να μην μπορώ να ζήσω πια εκεί. Τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα και, για να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα ότι θα μπορούσαν ποτέ να τον διώξουν. Ήταν παντοδύναμος. Είχα πολλά προβλήματα με τις παραστάσεις μου κι αυτά που έλεγα στις συνεντεύξεις μου, αλλά δεν μπορούσα να σιωπήσω. Μιλούσα ανοιχτά εναντίον του καθεστώτος.

 
Ποιες παραστάσεις σας ενόχλησαν;

Κυρίως η μεταφορά μιας νουβέλας ενός εικοσιπεντάχρονου συγγραφέα, του Βλαντιμίρ Αρσένιεβιτς, με τίτλο «Στο Αμπάρι», που έπεσε σαν βόμβα στο σερβικό θέατρο. Ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε κάποιος για τη νέα γενιά. Πώς άρπαζαν νέα παιδιά μέσα στη νύχτα από καφετέριες και σπίτια και τα έσερναν κατευθείαν στη μάχη. Όσοι δεν σκοτώνονταν, επέστρεφαν πίσω σε δύο μέρες. Επίσημα, όμως, η Σερβία δεν ήταν σε πόλεμο. Αναρωτιόμασταν τι συνέβαινε και είχαμε τόσους νεκρούς. Πολλοί φίλοι εκείνο το διάστημα, μη θέλοντας να συμμετάσχουν στον γελοίο αυτόν πόλεμο, κρύβονταν. Φυσικά, η παράσταση έγινε μεγάλη επιτυχία και θυμάμαι πολλούς θεατές να κλαίνε.

Πόσο καιρό αναγκαστήκατε να ζήσετε στην Αθήνα;

Δύο χρόνια. Όταν έπεσε ο Μιλόσεβιτς, με κάλεσαν να αναλάβω το Εθνικό Θέατρο στο Βελιγράδι. Χάρηκα γιατί ήταν μεγάλη τιμή, κι έτσι επέστρεψα. Μετά από έναν χρόνο κατάλαβα ότι η θέση είχε τόσες υποχρεώσεις που δεν προλάβαινα να σκηνοθετήσω, κι έτσι παραιτήθηκα. Εγώ ήθελα να σκηνοθετώ.

Τι μας δείχνουν η παγκόσμια λογοτεχνία και το θέατρο; Η ανθρώπινη εμπειρία παραμένει η ίδια; Έχουμε προχωρήσει ή παραμένουμε στα ίδια;

Νομίζω ότι υπάρχει μια τραγική επανάληψη σε όλα. Κι ότι όλα τα τεχνολογικά επιτεύγματα που νομίζουμε ότι μας πάνε ένα βήμα μπροστά και μας κάνουν πιο ευτυχισμένους τελικά δεν λειτουργούν έτσι. Δεν είμαστε ευτυχισμένοι. Είμαστε ακόμα πιο χαμένοι ως άνθρωποι και ως πολιτισμός. Ακόμα και δέκα χρόνια πριν, όλα ήταν πιο απλά. Είναι ίσως μπανάλ αυτό που θα πω, αλλά αυτά για τα οποία παλεύουμε δεν είναι για το καλό μας… αγωνιούμε μόνο για την καθημερινή μας επιβίωση. Αυτό είναι το ζητούμενο σήμερα, που είναι και η βασική ιδέα του βιβλίου «Η μητέρα του σκύλου». Αν κάτι θα αναγνωρίσει το κοινό στην παράσταση, είναι πόσο σοβαρό πράγμα αποτελεί η επιβίωση. Κι αυτό ήταν πάντα η ιστορία. Με μικρά ευχάριστα διαλείμματα.

Ποια ελληνική σας παράσταση θεωρείτε την πιο επιτυχημένη;

Κάθε παράσταση που έκανα είχα σοβαρούς λόγους για να την ανεβάσω, κι έτσι μου άρεσαν όλες. Δεν μπορώ να πω ότι κάποια δεν με ικανοποίησε. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» ήταν πολύ σημαντικό για μένα.

Ήταν η πρώτη φορά που το ανεβάζατε;

Ναι! Δεν μ’ αρέσει να επαναλαμβάνω παραστάσεις. Δεν έχω επαναλάβει καμία. Επίσης, μου άρεσαν πολύ ο «Δον Ζουάν» στο Εθνικό και «Η Φυγή» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ στο ΚΘΒΕ.

Πόσο δύσκολο είναι να σκηνοθετείτε σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνετε;

Φυσικά είναι δύσκολο, αλλά υπάρχει πάντα στη σκηνή μια χημεία μεταξύ του σκηνοθέτη και του ηθοποιού.

Μια παγκόσμια γλώσσα;

Οι ηθοποιοί είναι πολύ πρακτικά όντα. Αντιλαμβάνονται αμέσως τι είναι καλό και τι κακό γι’ αυτούς. Όταν τους προτείνεις κάτι υπέρ τους το αναγνωρίζουν. Κι όπως ο σκηνοθέτης καταλαβαίνει ποιος είναι καλός ηθοποιός, έτσι και οι ηθοποιοί ξέρουν ποιος είναι ο καλός σκηνοθέτης.

Σας στιγμάτισε κάποια παράσταση όταν σπουδάζατε θέατρο;

Όχι ολόκληρη παράσταση. Μόνο τμηματικά. Οι επιρροές μου ήταν κυρίως από τον κινηματογράφο. Όταν ανακάλυψα τον Ταρκόφσκι ήμουν για μέρες σε κατάσταση σοκ. Απολύτως σοκαρισμένος από τον τρόπο σκέψης του. Σαν από άλλο πλανήτη! Με άλλαξε στον τρόπο που σκεφτόμουν κι ο ίδιος. Σέβομαι πολύ όλο του το έργο. Ο κινηματογράφος, γενικά, μου έμαθε πολύ περισσότερα πράγματα από το θέατρο. Όπως και η ζωγραφική και η φωτογραφία.

Πρόσφατα ολοκληρώσατε και την πρώτη σας ταινία, το «Helena, Katerina, Maria».

Ναι, ο τίτλος είχε βρεθεί πριν από αυτόν του Γούντι Άλεν! Είναι γυρισμένη κατά 90% στη Νέα Υόρκη. Είναι σερβο-αμερικάνικη παραγωγή σε δικό μου σενάριο, που βασίζεται σε μικρές ιστορίες. Τώρα ψάχνουμε σε ποιο φεστιβάλ θα κάνει πρεμιέρα. Ίσως να την κάνουμε στη Θεσσαλονίκη.

Θα ήταν το πιο φυσικό! Η Ελλάδα σάς ακολουθεί…

Έχεις δίκιο. Σκέψου ότι ακόμα και στο Βελιγράδι μένω στην οδό Ρήγα Φεραίου! (γέλια)