Eν αρχή είναι το μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου Τους τα λέει ο Θεός. Στα σύνορα Ελλάδας-Αλβανίας ένας ντόπιος που έφαγε τη ζωή του στη Γερμανία χτίζει ένα σπίτι. Μια δυνατή καταιγίδα δεν επιτρέπει στους μαστόρους να δουλέψουν. Μοιραία μαζεύονται σ' ένα τραπέζι, γύρω από το οποίο μιλάνε, τραγουδάνε, πίνουνε και χορεύουν. Σ' αυτήν τη σύναξη, από το μεσημέρι της μιας μέρας έως τα ξημερώματα της άλλης, συμβαίνουν διάφορες αποκαλύψεις και μοιραίες συναντήσεις που αφορούν τις ζωές όλων. Κάποια στιγμή εμφανίζεται μία παρέα Γύφτων μουσικών, που ξεστράτισε λόγω της καταιγίδας και βρίσκει καταφύγιο στο γιαπί.

«Οι τσιγγάνοι μεταφέρουν τη μουσική από τη μία χώρα στην άλλη, παίζοντας τελικά κρίσιμο ρόλο στη διάδοση και στη μείξη των κατά τόπους μουσικών παραδόσεων. Παρεμπιπτόντως επειδή αυτό το σπίτι το χτίζει ένας μεγάλης ηλικίας επαναπατρισθείς μετανάστης δίνεται η εντύπωση ότι δεν πρόκειται να κατοικηθεί ποτέ, ότι θα παραμείνει καταφύγιο για τους "βρυκολάκους" που διαβαίνουν το σύνορο», λέει ο Νίκος Αρβανίτης, ηθοποιός και σκηνοθέτης της παράστασης.

Ο ίδιος είναι από την Παραμυθιά και ο συγγραφέας από ένα χωριό της Θεσπρωτίας. Η κοινή καταγωγή, άρα οι κοινές μνήμες, οδήγησαν τον έναν στον άλλο και στη συνέχεια σε μία παράσταση στην οποία συμμετέχουν ηθοποιοί και δεξιοτέχνες  μουσικοί (βιολί, κλαρίνο, ακορντεόν) με ρίζες από την ίδια πανέμορφη περιοχή, στην άκρη της Ελλάδας. Ένας μουσικός είναι από την Κορυτσά κι ένας ηθοποιός από το Τεπελένι. «Η προσπάθεια του τελευταίου, του Καραφίλ Σένα, να μιλήσει τα ελληνικά είναι συγκινητική -πόσοι από μας θα ήταν διατεθειμένοι να μιλήσουν αλβανικά στο θέατρο; Η κοινή καταγωγή, πάντως, όλων όσων συμμετέχουμε στην παράσταση βοήθησε να μην αντιμετωπίσουμε τις ιδιαιτερότητες του λόγου του εγκεφαλικά αλλά με την άνεση της κληρονομημένης μνήμης και της ψυχικής οικειότητας».

Το βιβλίο επιδιώκει να δείξει την ανθρώπινη συγγένεια: όλοι οι άνθρωποι είμαστε ίδιοι, έχουμε τις ίδιες ανάγκες κι επιθυμίες, τις ίδιες αγωνίες, σκεφτόμαστε με ανάλογο τρόπο. «Το ότι η ιστορία εξελίσσεται σε μια περιοχή η οποία ένθεν και ένθεν των συνόρων έχει πολλά κοινά στοιχεία, λ.χ. στη γλώσσα και στη μουσική, στη βαθιά Ήπειρο που λέμε, υπαγορεύει να σκεφτούμε ότι πριν από τον πόλεμο ναι μεν υπήρχαν σύνορα, αλλά ήταν τυπικά. Ο τόπος ήταν ανοιχτός, το εμπόριο το ίδιο, η μουσική κοινή, οι άνθρωποι επικοινωνούσαν. Στην Παραμυθιά πριν από τον πόλεμο ο πληθυσμός ήταν μεικτός, περίπου το 30% ήταν μουσουλμάνοι. Είχε ακόμη αρμένηδες και εβραίους, τους οποίους καθάρισαν οι Γερμανοί. Ο Χότζα έκλεισε ερμητικά τα σύνορα τον καιρό του πολέμου, με αποτέλεσμα να κοπούν ακόμη και οικογένειες στα δύο».

