«Πάντα κάνω στον εαυτό μου την ερώτηση: Έχω κάτι να πω για μία και μισή ώρα; Μπορώ να κρατήσω το ενδιαφέρον του κοινού; Τότε γίνομαι ταπεινός και δειλός και φοβάμαι ότι δεν ζω σύμφωνα με τις προσδοκίες μου. Αυτή είναι η ασθένεια των ανθρώπων γύρω στα 50, γιατί τότε νιώθεις ότι οι επιλογές σου είναι πολύ πιο περιορισμένες. Οι αυτοαντανακλάσεις είναι πολύ μεγαλύτερες, ενώ οι δυνατότητες λιγότερες» είχε πει σε μια συνέντευξή του προ δεκαετίας ο Γίρζι Κίλιαν (γεν. 1947). Το ζήτημα του χρόνου (του ρυθμού αλλά και της διάρκειας), καίριο στην τέχνη του χορού, στην περίπτωση του τσέχου χορογράφου με φυσικότητα μετακινήθηκε στην υπαρξιακή του διάσταση. Η απάντηση που δίνει έκτοτε είναι  σύμφωνη με μια βασική θέση του: «Ένα έργο χορού δεν είναι συνταγή ή θεραπεία, αλλά ένας τρόπος να δηλώσεις την πίστη σου πως οτιδήποτε κάνουμε στερείται νοήματος. Αν το συνειδητοποιήσεις, παίρνεις τεράστια δύναμη να συνεχίσεις. Γιατί αν παίρνεις τον εαυτό σου υπερβολικά σοβαρά είναι πολύ δύσκολο να δημιουργήσεις κάτι καινούριο».

Κάπως έτσι, καθώς κι ο ίδιος βίωνε το πέρασμα του χρόνου και τις συνέπειές του, αποφάσισε το 1991να δοκιμάσει τις δυνατότητες ενός συνόλου χορευτών των οποίων η ηλικία να είναι μεγαλύτερη των 40 χρόνων. Κι άλλοι χορογράφοι (μεταξύ των οποίων ο Μπεζάρ, η Πίνα Μπάους, η Μαγκί Μαρέν) έχουν δοκιμάσει να δουλέψουν με «ανορθόξο» υλικό: χορευτές χωρίς εκπαίδευση χορευτή, χορευτές που δεν βρίσκονται στην πρώτη τους νιότη, χορευτές παχύσαρκους (στην πραγματικότητα με κοστούμι παχύσαρκου).

Ο ίδιος παραδέχεται πως είναι δύσκολο να «πετάς» συνεργάτες πολλών χρόνων επειδή ξεπέρασαν την καθορισμένα αποδεκτή ηλικία κι ενόσω ακόμη μπορούν να προσφέρουν - ίσως όχι σε σωματική δύναμη και ευλιγισία, αλλά σε πολύτιμη εκφραστικότητα. Έτσι, το Nederlands Dans Theater υπό τη διεύθυνση του Κίλιαν (από το 1975) απέκτησε την τρίτη ομάδα του, το Nederlands Dans Theater ΙΙΙ, για χορευτές μετά τα 40. Με δεδομένο ότι στον ίδιο οργανισμό εκτός από την κύρια ομάδα, για χορευτές στην πλήρη άνθηση του ταλέντου τους (Nederlands Dans Theater Ι), υπήρχε από το 1978 η ομάδα-φυτώριο για χορευτές από 17 έως 22 ετών (Nederlands Dans Theater ΙΙ), η δημιουργία του NDT III συμπλήρωνε την εικόνα, το πλαίσιο εντός του οποίου μπορούσες να παρακολουθήσεις την εξέλιξη του χορευτή από την αρχή της καριέρας του έως τα δύσκολα χρόνια της ωριμότητας.

Το 1999 ο Κίλιαν άφησε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΝDT, έπειτα από 25 δημιουργικά χρόνια, αν και συνέχισε να χορογραφεί για τις τρεις ομάδες του ΝDT. Οι αλλαγές ωστόσο φαίνεται πως ήταν αναπόφευκτες, και για οικονομικούς λόγους το ΝDT (με διευθυντή από το 2004 τον Σουηδό Anders Hellström) ανακοίνωσε ότι η σεζόν 2005-6 θα είναι η τελευταία για το Nederlands Dans Theater ΙΙΙ, τουλάχιστον με τη μορφή που λειτουργούσε έως τότε.

Και παρ' ότι δεν αποκλείστηκε -αντιθέτως- κάποιο μελλοντικό έργο για τους ώριμους χορευτές της ομάδας, ποιος μπορεί να βασίζεται σε καλές προθέσεις; Όχι ο Kίλιαν, που προχώρησε στην επόμενη φάση του ΝDT III με το όνομα  Paradoxon και με έργα που δημιούργησε για το ΝDT III. Στην Αθήνα (9, 10, 11 και 12 Ιουνίου, στην Πειραιώς 260) θα δούμε δύο χορογραφίες του για το ΝDT III, το «BirthDay» του 2001 και το «When time takes time» του 2002, κι ένα ασπρόμαυρο φιλμ με τίτλο «Car-Men», που γυρίστηκε το 2006 σ' ένα έρημο ανθρακωρυχείο στα σύνορα Τσεχίας-Γερμανίας. Με σαφείς αναφορές στη γνωστή «Κάρμεν» (του Προσπέρ Μεριμέ), τέσσερις ώριμοι χορευτές υποδύονται τις ισάριθμες αρχετυπικές μορφές της ιστορίας, σε μια σύνθεση εμβαπτισμένη στην πικρή ειρωνεία και το λυτρωτικό χιούμορ.

Στο «BirthDay», έργο για πέντε χορευτές, ο Κίλιαν υπογράφει εκτός από τη σύλληψη και τη χορογραφία, τα σκηνικά και τους φωτισμούς. Χρησιμοποιεί τη μουσική του Μότσαρτ για να μιλήσει γι' αυτήν την αίσθηση που είχε από νέος «ότι το πιστοποιητικό της γέννησής μας είναι και το πιστοποιητικό του θανάτου μας».

Στο «When time takes time», πάλι, η ιδέα της χορογραφίας του βασίζεται στην προσπάθεια (και στην αδυναμία) ενός παιδιού να παίξει στο πιάνο τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Μπετόβεν - στη σχέση της μεγάλης επιθυμίας με την εύθραστη, απελπισμένη προσπάθεια. «Αυτή η επιθυμία του παιδιού να πετύχει το ακατόρθωτο έγινε για μας σύμβολο των δικών μας επιθυμιών, ανασφαλειών, της απεγνωσμένης προσπάθειας να αγγίξουμε το ιδανικό» σημειώνει ο Κίλιαν. Η Sabine Kupferberg και o Egon Madsen χορεύουν πάνω στη μουσική του Dirk Haubrich.