1. «Με κάθε σοβαρότητα απαιτούμε παιχνίδια. Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, είναι και δεν είναι: το να διακονείς το χιούμορ με έξοχη κι αψεγάδιαστη τσάκιση στο παντελόνι που δίνει την κλοτσιά στη σοβαροφάνεια και την πλήξη. Με άλλα λόγια, να θεραπεύεις έναν τρόπο, ένα στυλ, που εκκινεί από τη λογική αλλά κάνει πιτσικουλιές, απογειώνεται, υπνοβατεί, γίνεται κάτι σαν αμφίβιο, παντός καιρού αεροσκάφος, διανόηση ελευθέρας βοσκής, τάξη στο χάος, παραρλάμα, φαρφουλάς, και εντέλει «ένα είδος φιλολογικής αυτοβιογραφίας». Έχουμε και λέμε: Δημήτρης Καλοκύρης (αχανές Ρέθυμνο, 1948) και Παρασάγγες (εκδ. Άγρα). Λήμματα κι όχι λύματα, και μπλουζ με λυμένα τα μάτια κι αμολυμένα τα σκυλιά της βροχής. Ιδού το λήμμα ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ – Στο βιβλίο του Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου, ο Ευγένιος Αρανίτσης ισχυρίζεται ότι Εκείνος που ερωτεύτηκε, με την πρώτη ματιά, ανάμεσα στα έδρανα της σχολής, η δεσποινίς Δανάη, θα ήθελε να ήταν αυτός. Ευσεβής, βέβαια, ο πόθος του λαμπρού συγγραφέα, αλλά η επιθυμία του προσέκρουσε στο γεγονός ότι, όσο κι αν διακαώς το επεδίωξε, «αυτός ο κάποιος» δεν ήταν Εκείνος διότι, απλούστατα, ήμουν Εγώ.

 

2. Κρέιζυ Λαβ & Πόετρυ. Το χιούμορ είναι πάντα ευπρόσδεκτο, μικρές, λυτρωτικές εκρήξεις στο κρανίο, φυσαλίδες λυτρώσεως, καθότι ενάντιες στην άγονη κατήφεια. Ο Μάρκος Καλεώδης (Παρίσι, 1974) κινείται με άνεση ανάμεσα στο δοκίμιο και στην ποίηση όπως και ανάμεσα στη γενέτειρά του, το Παρίσι, και στην Αθήνα. Σαν να είναι ανιψάκι του απίθανου χιουμορίστα Βασίλη Στεριάδη και ξαδερφάκι της μαρκησίας του χιούμορ Γλυκερίας Μπασδέκη, ο Καλεώδης υπονομεύει τα θέσφατα αγαπώντας τα και κονιορτοποιεί μύθους με ωραίο σεβασμό που μειδιά. Στον κομψότατο πολυτονικό τόμο Νέα νυκτιφανή (εκδ. Περισπωμένη) στεγάζονται καλώς συγκερασμένες ποιητικές παρακρούσεις, αψευδείς μάρτυρες ενός γόνιμου φλερτ της ιδιοφυΐας με την ευρυμάθεια. Ακολουθεί το ποίημα ΝΤΕΡΤΥ ΣΚΟΥΛΓΚΕΡΛ ΓΚΟΟΖ ΛΕΖΜΠΙΑΝ – Από κει ξεκινάει…/ Είναι η ρεβολυσιόν γκαλιλαιαίν / Που γράφει ο Ανρύ που σου ’λεγα / Ναι: ο γάλλος μπλαμπλάς / Απ’ αυτήν ξεκινάει / Όπως θα ’λεγε κι ο Μοριάρτυ / Όλο το μπουρδέλο μετά / Ναι ναι. Πολύ πειστικός / Μην δοκιμάσεις ν’ αντισταθείς!/ – Ρεβολυσιόν…/ Χο / Τι εκείνη;/ Το γαλλικό νυμφίδιο / Χο χο / Με το λοξό εγχειρίδιο στην ωμοπλάτη;/ Χο χο χο / Παρ’ όλα αυτά / Γουώτσον/ – Ναι Σέρλοκ;/ – Τι επίθετο…

 

3. Πολλοί νεκροί κατοικούν στο αίμα μας. Κι έχουν σπάσει τα φτερά μας προτού τα δοκιμάσουμε πετώντας. Η δική μας γενιά, αυτή η γενιά που ξεφύτρωσε μετά τον ανταρτοπόλεμο, είδε τον ήλιο να βγαίνει κουρελιασμένος κι όλο αίματα πάνω σ’ έναν κόσμο στεγνό – γράφει ο Βασίλης Βασιλικός (Καβάλα, 1934) στα Θύματα Ειρήνης (εκδ. Γκοβόστης), το πρώτο του μυθιστόρημα που εκδόθηκε πριν από σχεδόν μισό αιώνα, το 1956, και επανεκδίδεται φέτος με εισαγωγή του Θανάση Αγάθου. Στη σελίδα 290 του βιβλίου ο Βασιλικός γράφει με ώριμη νεανικότητα τι σημαίνει να δημιουργείς, τι σημαίνει να προσηλώνεσαι στη συγγραφή, τι νόημα έχει το να γράφεις μες στη νωπή μνήμη των ερειπίων και της καθημαγμένης κοινωνίας. «Πίσω μας ήταν όλα κατεστραμμένα~ μπροστά μας όλα θολά. Πώς να αρχίσουμε, λοιπόν, με αισιοδοξία; Οι παιδικές μας αναμνήσεις ήταν ένας κόσμος εφιαλτικός […] Γράφοντας το βιβλίο μου, είχα πάντα στον νου μου αυτόν το διπλό σκοπό: να ανακουφιστώ πρώτα ο ίδιος κι έπειτα να ανακουφίσω, όσο ήταν δυνατόν, αυτούς που θα το διάβαζαν».

 

Αμάντα Μιχαλοπούλου
Αμάντα Μιχαλοπούλου

4. Μιλάει η Γυναίκα του Θεού. Ένα μεταιχμιακό μυθιστόρημα, η Γυναίκα του Θεού (εκδ. Καστανιώτη), που μου έφερε στο μυαλό το Wittgenstein’s Mistress του David Markson μαζί με την Παιδική Ηλικία του Ιησού του J. M. Coetzee και με έπεισε ότι η Αμάντα Μιχαλοπούλου (Αθήνα, 1966) έχει φιλοσοφικά κέφια ακριβείας. Και χιούμορ – στοχαστικό, εύφορο, στιλπνό. «Άρχισε να βγαίνει μόνος Του όλο και πιο συχνά. Από φόβο για τα κορίτσια με τα εβένινα μαλλιά, μια μέρα τον ακολούθησα ως την είσοδο ενός μεγάλου διεθνούς βιβλιοπωλείου. Μπήκε στην κεντρική αίθουσα, άνοιξε ένα βιβλίο και άρχισε να διαβάζει κλεφτά, σαν να ντρεπόταν […] Διέσχισα το τμήμα των χαρτικών, καθυστερώντας λίγο για να ξεφυλλίσω τετράδια, να μυρίσω γόμες, να αγγίξω τις σκληρές μύτες των μολυβιών. Δεν δυσκολεύτηκα να εντοπίσω το βιβλίο που διάβαζε. Ήταν ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. Διάβαζε ο Θεός λογοτεχνία; Στ’ αλήθεια την μισούσε; Ή ήταν το κοσμικό ναρκωτικό του;».