Στο Τους τα λέει ο Θεός υπάρχει ένα ψηφιδωτό ανθρώπων διαφορετικής προέλευσης και εθνικότητας οι οποίοι συναντιούνται σ' αυτήν την άκρη του κόσμου: ο Θεσπρωτός, ο Κερκυραίος, ο Έλληνας μετανάστης που επιστρέφει από τη Γερμανία, ο λάθρομετανάστης, υπάρχουν βλαχόπουλα που δουλεύουν σαν τσιράκια στην οικοδομή, και από τους μαστόρους ο ένας είναι βορειοηπειρώτης κι ο άλλος Αλβανός. «Η ιστορία του μοιάζει σαν να θέλει να ξεφύγει από τα όρια των σελίδων, από την κατά μόνας ανάγνωση, και να γίνει κοινή εμπειρία πολλών ανθρώπων,  δηλαδή παράσταση. Όχι μόνο γιατί μεγάλα μέρη του είναι διαλογικά, αλλά και γιατί πρόκειται για έναν εκπληκτικό λόγο, έντονης προφορικότητας, που διασώζει γλωσσικά διαμάντια της περιοχής χωρίς να γίνεται γραφικός και λαογραφικός. Οι ηθοποιοί φέρνουν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο στη σκηνή, αφηγούνται την ιστορία του ταυτιζόμενοι προς στιγμή μαζί του, μετά μ' ένα άλλο κι αυτό γίνεται μ' έναν τρόπο φυσικό και με βασικό μέλημά τους, θαρρείς, να οδηγήσουν την ιστορία του μυθιστορήματος (την κοινή ανθρώπινη ιστορία, τελικά) πάση θυσία στο τέλος της. Κι όταν ο λόγος πλέον δεν φτάνει, τότε αρχίζει η μουσική και ο χορός, για να ολοκληρωθεί ο κύκλος και να ησυχάσουν οι ψυχές», εξηγεί ο σκηνοθέτης.

Η παράσταση εκ των πραγμάτων θίγει το μεγάλο ζήτημα της ανοχής των ξένων. Ο Νίκος Αρβανίτης επιμένει ότι τα συνθήματα περί πολυπολιτισμικότητας δεν είναι πλέον αρκετά -πρέπει να ασκηθούμε στην ουσιαστική ανοχή της καθημερινής συνύπαρξης.

«Οι Έλληνες με εντυπωσιάζουν: πόσο γρήγορα ξεχάσαμε τι συνέβαινε τη δεκαετία του '50 και του '60 ακόμη και το '70. Ξεχάσαμε τι συνέβη σε δικούς μας ανθρώπους που βρέθηκαν στα ξένα, σαν να έχουν μεσολαβήσει αιώνες, και αντιμετωπίζουμε τους σημερινούς μετανάστες υποτιμητικά, αλαζονικά. Αυτό σημαίνει ότι κυριαρχεί πλέον η «κοντή» μνήμη, η οποία και είναι υπεύθυνη για πάρα πολλά δεινά στην ιστορία των ανθρώπων -είναι ένα ζήτημα της μνήμης, από τα βασικά συστατικά της συνείδησης, που με απασχολεί πάρα πολύ. Είμαι εντελώς αλληλέγγυος με τους ανθρώπους που φεύγουν από τη χώρα τους, από την Αφρική, την Ασία ή τις πρώην Ανατολικές χώρες για να επιβιώσουν ή ακόμη για να αναζητήσουν αλλού καλύτερες συνθήκες ζωής. Εάν θέλει να μετακινηθεί και είναι ζωτική του ανάγκη κανείς δεν μπορεί να τον εμποδίσει -πόσο μάλλον όταν κινδυνεύει η ζωή του. Είναι βασική μου πεποίθηση ότι δεν μπορείς να εμποδίσεις τους ανθρώπους να ταξιδέψουν. Όσο για τον πόλεμο μπορεί να είναι μεν στο DNA του ανθρώπου αλλά αυτό δεν έχει σχέση με τα τρομερά παιχνίδια και τους τεράστιους σχεδιασμούς με ορίζοντα τριακονταετίας των κυρίαρχων σήμερα πόλων οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Εκ των πραγμάτων από τη μία είμαστε εμείς, από την άλλη αυτοί».

Ο ίδιος ως ηθοποιός νιώθει γενικά ανέστιος και πλάνης. Τον ερχόμενο χειμώνα, ωστόσο, θα αναλάβει τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, που θα κάνει πρεμιέρα στο Χονγκ Κονγκ και μετά θα ταξιδέψει στη Φρανκφούρτη, καθώς η παράσταση θα παρουσιαστεί για χάρη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας - γιατί στην Ευρώπη, αν δεν το ξέρετε, ο Προμηθέας είναι σύμβολο του επιχειρείν (!).