Στην πρόσφατη δήλωσή του στο Φεστιβάλ του Σεράγιεβο για τη διπλή διάκριση της ταινίας Κυνόδοντας, ο Γιώργος Λάνθιμος ευχαρίστησε για το βραβείο της κριτικής επιτροπής και το βραβείο για τις ερμηνείες της Αγγελικής Παπούλια και της Μαίρης Τσώνη, λέγοντας πως «είναι μια πολύ σημαντική αναγνώριση, ακόμη περισσότερο επειδή σε μια χώρα σαν την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κάνεις ταινίες». Αυτονόητο; Για να το υποστηρίζει ένας αυτοσυντήρητος, ελάχιστα κρατικοδίαιτος νέος δημιουργός, που επιπλέον δεν έχει το σύμπλεγμα του συνδικαλιστή auteur, κάτι παραπάνω γνωρίζει για την εγχώρια πραγματικότητα. Διότι ταινίες γυρίζονται στη χώρα μας, όπως έχει αντιληφθεί παραπάνω από το μισό του ελληνικού πληθυσμού, που καταναλώνει κωμωδίες και μεγάλα δράματα την τελευταία πενταετία. Αυτό όμως που μπορούμε με χαρά κι αισιοδοξία να διακρίνουμε πλέον είναι μια τάση για πολυφωνία στο λεγόμενο καλλιτεχνικό κομμάτι.

Και το Μαύρο Λιβάδι του Βαρδή Μαρινάκη, για το οποίο έχουν ακουστεί πολλά καλά, αλλά και το Κακό στην εποχή των ηρώων του Γιώργου Νούσια, στο πνεύμα της παγκόσμιας φετινής βαμπιρικής τάσης.

Ο Κυνόδοντας, μια φυσική συνέχεια της δικής του Κινέτας αλλά και πρόσφατων αισθητικών αναζητήσεων με λιγότερο πετυχημένα αποτελέσματα, όπως η Ιστορία 52 του Αλέξη Αλεξίου και το Without του Αβρανά, που τιμήθηκε επτάκις στα πρόσφατα Κρατικά Βραβεία, είναι η αιχμή του δόρατος σε μια χρονιά που βράζει. Τιμήθηκε στις Κάννες και τώρα στο Σεράγιεβο και άρεσε σε Έλληνες και ξένους. Είναι μοντέρνα και τολμηρή, στιβαρή και καθόλου ενδοτική ταινία. Βρήκε διανομή στη χώρα μας (μην το θεωρείτε δεδομένο), στη Γαλλία, μιας και το αγκάλιασε ο πολύς Μαρίν Καρμίτς, και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η Στρέλλα του Πάνου Κούτρα είναι μια διαφορετική ματιά, ένα πικρό, twisted παραμύθι για την ελληνική οικογένεια και τις προκαταλήψεις που τη βαραίνουν σαν επαρχιώτικος ζυγός. Προβλήθηκε στο Βερολίνο και εντυπωσίασε επίσης. Και για να ολοκληρώσουμε την τριπλέτα των φεστιβάλ, το ντοκιμαντέρ της Άντζελα Ισμαήλου με θέμα 9 μεγάλους σκηνοθέτες και την περιπέτεια της δημιουργίας μέσα από τα λόγια τους, θα προβληθεί επισήμως, ως ταινία-έκπληξη, στο επερχόμενο Φεστιβάλ Βενετίας. Αναπάντεχα, η ταινία του Φίλιππου Τσίτου Ακαδημία Πλάτωνος, μια εξέλιξη του αρχικού, πιο περιγραφικού τίτλου Δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ, γοήτευσε στο Λοκάρνο, φεύγοντας με το Βραβείο Ανδρικού Ρόλου για τον Αντώνη Καφετζόπουλο, που υποδύεται έναν ρατσιστή καφενόβιο, ο οποίος μαθαίνει πως κατάγεται από την Αλβανία, και το Οικουμενικό Βραβείο για τον σκηνοθέτη. Μετά από πολλές ταινίες που ασχολήθηκαν με την αυξανόμενη αντιπάθεια του Έλληνα στους βάρβαρους που μας καταδιώκουν εκ των έσω, με έργα όπως το Μιρουπάφσιμ, το Έντουαρτ, το Απ’ το χιόνι, η πρόσφατη Διόρθωση, αλλά και το υπέροχο Απ’ την άκρη της πόλης, ίσως η Ακαδημία Πλάτωνος κατορθώσει να συγκινήσει τους σινεφίλ που έχουν αποδείξει έμπρακτα πως τον Αλβανό ούτε κινηματογραφικά δεν θέλουν να τον δουν στα μάτια τους.

Το βάρος στην Ιστορία

Ετοιμάζονται φυσικά οι λαϊκές ταινίες για τα πολυσινεμά, αλλά καθιερωμένοι σκηνοθέτες πιο συχνά βρίσκουν σύμμαχους εταιρείες διανομής που εμπλουτίζουν τον κατάλογό τους με σκεπτόμενες ταινίες σκεπτόμενων ανθρώπων. Παράδειγμα η περσινή ταινία του Κώστα Γαβρά και η καινούρια Ψυχή Βαθιά του Παντελή Βούλγαρη, ένα δράμα για τον Εμφύλιο, που ρίχνει το βάρος σε δυο νεαρά αδέλφια που στρατολογήθηκαν από τον Εθνικό και το Δημοκρατικό Στρατό αντίστοιχα και βρέθηκαν αντιμέτωπα στην πιο διχαστική σελίδα της σύγχρονης Ιστορίας.

Και μιας και αναφέραμε την ιστορία, που γράφεται ωστόσο, ανοιχτό είναι το κεφάλαιο με τα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας για το 2009, που η πλειοψηφία των Ελλήνων σκηνοθετών δηλώνει πρόθυμη να τα μποϊκοτάρει για να πάψει η υποτιθέμενη ελεγχόμενη κατεύθυνση των αποτελεσμάτων από την ψήφο των 50 εκλεκτόρων κάθε χρονιάς - αλλά Όσκαρ δεν Θα Γίνουμε Ποτέ. Ανοιχτό είναι επίσης και το πόνημα των ειδικών για το θεσμικό πλαίσιο της ελληνικής κινηματογραφίας και καλεί τον Αντώνη Σαμαρά να πιέσει ή να κωφεύσει. Σε μια χρονιά πολιτικών αναταράξεων και ρευστότητας περί τα πολιτιστικά (το άτιμο το χρήμα...), θα εφαρμοστούν οι προτεινόμενες αλλαγές και τροπολογίες; Θα ισχύσει ως έχει η επιτροπή για τα Κρατικά; Αν ναι, θα διαγωνιστούν ταινίες που θα μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού; Θα αποκοπούν τα Κρατικά από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπως θα όφειλαν εδώ και πολλά χρόνια; Εξίσου μεγάλο στοίχημα με την επιστροφή φόρου αλλά και γενικότερα με τον εκσυγχρονισμό και την εκλογίκευση του ελληνικού σινεμά είναι να μπορέσουν να προωθηθούν έξυπνα και καίρια, δηλαδή στο σωστό niche κοινού, οι μικρότερες, καλλιτεχνικές ταινίες που αξίζουν τη προσοχή του νοήμονος σινεφίλ, και που τόσα χρόνια στριμώχνονται σε άσχετες χρονικά εξόδους και σε ακατάλληλες αίθουσες.